Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

KΗΠΟΥΡΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

«Από τον κήπο» (Βεργίνα, 2021) Ελένης Παρασκευά

γράφει ο Διονύσης Αναστασιάδης, Ζωγράφος.

   «Από τον Κήπο» τιτλοφορείται η ποιητική συλλογή της Ελένης Παρασκευά. Είναι η τρίτη ποιητική συλλογή που δημοσιεύει στα Ελληνικά, έχει δημοσιεύσει άλλες τρεις ποιητικές συλλογές στα Ιταλικά και μια δίγλωσση. Από τον κήπο όπου: Οι «καινούργιοι» άνθρωποι / Φτάνουν ωραίοι / Φτάνουν ατσαλάκωτοι / Κατ' ευθείαν από τον ξεχασμένο κήπο / Τον αξέχαστο. Όπως γράφει στο ποίημά της «Άνθρωποι». Από τον χαμένο κήπο της εδεμικής ηλικίας, τότε που το παιδί κοίταγε την πάνδημη ζωή ακόμα δωρεάν και ακέραιη, στον ιδιωτικό κήπο της ποίησης, τη σωτήρια ανθοφορία του λόγου.

   Η ποίηση της Παρασκευά χαμηλόφωνη, εξομολογητική αντλεί τα θέματά της από όλο το φάσμα της ζωής. Διαστέλλοντας τα στενά λεκτικά πλαίσια απηχεί το μεγαλύτερο πλαίσιο του κόσμου. Όπως στο ποίημά «Καταιγίδα», όπου ο χρόνος γίνεται βροχή λήθης: Φοβήθηκαν την καταιγίδα/ τ' αγριολούλουδα, οι κίονες, τ' ανθέμια /ενθύμια οι προτομές... Ή στο ποίημα «Αλλού»: Αλλού/ Καίει ο ήλιος / Αλλού./ Εδώ παγώσανε / Εδώ γυρεύουν ζεστασιά /αλλόκοτα τρέμουν /Ως κι οι χιονάνθρωποι. Στο ποίημα «Αποσπάσματα» τονίζεται η αίσθηση ότι η ζωή μας είναι φτιαγμένη από θραύσματα που «τη γύμνια μας καλύπτουν».

Ωστόσο η ίδια η ζωή, ή Γριά Γαία, μπορεί ίσως να σου μάθει πώς να ζεις, αν ζήσεις αρκετά, αφού: Θέλει χρόνο η Γραία Γαία / Απ' άλλους κόσμους να στραφεί / Και να γυρίσει / Να ημερώσει/ Να ξημερώσει. / Όπως γράφει στο ποίημα «Το ημέρωμα της Στρίγγλας", ανατέμνοντας στοχαστικά πτυχές του εσωτερικού τοπίου. Στο ποίημά “Ποιός;” ή ποιήτρια αναρωτιέται: Ποιός στο προσκεφάλι μας θρηνεί; / Ποιος κλαίει με λυγμούς; / Ποιος τα όνειρά μας κλέβει; / Ποιος τα παράθυρά μας σείει; / Και μας τρομάζει; /..... Πού βρίσκεται το πάντοτε; / Μας καθοδηγεί;/ Μας ακολουθεί;

   Αλλά και στο ποίημά «Η Σκληρή μέρα του Αναξαγόρα» γράφει: Για να φωτίσεις εκείνο / Το σκοτεινό σημείο του πάντα/ Για να μπορέσεις / Να δεις τον δρόμο / Που θα πάρεις να γυρίσεις/... Μην περιμένεις χάρισμα το φως/ .... Για να καταλήξει στο εξαίρετο:Τα ώριμα του Χαίλντερλιν φρούτα / Απ’ την αρχαία του Ναού κορφή / Απ’την αρχαία του Νου κορφή / Θέλει δουλειά σκληρή/ Και το φως της μέρας σου όλης. Εδώ μιλάμε για ένα «πάντα» ιδιωτικό, για έναν ιδιωτικό ουρανό που δύσκολα κερδίζεται μέσα μας.

