Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ 17ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΚΕΛΑΙΝΩ


 

Από την τελετή απονομής 

των διακρίσεων του 17ου Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης

την 4η Νοεμβρίου 2017 στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Ιλίου

"ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ"

με θέμα:    Παιδιά της Ελλάδας παιδιά, που...








































Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠ' ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ του τεύχους 61 του ΚΕΛΑΙΝΩ







Χρώμα φυγής στον ορίζοντα
κι ένα ανήσυχο σύννεφο
ενισχύει την ανησυχία μου.
Λυγίζουν οι κορφές του απίστευτου!
–Που ταξιδεύεις αθέατη;
Τυλίχτηκες το φέγγος της Αυγής,
το ρίγος του Ήλιου;
Γίνηκες ρίμα γοερή σ’ άλλη διάσταση;
Πυκνές οι σταγόνες, τα δάκρυα
Θλιμμένο… το χώμα
Μυρίζει γιασεμί κι αγιόκλημα!
Στην όχθη του σύννεφου
ιριδισμοί διαδίδονται
Η ακτή με τα κύματα,
ο ασάλευτος βράχος,
τα Κρίνα του Πρίγκιπα.
Βαστώ τα κοχύλια της θύμησης
–Νόμιζα… πως ήσουν αλύγιστη!
                                                         Βασιλική Κ. Εργαζάκη

====

            Προσγείωση

Απίστευτη εποχή προμηνύει το τέλος.
Η βιολογική μας εξέλιξη
δεν συμβαδίζει με την κοινωνική.
Τα σημάδια του χρόνου μας τα βλέπουμε
μόνο στα πρόσωπα των παλιών συμμαθητών μας.
Είμαστε οι τελευταίοι οικογενειάρχες
και τα παιδιά μας οι τελευταίοι εραστές.
Βρισκόμαστε στην εποχή της κατάρρευσης.
Κι ήθελα να ξέρεις.
Όταν το όνειρο και ο ορίζοντας συμπίπτουν, συνθλίβεσαι.
Η απότομη προσγείωση είναι αυτή που μας τσακίζει.
Ο μεγαλύτερος πάταγος ακούγεται
όταν πέφτουμε  απ'  τις ψευδαισθήσεις μας.
Mη φοβάσαι ακόμα κι όταν πέφτεις.
Για να αναπηδήσεις πρέπει να πατήσεις πρώτα στη γη.
Αν βρεις πάτο
όσο πιο δυνατά πέφτεις τόσο πιο πολύ εκτινάσσεσαι.
Η ζωή δεν έχει ταβάνι μήτε πάτωμα.
Η ζωή έρχεται μόνο μια φορά
ώστε να μας δίνει το άλλοθι να μη συμβιβαστούμε.
Αντίπαλος είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
Αν δεν αρνηθείς τον εαυτό σου δεν μπορείς να τον νικήσεις.
Είναι δύσκολο να ελευθερωθούμε από σκλαβιά
που εμείς οι ίδιοι έχουμε δημιουργήσει.
Ο κάθε άνθρωπος ακολουθείται από τρεις υποστάσεις
εκτός και αν καταφέρει να γνωρίζει τον εαυτό του!
Όταν χαμογελάσεις μπροστά στον καθρέφτη σου με ειρωνεία
αρχίζεις να γνωρίζεις τον εαυτό σου.
Κάθε στιγμή μάς δίνει την ευκαιρία να ξαναξεκινήσουμε.
Στην αναμονή το λεπτό  διαστέλλεται.
Σε ένα δευτερόλεπτο παίρνονται οι μεγαλύτερες αποφάσεις.
Όταν τολμάμε βηματίζουμε.
Γι αυτό.
Μη μετράς πόσες φορές έπεσες.
Να μετράς πόσες φορές εκτινάχθηκες.
Να ξέρεις.
Το ομορφότερο τοπίο έχει το γνωστότερο χώμα.
Σ’ αυτό όταν πέφτεις  ξανασηκώνεσαι.
                                                            Μπάμπης Τσέλος

====

            Αγάπη πατρική

Σε κάθε λύπη μου Χριστέ σ’ αναζητώ
για να ’σαι Συ για πάντα βοηθός μου
στην ευτυχία μου Σε διώχνω, Σε ξεχνώ,
μη ξέροντας τι κάνει ο εαυτός μου.

Γερά κυριευμένος απ’ τα πάθη
η καρδιά και το σώμα μου μεθούν
όνειρα που χάνονται ο νους μου πλάθει
μόνο χειμώνες στην ψυχή μου ανθούν.

Κάθε στιγμή πως αμαρτώ Χριστέ το ξέρω
μέσ’ της ζωής το δρόμο τον πλατύ
μα τώρα τ’ άγιο Σου όνομα προφέρω
ζητώντας αγάπη πατρική.
                                                                   Νίκος Κότσικας

====

            Ονειροφορτωμένα μάτια

Τα μάτια σου σαν είδα, σ’ όνειρα περπάτησα,
σε δρόμους με μυρτιές, γαζίες και λουλούδια,
να τα κλαδέψω με τον λογισμό μου σκέφτηκα,
μα ήταν η προσπάθει’ άκαρπη κι ανούσια.
Στοχάστηκα και τον Χριστό, τα μάτια του τα καστανά,
το ίδιο βαρύ φορτίο σέρνουν,
σε πέλαγα, σ’ ανηφοριές αρμένισαν,
δροσιά και αποκούμπι σ’ οδοιπόρους για να φέρνουν,
Τα όνειρ’ απ’ τα μάτια σου επήρα κι έντυσα,
κορμί και λογισμό, σκέψη και χνώτα,
ανάλαφρα περπάτησα κι έφτασα
στην ανοιχτή μιας εκκλησιάς την πόρτα.
Με το κατάλευκο χρώμα της ψυχής,
μαζί σου μπρος στ’ αναμμένα τα κεριά σταθήκαν,
με μύρο απ’ την Άγια Τράπεζα μετάλαβαν,
και αγιασμένα κι άσπιλα μες στη ζωή μου μπήκαν.
                                                                                         Βλάζια Φαϊδά

====

            Απόδραση

Μην με κρατάς άλλο απ’ το χέρι
Καίγεται ετούτη η ζωή,
σαν πεφταστέρι.
Φεύγω. Θ’ αποσυρθώ εκεί, στην άκρη,
στο Λάμδα από τον Λυγμό,
στο Δέλτα από το δάκρυ.
Κι όταν το Δάκρυ κι ο Λυγμός
στεγνώσει και σωπάσει,
θα έχω φύγει κι από ’κεί…
Θα ’χω αποδράσει.
                                                                           Χρήστος Παπουτσής

====

Τέτοια η δύναμή σου

Γιόμισεν η νύχτα άστρα
στη θεϊκιά θωριά σου.
Γιασεμί πλημμύρισεν
η κάμαρα.
Βαγιόφυλλα
στο πουρφυρό χαλί.
Ονείρεμα της μέρας μου
Ηλιόφεγγο της νύχτας μου
Τρέλα του νου
της ψυχής μεθύσι
του κορμιού πεθυμιά.
Μόνο με τη γνώση της φωτιάς
ζεις τα χρονικά,
την αιωνιότητα κατακτάς.
Τέτοια η δύναμή σου, αγάπη.
                                                           Θεοδώρα Κουφοπούλου-Ηλιοπούλου

====


Φεύγω μαζί σου


Τα μεσάνυχτα
γλιστράς από πόρτες και χαραμάδες
με συναντάς στον πάτο του φωταγωγού
με ξετυλίγεις
βουτάς στη βαθιά μου πληγή
κυλάς στου πόθου μου το αίμα.
Κροτούν οι στιγμές
το σκίρτημα άρχεται
χίλια φεγγάρια με χαιρετούν
μου γνέφουν
σπάζοντας τον παγωμένο φεγγίτη
σκαρφαλώνω
φεύγω μαζί σου.
                                                               Δημήτρης Α. Δημητριάδης

ΑΠ' ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 6 ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ 61 ΤΟΥ ΚΕΛΑΙΝΩ



ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΚΟΥΜΙΝΑΚΗΣ

ΜΑΝΑ
                   Μαντινάδες

Αγγελοκανακίστρα μου ουρανοξαστεράδα
μάνα, του κόσμου χρυσαυγή τα’ ανάστασης λαμπάδα.