   Το ποθητό λίγο αλλιώς της κάθε μέρας, της κάθε στιγμής. Για τον βράχο στους ώμους του Σίσυφου. Αλήθεια, μπορούμε να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο; Διερωτάται κάπου ο Albert Camus. Μιλάμε δηλαδή για το οξύμωρο ενός σπιτιού που κτίζεται αέναα στην στενωπό της κλεψύδρας. Αλλά και από το ποίημα «Σαν»: Σαν τ’ ανείπωτα μυστικά / Τ’ απόρρητα εκείνα / Τα «Ηλίου φαεινότερα»./ .... Σαν να κρατάς από το χέρι / Τον μικρό Πόνο / Που μόλις χθες σου εμπιστεύθηκαν / Να ξενυχτάς / Στοργικά να τον φροντίζεις. / Να τον κανακεύεις. / Τον ακατάλυτο κόκκο που γύρω του σχηματίζεται ως μαργαριτάρι η Τέχνη.

   Στο ποίημα «Αναζήτηση» γράφει : Ψάξε πάλι / Στις νύχτες που έκαψες / Στις μέρες που έχασες / Εντόπισε / Της αστραπής τον Μαραθώνιο / Το μεστό μήνυμα που φέρνει / Του κεραυνού το μουγκρητό /Το μήνυμα που στέλνει πάλι / Η «ολέθρια Ελένη». / Η αστραπή, ο κεραυνός, ή Ελένη. Το υψηλό που σε καταλαμβάνει πλήρως, που παραδίδεσαι ολοκληρωτικά στη θέα του, στον ήχο του, στη δύναμη, στο μεγαλείο, στην ομορφιά. Το υψηλό, ή αισθητική διαχείριση του φόβου. Η δυνατότητα διαχείρισης των δεινών της ζωής μέσω της Τέχνης. Αυτήν ακριβώς τη δύσκολη προσπάθεια της πάλης της ποιήτριας με τις λέξεις χρωματίζει το ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής «Περιπέτεια στον βούρκο»: Ηλιόλουστες, Αφρόλουστες, Αφρόφουσκες / Να γρυλίζουν πεινασμένες / Να χοροπηδάνε ανελέητες / Γύρω σου οι λέξεις.

Τέλος η ποιήτρια με τα ποιήματα «Με ελαφρυντικά» και «Ανθρωποθυσία» καταπιάνεται με δυσκολίες που διατρέχουν τις ανθρώπινες σχέσεις καθώς και στα ποιήματα «Όπως τότε», «Η Κασσάνδρα στον αγαπημένο της» , «Για να θυμάσαι», με θέματα από Ιστορία. Δ. Α.

 

 

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

Ο Καραντινο – ιός ή Ο Αλανιάρης… ιός

 

Συγγραφέας: Νίκος Μίχαλος

 

Καραγκιόζης: Λοιπόν Βενιαμίν, τί παλαβοτράγουδο θα μας πεις σήμερα;

Πιτσικόκος: Αυτό το τραγούδι μπαμπάκο είναι σοβαρό, μιλάει για τον κορωνοϊό, έχω κάνει διασκευή σε στυλ Ζαμπέτα. Αρχινάω!

(Κουπλέ)         Ποιος είναι ο τύπος ο κοντός, που μοιάζει με σφουγγάρι; Κυκλοφοράει διεθνώς κι όπου γουστάρει πάει.

(Ρεφραίν)         Όλοι το ξέρουνε και το γνωρίζουνε, πως έχει όνομα και κωδικό, στην Κίνα σήμερα, κι αύριο βρίσκεται εις το Κονγκό.

(Κουπλέ)         Πρέπει λοιπόν να συλληφθεί και να λογοδοτήσει, πώς από την Ανατολή ευρέθηκε στη Δύση.

(Ρεφραίν)         Είναι αδύνατο και ακατόρθωτο τέτοιο μικρόβιο να συλληφθεί, μα αν το πιάσουνε, πρέπει στο Σύνταγμα να κρεμασθεί.

(Κουπλέ)         Τον λένε κορωνοϊό, μου στείλανε χαμπάρι, μα εγώ που είμαι λαϊκός, τον λέω αλανιάρη.

(Ρεφραίν)         Κράτα απόσταση, κλείσε το στόμα σου, κασκόλ ανέβασε για να σωθείς, ρίχτου ανάθεμα και σπίτι πήγαινε για να κρυφτείς.

(Φινάλε)  Είχαμε άσωτο υιό και τον ιό της γρίπης, μα με τον κορωνοϊό τη βγάζουμε στο σπίτι…

(Στο μιλητό) Βρε μήπως είναι ξώγαμο παιδί της παλιο-γρίπης, ο αλανιάρης κορωνιός, που ήρθε σαν κομήτης και βασανίζει μάγκες μου, ολόκληρο πλανήτη;

Πιτσικόκος: Μπαμπάκο σου άρεσε η διασκευή μου;

Καραγκιόζης: Αυτό θυμίζει το τραγούδι «ποιος είναι αυτός ο αψηλός, ποιος είναι αυτός ο τύπος».

Πιτσικόκος: Ναι, έτσι είναι, σ’ αυτό το σκοπό τραγουδιέται.

Καραγκιόζης: Μπράβο μικρέ, η διασκευή πέτυχε και είναι και επίκαιρο!

 

____________________

Δακτυλογράφηση: Copy Art

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

Πάρε μαζί σου ένα γαρύφαλλο

 

 


Στη Φαίδρα

Μάτωσε το πρωινό

και ο ήλιος δραπέτευσε στα ξερονήσια.

Μια μέρα με σκοτάδια έφεραν οι θεοί μαζί τους,

καθώς εσύ με ένα φεγγάρι δίχως πρόσωπο

κρύφτηκες για πάντα στο χαγιάτι του ουρανού.

Έφυγε νωρίς το καλοκαίρι 

αφήνοντας πίσω του λυγμούς και δάκρυα

να ταξιδεύουν κάθε βράδυ

στην αγιότητα των στίχων σου.

Είσαι παντού και πουθενά αμαζόνα των γραμμάτων.

Λαπιθίδα πάνω στο αέτωμα της καρδιάς μας.

Από μικρή στο δίκιο και στη λευτεριά

βιαζόσουν κι εσύ πριν φτάσει το ξημέρωμα

να μοιράσεις από πόρτα σε πόρτα δρεπάνια

στους φοβισμένους θεριστάδες

για την ώρα της συγκομιδής.

Το αποτύπωμα της φωνής σου μέσα μας

φωτίζει τα σκοτάδια και ταϊζει

τα ξυπόλητα παιδιά των φαναριών.

Να θυμάστε, μας έλεγες, το αίμα είναι πάντα κόκκινο

κι όταν σου λέγαμε πως η απουσία σου για μας

θα είναι το αιώνιο μαύρο

εσύ έκλεινες σεμνά τα βυζαντινά σου μάτια.

Εκεί που οι άγιοι ξενυχτούν σιωπηλοί

οι αγκαλιές των αγαπημένων σου

είναι που θα ζεστάνουν τη μοναξιά σου.

Λουντέμης και Σκαρίμπας

περιμένουν τη βαφτιστήρα τους να της δώσουν  

την αναστάσιμη λαμπάδα της ποίησης.

Μη ξεχάσεις, πάρε μαζί σου κι ένα κόκκινο γαρύφαλλο

για τον Νίκο Μπελογιάννη.

Εκείνο που είχε στο πέτο όταν κρυβόταν στο σπίτι σου

μαράθηκε από την δική μας αγνωμοσύνη.

Α! και τα φάρμακα για τον θείο Πλουμπίδη.

Η κυρά Βάσω τρομάζει πως ο βήχας του

θα τον προδώσει στον αστυνόμο

που περιπολεί στη γειτονιά σας.

Το κενό έχει το όνομα σου Φαίδρα.

Τάχα το γνώριζες

όταν έβαζες την υπογραφή σου πάνω στην καρδιά μας;

Ανυποψίαστοι θεατές μιας

ανομολόγητης πραγματικότητας

θα περιμένουμε μάταια το χαμόγελο σου

κι ένα σου στίχο που δεν θα έρθει ποτέ.                      