Δρόμε τση ζήσης π’ οδηγείς με φως απ’ τ’ αγιοκέρι
μάνα το χάδι τση ζωής απού δεν έχει ταίρι.

Μάνα λιμάνι τση χαράς μοναστηριού καμπάνα
πυξίδ και σωσίβιο για τα παιδιά σου μάνα.

Λιμάνι τση παρηγοριάς τση μάνας η αγκάλη
και οδηγήτρα τση ζωής απού ποτές δε σφάλλει.

Μάνα. Μια λέξη μαγική χιλιοτραγουδισμένη,
Μάνα στου κόσμου τση καρδιές μόνιμα θρονιασμένη.

Μάνα για πες μου πως χωρεί στα φύλλα τση καρδιάς σου
τόση αγάπη και στοργή που’χεις για τα παιδιά σου.

Μάνα μου πες μου ποιος βαστά να σε κακολογήσει
κι ακόμα το χειρότερο σ’ ίδρυμα να σε κλείσει.

Μάνα μου λέω στη χαρά, μάνα σε κάθε πόνο.
Νοιώθω πως είσαι δίπλα μου ντελόγο ξαλαφρώνω.

Μάνα τ’ αθάνατο νερό το γιατρικό του κόσμου
άρωμα του βασιλικού, γαρούφαλλου και δυόσμου.

Μάνα τα’ αστείρευτης πηγής κρουσταλλοδροσονέρι
άρωμα αγριολούλουδου, τα’ αγάπης το λημέρι..

Μάνα ποτέ σου δε ζητάς, δίνεις, ποτέ δεν παίρνεις
με τσι χαρές μας χαίρεσαι, τσοι πόνους απαλαίνεις.

Ποιο είναι τ’ ακριβότερο σ’ ούλο το γκόσμο πράμα;
Είναι τση μάνας η ευχή μ’ ένα φιλί τζη αντάμα.

Σα ντο φιλί τση μάνας μου άλλο δεν είχε γλύκα
έψαξα σ’ ούλο το ντουνιά, όμως ποθές δε βρήκα.

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ 16-17 του ΝΕΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ του ΚΕΛΑΙΝΩ





Τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων
της Παναγιώτας Ζαλώνη

   Απλός παρατηρητής είμαι φαινομένων του σήμερα.
   Άσκοπα κυνήγια ευδαιμονιστικών απολαύσεων της τελευταίας κατηγορίας και μάλιστα καύχηση και περιαυτολογία τρανταχτή περί τούτων.
   «Εμείς πήγαμε διακοπές εκεί, παρέα με τον ψηλό! Προσκεκλημένοι του…! Φάγαμε, στου…
   Τι με νοιάζει εμένα κυρία μου, αν σε κάλεσαν στο Καρπενήσι ή στο Γαϊδουρονήσι ή στο Κουφονήσι; Σε ρώτησα;
   «Τεχνική ζωής» ανθρώπινης, έχεις εφεύρει ή αναπτύξει ή κληρονομήσει;
   Για να μη λυπούνται γι’ αυτήν την κατηγορία ανθρώπων,  «ευαίσθητοι» παρατηρητές, πρέπει να τους πούμε πως  αυτοί οι άνθρωποι είναι δυστυχείς πέρα για πέρα και δεν διορθώνονται με τίποτε.
   Μες στα γονίδιά τους έχουν και το λακτίζειν, είτε είναι έτσι είτε αλλιώς. Είναι ψυχές κατ’ εμέ και συγχωρήστε μου τον ορισμό   μ η   ε υ λ ο γ η μ έ ν ε ς.
   Αδύνατον να δουν το σύμπαν πάνω απ’ τον ώμο του Θεού.
   Δεν λαμβάνουν μέρος σε ιεροτελεστίες αγάπης. Ο κόσμος της πληρότητάς τους δεν υπάρχει. Ζουν στα περιθώριά του, ζωγραφισμένα με ψεύτικες μπογιές που ξεβάφουν στην πρώτη βροχή και στην πρώτη καταιγίδα, εκτοπίζονται ακόμη κι απ’ αυτή την περιθωριακή θέση.
   Δεν αξιώνονται χαρά, αόρατη, θεϊκή, αναλλοίωτη, ατελείωτη, που θα τη βρουν εύκολα αν κοιτάζουν γύρω τους το Σύμπαν, τη Δημιουργία της Σοφίας, του Θεού.
   Δεν αλιεύουν την αγάπη στην απλότητα της ομορφιάς κάθε δημιουργήματος και πανηγυρίζουν για την εφήμερη δήθεν δόξα τους (τόσο μικρή κι ασήμαντη πολλάκις), για τα παρδαλοντυσίματά τους, (συγχωρήστε μου την απλοϊκή διάλεκτο) τους, οίκους που τα κατασκευάζου κι άλλα.
   Σ’ αυτή την υλιστική εποχή που ζούμε με τις ξενόφερτες, καπιταλιστικών χωρών, συνήθειες, δεν εισχωρεί εύκολα η λευκότητα μες στα φυλλώματα των ενστίκτων των ανθρώπων.
  Εδώ παίζουν ρόλο τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων τους.
  Έτσι την παίρνει ο άνεμος και πάει…
  Τρέχουμε όσο μπορούμε να τη φτάσουμε, δύτες στον άνεμο για μια στάλα λευκότητα για την γκρίζα ζωή μας. Ανασταίνουμε δύναμη (γιατί την έχουμε μέσα μας) και τρέχουμε να φτάσουμε στη χώρα του ιδεατού, στη χώρα των αληθινών απολαύσεων. Δε λέμε όχι στην ευδαιμονία. όταν είναι αληθινή.
   Μου γεννάται όμως το ερώτημα. Πώς αντιμετωπίζουμε τους «κυνηγούς» που πανηγυρίζουν για τις ευδαιμονιστικές τους απολαύσεις ως το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους;
   Εμείς επηρεαζόμαστε ή παραμένουμε κυνηγοί ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, ενός ωραίου περίπατου στο μώλο τον παλιό, που περπατούσαμε παιδιά, πλημμυρίζουμε ευδαιμονία σ’ ένα μουσείο ή σ’ ένα μεγαλόπρεπο ναό, αγγίζοντας με τη βλέψη μας την ομορφιά της Τέχνης; Μας αρκεί μια ήρεμη ζωή γεμάτη φως και ήλιο απ’ την ίδια την αγάπη ή ψάχνουμε ψεύτικους ήλιους, κάλπικους, στιγμιαίους που το χρυσάφι τους ξεφλουδίζει με μια ανατολή;