                                                                      Βασίλης Τσακίρογλου

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Το Τραμ και η Πονηρή Μαντάμ

 

 


Συγγραφέας: Νίκος Μίχαλος

 (μετά ένα μήνα)

Μόρτης:

Είχα ορκισθεί παιδιά μου, να μην ξαναμπώ σε τραμ, αλλά λόγω η βροχούλα και η κούραση πολλή, αναγκάστηκα ν’ ανέβω για να μη γινώ παπί.

Μα την έπαθα σαν βλάκας και για δεύτερη φορά, έπεσα και πάλι θύμα απ’ την πονηρή μαντάμ-αναμπάμ και παπαντάμ.

Εισερχόμενος στο τραμ, ξαναβλέπω τη μαντάμ. Λέω μέσα μου αμάν… μπροστά μου σ’ έχω σατανά. Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά.

Πλησιάζει και μου λέει, σ’ έστησα, με συγχωρείς, σε λιγάκι κατεβαίνω, άμα θες έλα κι εσύ.

Δώς μου πίσω τα λεφτά μου, λέω και της απαντώ και μετά θα το σκεφτώ. Μου χαμογελά και λέει, θα στα δώσω τα λεφτά, αν με πάρεις αγκαλιά και μου δώσεις δυο φιλιά.

Κοίτα λέω τι με βρήκε στα καλά καθούμενα. Τώρα λέω τι να κάνω, για να πάρω τα λεφτά, ή θα πρέπει να ενδώσω ή να της φερθώ σκληρά. Πράγμα δύσκολο λιγάκι, γιατί βλέπεις είμαι άντρας, έχω κι εγώ καρδιά. Η Μαντάμ είναι κουκλάρα, θα την κάνω τη ζημιά, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, γιατί όπως λένε κάποιοι, ο τολμών πάντα νικά. Την αρπάζω και της δίνω δυο φιλάκια σταυρωτά, μου χαρίζει άλλα δυο και με σφίγγει δυνατά. Ύστερα μου λέει γειά σου, θα στα φέρω τα λεφτά, αύριο πρωί στις 10, στου Τζελέπη τη μεριά. Κατεβαίνει και βαδίζει γρήγορα και βιαστικά.

Εψυλλιάστηκα και ψάχνω, πορτοφόλι πουθενά. Βρε τη σκρόφα τη μαντάμ, μου την έφερε ξανά. Τώρα πώς θα βγω στην πιάτσα, θα με κράξουνε παιδιά, που επιάστηκα κορόιδο και για δεύτερη φορά. Τα επλήρωσα καλά, τα φιλάκια τα γλυκά. Πάω πάλι στου Τζελέπη με κουλούρι και τυρί.

Μα το τραμ πλέον, κομμένο, δεν θα μπω ξανά εκεί, θα φυλάω καραούλι εις τη στάση τη γνωστή. Κι όταν η μαντάμ κατέβει, θα την πιάσω απ’ το μαλλί και θα τήνε τσιτσιδώσω για να γελοιοποιηθεί. Ύστερα γραμμή θα πάω στην Τροχαία ρε παιδιά, να τους πω αυτή τη στάση να τη λένε παπαντάμ. Είναι όνομα και πράγμα για την πονηρή μαντάμ.

Όσο για τη μανταμίτσα, ούτε να την ξαναδώ γιατί αν με πλησιάσει θα τριτώσει το κακό. Τώρα φεύγω για Περαία, με το μέσον το γνωστό, το τραμ δύο δηλαδή, που σε πάει και σε φέρνει, δίχως να χαλάς δραχμή. Και θα είμαι στου Τζελέπη, σε μια ώρα στρογγυλή.

Έτσι είμαστε οι άντρες, έχουμε καλή καρδιά, τις γυναίκες αγαπάμε και μονίμως την πατάμε, όπως και με τον Αδάμ που την έπαθε ο δόλιος από πονηρή γυνή, Εύα ήταν το όνομά της, είναι διεθνώς γνωστή. Πρώτα έφαγε το μήλο και μετά έφαγε ξύλο.