   Μάλλον οι περισσότεροι αρκούνται στο στιγμιαίο που δύει γρήγορα πριν φθάσει, ούτε καν στον εγκέφαλό τους, η ζεστασιά τού κάλπικου ήλιου τους, που δεν έχει δύναμη. Πώς να τους ζεστάνει και δη περισσότερο να τους ροδοκάψει όπως ο αληθινός ήλιος τού Δημιουργού;
   Υπάρχει περίπτωση. αυτά τα τρεχάματα ορισμένων ανθρώπων (μεγάλο ποσοστό) σε λανθασμένους διαδρόμους προς θήραν απολαύσεων, ν’ αναστραφούν, να γνωρίσουν σε ένα βιβλίο, σ’ ένα τραγούδι, σ’ ένα κομμάτι μουσικό του δικού μας του Σαλέα, σ’ ένα έργο τέχνης που οι ίδιοι θα δημιουργήσουν, την αληθινή απόλαυση, την πνευματική ευδαιμονία, που έκταση δεν έχει, μόνο, αλλά και βάρος μεγατόνων, αόρατο για τους άλλους;
   Ίσως ένας καλός παρατηρητής, στη λάμψη των ματιών του, μπορέσει ν’ αναγνώσει γράμμα- γράμμα τη λέξη ευδαιμονία. Γι’ αυτό κυρία μου, σε σένα το λέω που δεν σταματάς να παινεύεσαι πόσα έχεις στην Τράπεζα, πόσα κληρονομάς απ’ τον άκληρο αδελφό σου που αναχώρησε για την αιώνια ευδαιμονία, για σένα που για μια τόση δα δόξα, λακτίζεις όποιον νομίζεις πως βρίσκεται στο δρόμο σου εμπόδιο, ενώ είναι το διπλό σου πρόσωπο, το κακό, που το βλέπεις στο και τρομάζεις…
   Ο καθένας μας βαδίζει τον δικό του δρόμο που ο ίδιος χαράζει με τα «θέλω» του.
   Άλλα τα δικά σου θέλω, άλλα τα δικά μου, άλλα των άλλων. Γιατί λοιπόν να μπω στα δικά σου «θέλω»; Δεν θέλω…
   Αγαπώ τα δικά μου «θέλω». Τον δρόμο μου «εσαρωμένον και κεκοσμημένον» προτιμώ να τον βαδίζω με ένα πρόσωπο μονάχα, αυτό που μου ζωγράφισε η ΑΓΑΠΗ με τις πιο ωραίες μπογιές.
   Νομίζω πως, αλλοίμονο, καύχηση και περιαυτολογία, έστω και για παραδειγματικά φαινόμενα. Είναι απαράδεχτες και οι δύο.
   Τα τζάμια λοιπόν, εν κατακλείδι, πώς να τα σπάσουμε; Δυνάμεθα;
   Πρέπει να εισχωρήσει η λευκότητα στα φυλλώματά μας. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε πνευματικές αληθινές απολαύσεις, για να είμαστε και να φαινόμαστε ευδαίμονες.
   Εδώ συμβαίνει κάτι περίεργο. Τις αληθινές απολαύσεις τις αποκτάς γρήγορα, με απλό τρόπο, δίχως έξοδα πολλά και σε μεγάλη ποσότητα και σου μετατρέπουν το πρόσωπο σε φεγγάρι! Τις ψεύτικες τις αναζητάς σε δύσβατους χώρους, με σπατάλες πολλές, πολύ κόπο και δεν σου φτουράνε. Γυρίζεις στη μοναξιά και στη δυστυχία.
   Αν μπορείς να διακρίνεις τη διαφορά τους, ακολούθησε την πρώτη κατηγορία και δεν θα το μετανιώσεις άνθρωπέ μου,  και συ ιδιαίτερα κυρία, που με ενέπνευσες, να σκεφθώ και να συσκεφθώ με τον εαυτό μου φωναχτά, τόσο φωναχτά, που σας γέμισα τ’ αυτιά ερωτηματικά. Πόσο θα ’θελα να μ’ απαντούσε κάποιος στα ερωτήματά μου.   Π. Ζ.

ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ Νο 61 ΤΟΥ ΚΕΛΑΙΝΩ




Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

3η ΠΑΝΕΥΒΟΪΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΟΙΗΤΩΝ στο ΘΕΑΤΡΟ ΕΛΑΙΩΝ του ΘΑΝΑΣΗ ΑΓΓΕΛΟΥ





Χαιρετισμός της συγγραφέως Παναγιώτας Ζαλώνη κατά την έναρξη
της 3ης Πανευβοϊκής Συνάντησης ποιητών

 Στο βάθος φαίνονται η Μαρία Λάμπρου και ο Κώστα Μπαϊρακτάρης
σπουδαίοι λογοτέχνες της Εύβοιας. Δεξιά ο Θανάσης Αγγέλου.

 Ο Θανάσης Αγγέλου ο δημιουργός του Θεάτρου Ελαιών
παρουσιάζει στο κοινό την Παναγιώτα Ζαλώνη.

 Γιορτάσαμε και τα γενέθλια του Θανάση Αγγέλου
με έκπληξη και πρωτοβουλία της Μαρίας Λάμπρου.

 Ευτυχής ο Θανάσης που γιορτάζει εφέτος τα γενέθλιά του,
 αγκαλιά με την γλυκιά του κορούλα.
Να μας ζήσουν.

Ο κώστας Μπαϊρακτάρης ο σοφός και δραστήριος πνευματικός άνθρωπος
της Εύβοιας, δάσκαλος και λογοτέχνης εύχεται τα χρόνια πολλά 
στον Θανάση Αγγέλου

 Στο πρώτο διάζωμα του Θεάτου περιμένοντας ν' ανοίξει ο ουρανός 
να βρέξει Ποίηση.

 Να και η Φιλίτσα Πασσαλή από το Μπρούτζι  της Χαλκίδας, 
μία καλή συνεργάτης του ΚΕΛΑΙΝΩ

 Οι γυναίκες του Θανάση Αγγέλου
Τρεις γενιές!
Τι ευτυχία!

Παρακολουθώντας την εξέλιξη της ποιητικής βραδιάς, 
Χαλκιδέες Κυρίες, φίλες της ποίησης.

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ ΑΠΌ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΜΠΑΤΣΙΚΑΝΗ





Θέατρο: Χρύσας Ξουραφά, «Αντιγόνη, η αληθινή ιστορία» -
Κριτική Νίκου Μπατσικανή, Συγγραφέας, ποιητής, κριτικός θεάτρου

Σκηνοθεσία: Βάνα Πεφάνη Σκηνικά - Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Μουσική επιμέλεια: Βάνα Πεφάνη, Αντώνης Καραθανασόπουλος
Κινησιολογία: Έλιο Φοίβος Μπέικο Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Βοηθός σκηνοθέτη: Ντέπυ Πάγκα Ηλεκτρική κιθάρα: Αντώνης Καραθανασόπουλος
Μετάφραση κειμένου στα Αγγλικά: Virginia Murray
Φωτογράφος παράστασης: Στράτος Προύσαλης
Δημιουργικό αφίσας: Άλκηστις Μαυροειδή
Walz «Face to face» και «Astradeni»: Μιχάλης Κουμπιός
Ερμηνείες (με αλφαβητική σειρά): Βασίλης Αφεντούλης (Σοφοκλής), Μαρία Δαμασιώτη (Αντιγόνη), Αντώνης Καραθανασόπουλος (Αίμονας), Νικολίνα Μουαίμη (Ισμήνη), Ντέπυ Πάγκα (Μήδεια), Δήμητρα Σύρου (νέα), Γιώργος Χουλιάρας (Οιδίποδας), Χρήστος Χριστόπουλος (νέος)