Τώρα αποχαιρετάω, γεια σας και ορεβουάρ και μια συμβουλή θα δώσω εις τα νέα τα παιδιά.

Μάγκες της νέας εποχής, με κινητά και τάμπλετ, σε τραμ μην ξαναμπαίνετε, δουλέψτε πατινάκι, γιατί αν μπείτε μες στο τραμ και σας τρακάρει η μαντάμ με το μακρύ χεράκι, κλάψτε το και το κινητό και το πορτοφολάκι. Έτσι την έπαθα κι εγώ, από την κούκλα τη μαντάμ, δηλαδή απ’ έξω κούκλα και από μέσα βρε πανούκλα.

Ταύτα και σας χαιρετώ.

 

Υ.Γ.     Και μη γίνεται κουβέντα, από δω και από κει, δεν πηγαίνει σ’ ένα μάγκα έτσι να ξευτιλιστεί. Το τι έπαθα εγώ, γύρω να μη μαθευτεί. Θα το ξέρω μόνο εγώ και του Τζελέπη η ακτή…

Καφενείον «Το Τρύπιο Φλιτζάνι»


του Νίκου Μίχαλου,

Αφεντικό – γκαρσόνι Βρασίδας Τουλούμπας

Πελάτης: Παιδί! Γκαρσόν!

Βρασίδας: Ορίστε κύριε, να η ταυτότητά μου, δεν είμαι παιδί, είμαι 35 ετών και το γκαρσόν δεν μ’ αρέσει, αν με λέτε καφετζή όμως, δεν με πειράζει.

Πελάτης: Ε, λοιπόν, κύριε καφετζή, αν ξανάρθω εδώ θα το θυμάμαι.

Βρασίδας: Αν είναι να μην ξανάρθετε, θα βάλω τα δυνατά μου να σας περιποιηθώ, να μη σας χάσουμε, είναι κρίμα.

Πελάτης: Ωραία, φέρε μου τότε έναν διπλό καφέ τούρκικο, μέτριο. (Σε λίγο)

Βρασίδας: Ορίστε κύριε ο καφές σας.

Πελάτης: Τι είναι αυτά; Εδώ έχεις δύο φλιτζάνια καφέ, το ένα δίπλα στο άλλο.

Βρασίδας: Ξέχασα να σας πω ότι στα μαθηματικά ήμουνα σκράπας, αλλά έτσι κι αλλιώς, ένα κι ένα κάνουν δυο, δηλαδή ένας μονός κι άλλος ένας μονός καφές, ίσον ένας διπλός, ο ένας είναι γλυκός κι ο άλλος σκέτος, μαζί ίσον μέτριος και με διπλό χαρμάνι, όχι διπλό νερό που βάζουν άλλοι και κλέβουν καφέ.

Πελάτης: Και πώς θα το πιω;

Βρασίδας: Θα πίνεις μια γουλιά από το ένα φλιτζάνι και μία από το άλλο, γλυκό-πικρό, να ’το το μέτριο καφεδάκι. Έτσι κάνουν και οι άλλοι πελάτες.

Πελάτης: Βρε, που έμπλεξα σήμερα για έναν καφέ.

Βρασίδας: Υπάρχει κι άλλος τρόπος να το πιείτε, με δικό μου σύστημα. Δηλαδή, να ρουφάτε ταυτόχρονα με δύο καλαμάκια απ’ τα δύο φλιτζάνια. Δική μου πατέντα, Βρασίδας, συμφωνείτε;

Πελάτης: Να σε βράσω, ρε Βρασίδα.

Βρασίδας: Όχι προσβολές κύριε, θα πάρω τους καφέδες πίσω.

Πελάτης: Τέλος πάντως, ξέχασες το νερό, φέρε μου ένα ποτήρι, όχι παγωμένο, δροσερό, μισό-μισό που λένε.