   Η συγγραφέας Χρύσα Ξουραφά, έχοντας κατά νου την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, την οποία είναι φανερό πως σέβεται και θαυμάζει, έγραψε ένα απολαυστικό έργο -μα όχι κάνοντας διασκευή ή παρωδώντας το- στο οποίο η κεντρική ηρωίδα δεν ακολουθεί τη μοίρα που έταξε ο Σοφοκλής και κατ’ επέκταση ο Κρέοντας στην «αθάνατη» ηρωίδα (να θαφτεί ζωντανή σε υπόγεια σπηλιά και να πεθάνει εκεί, επειδή είχε το θάρρος να παραβλέψει την εντολή του βασιλιά και να ρίξει χώμα πάνω στο σώμα του σκοτωμένου αδελφού της Πολυνείκη) αλλά διεκδικεί το δικαίωμα στην ελευθερία και στον έρωτα. Εντελώς διαφορετική εκδοχή του μύθου, προκειμένου να δείξει μιαν αλλιώτικη πορεία του «θύματος» κάτω από τα καινούργια δεδομένα των ημερών που ζούμε. Ένα όνειρο με άλλη διαδρομή, όπου η ματιά της δημιουργού επισημαίνει την αδυναμία των νέο-Ελλήνων να αξιοποιήσουν καλύτερα την τεράστιας αξίας κληρονομιά των προγόνων τους, αλλά και την βαθιά κρίση των ανθρωπίνων σχέσεων στην ηλεκτρονι-κοποιημένη εποχή μας. Το όλο εγχείρημα, που ως βάση του έχει την αδιέξοδη ερωτική ιστορία μιας κοπέλας κι ενός νέου «σήμερα», «φλερτάρει» συνεχώς με τη γνωστή μας «Αντιγόνη» αλλά και «δραπετεύει» από αυτή, συγχρόνως. Έτσι,  ο  μύθος παίρνει μιαν ανθρώπινη διάσταση, μέσα στην καθημερινότητά μας, με την προτροπή να κοιτάμε πίσω για να μπορούμε να προχωράμε μπροστά. Η δημιουργός εμπλέκει στην ιστορία της ακόμα και τη «Μήδεια», ως ένα ακόμη «θύμα - θύτη» του Έρωτα, αλλά και ως «προϊόν» της γόνιμης φαντασίας του έτερου -νεότερου- τραγικού μας (Ευριπίδη), και αυτό γίνεται με πολύ πετυχημένον τρόπο, καθώς το έργο της βγάζει γέλιο με αναφορές σε «σοβαρά» θέματα, χωρίς να τα διακωμωδεί. Στο τέλος, η δημιουργός επανατοποθετεί την Αντιγόνη εκεί από όπου την «δανείστηκε»: στα αριστουργήματα του Αρχαίου Δράματος.
    Το ανέβασμα ενός τόσο ιδιαίτερου έργου σκηνοθετήθηκε με ευφάνταστον τρόπο από την Βάνα Πεφάνη, η οποία κατάφερε να αξιοποιήσει και να συνθέσει τα στοιχεία που αυτό εμπεριέχει. Επιπλέον, η σκηνοθέτιδα έπραξε σωστά που «πάτησε» πάνω και στα όσα γνωρίζουμε από τον «κλασσικό» τρόπο που παίζεται μια αρχαία τραγωδία, αλλά χωρίς να «εγκλωβιστεί» σε αυτόν. Η σκηνοθεσία της ισορρόπησε ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, στο ακαδημαϊκό και στο μοντέρνο -βοηθός της η Ντέπυ Πάγκα- αναλόγως της κάθε σκηνής και όσων ήθελε να αναδείξει το κείμενο, προσπαθώντας να σπάσει τα «δεσμά» του μακρινού παρελθόντος (όπως και η κεντρική ηρωίδα, η οποία θέλει ζήσει και να μην πεθάνει άταφη, σαν τον αδελφό της στο έργο του Σοφοκλή), αλλά και «πατώντας» πάνω σε αυτό. Αέρινα, μετα-μοντέρνα και διαχρονικά τα κοστούμια του Γιώργου Λυντζέρη και λειτουργικά τα σκηνικά του,  για την τεράστιου βάθους σκηνή του β΄ υπογείου. Η μουσική, την