Βρασίδας: Ξέρω, ξέρω, το φέρνω αμέσως. (Σε λίγο)

Πελάτης: Τι είναι πάλι τούτο; Μου έφερες δυο ποτήρια μισά, θα με τρελάνεις βρε Βρασίδα;

Βρασίδας: Γιατί κύριε; Το ένα είναι κρύο και το άλλο είναι της βρύσης, σύστημα για όλες τις εποχές.

Πελάτης: Άσ’ τα και φέρε ένα υποβρύχιο. Ξέρεις τι είναι;

Βρασίδας: Ξέρω, ξέρω. (Σε λίγο)

Πελάτης: Πάλι τα ίδια βρε Βρασίδα, έφερες χώρια του κουτάλι με τη βανίλια και χώρια το ποτήρι με το νερό. Μήπως είσαι τρελός ή θες να με τρελάνεις πρωί-πρωί;

Βρασίδας: Γιατί κύριε; Όταν το βάλεις το κουτάλι με τη βανίλια, τότε γίνεται υποβρύχιο, έτσι δεν είναι;

Πελάτης: Έτσι είναι, δεν λέω…

Βρασίδας: Αν το πάρουμε λογικά, το υποβρύχιο είναι έξω απ’ το νερό κι όταν μπαίνει στο νερό λέγεται υποβρύχιο, διότι πρώτα υπάρχει πλεύση και μετά κατάδυση και στο τέλος τρώτε εσείς το υποβρύχιο με ευχαρίστηση, τι άλλο θέλετε;

Πελάτης: Πάω να φύγω, έπεσα σε μουρλό γκαρσόνι!

Βρασίδας: Ε, όχι και γκαρσόνι, παιδί δεν με πειράζει να με φωνάζεις, αλλά έχω τρία παιδιά που θα τους παραδώσω το καφενείο αργότερα και για να δεις ότι είμαι εντάξει, το υποβρύχιο κέρασμα από μένα, οκέι;

Πελάτης: Τέλος πάντων, πόσα σου χρωστάω;

Βρασίδας: Αφήστε το για μετά αυτό. Λέω να σας φέρω ένα γλυκό, τουλούμπα παραγωγής μας, να κεράσετε την κοπέλα σας ή την κυρία απέναντι.

Πελάτης: Ρε Βρασίδα, θα με κάνεις να πάω σπίτι μου σήμερα και να γράψω το ημερολόγιο ενός τρελού για να σε θυμάμαι και να γελάω.

Βρασίδας: Έχετε δίκιο, αλλά στη θεότρελη εποχή που ζούμε, δεν μπορεί να μην κολλήσουμε κι εμείς λίγη τρέλα!

Πελάτης: Άσε τη θεωρία Βρασίδα και πες μου τι σου χρωστάω;

Βρασίδας: Δύο και δύο, τέσσερα για τους καφέδες, δύο και δύο για την απασχόληση και ενημέρωση, ίσον οκτώ ευρώ. Η βανίλια βερεσέ, την πληρώνεις αύριο, ίσον δέκα ευρώ. Κι ευχαριστούμε που μας προτιμήσατε. Το καφενείο μας είναι ψυχρό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα, για να ξέρετε.

Πελάτης: Πάρε δύο μούντζες για τα δέκα ευρώ, πάρε κι άλλη μία δώρο, δηλαδή το πουρμπουάρ πέντε ευρώ και πιες τα μόνος σου τώρα. Γεια σου.

Βρασίδας: (Μονολογεί) Να γιατί δεν πάμε μπροστά, δεν θέλουμε να εκσυγχρονιστούμε. Αν μου ζήταγε έναν φραπέ θα είχα ξεμπλέξει στο πιτς φυτίλι! Άκου τούρκικο καφέ στην εποχή μας! Εδώ υπάρχει το καπουτσίνο, το φρέντο, ο γαλλικός που πίνεις και ευφραίνεσαι. Κρίμα που δεν τους προτιμάνε οι οπισθο-δρομικοί και με ταλαιπωρούνε με το ψήσιμο στο μπρίκι. Και χάνω χρόνο και ως γνωστόν, ο χρόνος είναι χρήμα. N. M.