οποία επιμελήθηκαν οι Βάνα Πεφάνη και ο Αντώνης Καραθανασόπουλος, συνέβαλε θετικά στο συνολικό αποτέλεσμα, όπως και οι ευφυείς φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα. Η κινησιολογία του Έλιο Φοίβου Μπέικο υπηρέτησε την παράσταση και, όλα μαζί, εναρμονισμένα, έδωσαν τις κατάλληλες συνθήκες στους ηθοποιούς να αποδώσουν τους ξεχωριστούς ρόλους τους. Τόσο οι δυο νέοι, που παίζουν το σύγχρονο ζευγάρι (Δήμητρα Σύρου  Χρήστος Χριστόπουλος), όσο και οι υπόλοιποι, οι οποίοι υποδύονται μορφές του μακρινού παρελθόντος, είναι άξιοι συγχαρητηρίων για τις ερμηνείες τους: η Μαρία Δαμασιώτη ως Αντιγόνη και ο  Αντώνης Καραθανασόπουλος στον ρόλο του λατρευτού της Αίμονα. Στη «μάχη» που δίνουν -επί σκηνής- δίκην χορού αρχαίου δράματος, αλλά και ως ηρωίδες, εντυπωσίασαν οι Νικολίνα Μουαίμη (Ισμήνη), Ντέπυ Πάγκα (Μήδεια), με τη χαριτωμένη φιγούρα και τα σκέρτσα της η πρώτη, και την αυστηρή μορφή και τις άτεγκτες απόψεις της η δεύτερη (δικαιολογημένες λόγω της προδοσίας που υπέστη από τον Ιάσονα, για τον έρωτα του οποίου είχε εγκαταλείψει τη χώρα της, γονείς και φίλους).  Ο Γιώργος Χουλιάρας ερμηνεύοντας τον τραγικό πατέρα Οιδίποδα -έρμαιο της μοίρας, αλλά και τον άνθρωπο που επέφερε τόσα πολλά και μεγάλα δεινά στη γενιά των Λαβδακιδών, έστω κι αν αυτό έγινε άθελά του- εντυπωσίασε με το στέρεο ταλέντο του, ενώ ο Βασίλης Αφεντούλης στον ρόλο του Σοφοκλή ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του ρόλου του, δοσμένον ακόμη και ως Rock Star. Τέλος, ο Αντώνης Καραθανασόπουλος απέδωσε με ωριμότητα κι ευαισθησία τον ερωτοχτυπημένο αλλά και αρνητή -αργότερα- των υποσχέσεών του Αίμονα, πειθήνιο όργανο του πατέρα του (Κρέοντα), των εξελίξεων και της κατάληξης που έχει ο άνθρωπος και η αγνή – αιώνια αγάπη στις μέρες μας. Παρ’ όλα αυτά, ο ύμνος στον Έρωτα: «Ἔρως ἀνίκατε µάχαν, Ἔρως, ὃς ἐν κτήµασι πίπτεις, ὃς ἐν µαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις, φοιτᾷς δ᾽ ὑπερπόντιος ἔν τ᾽ ἀγρονόµοις αὐλαῖς, καί σ’ οὐτ’ ἀθανάτων φύξιµος οὐδείς οὐθ’ ἀµερίων σέ γ’ ἀνθρώπων». […] (Έρωτα ακαταµάχητε, Έρωτα, που κατακτάς όσους πέφτεις πάνω τους, εσύ που διανυκτερεύεις στα τρυφερά µάγουλα των κοριτσιών και τριγυρνάς πάνω απ’ τις θάλασσες και των ξωµάχων τα κατώφλια, κανείς δεν σου γλυτώνει, θνητός ή αθάνατος, καθώς φωλιάζεις στο κορµί και το µανίζεις). [...] το ωραιότερο κομμάτι της κορυφαίας -κατά τη γνώμη μου- αρχαίας τραγωδίας μας κυριαρχεί και στην παράσταση, που είχα την τύχη να παρακολουθήσω, μαζί με πολλούς ακόμη θεατές και όλοι χειροκροτούσαμε για ώρα τους πρωταγωνιστές, το έργο και την παράσταση που «επανατοποθέτησαν τα πράγματα» στις συνθήκες της εποχής μας, με οδηγό τους τον μεγάλο και ανθρωποκεντρικό πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων. N. M.