Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2021

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΔΥΟ ΜΑΜΑΔΕΣ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ

 

της Λένας Φατούρου

 

   Σήμερα το πρωί η Μυρτούλα ξύπνησε χαρούμενη. Σηκώθηκε σχεδόν χορεύοντας απ’το κρεβάτι και πήρε αγκαλιά το γούνινο αρκουδάκι της. Το έσφιξε ευτυχισμένη πάνω της καθώς του μιλούσε: «Μικρέ μου φίλε, σήμερα θα πάμε βόλτα στα μαγαζιά να ψωνίσουμε καινούργια ρούχα. Θα σε πάρω μαζί μου. Μου το έταξε η μαμά. Θα αγοράσουμε ζεστά ρουχαλάκια, ένα ζευγάρι παπούτσια λουστρίνια για μένα και μία αρκουδίτσα να κάνει παρέα σε σένα. Σύμφωνοι; Σε λίγο θα είμαι έτοιμη».

   Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και η χαρά της Μυρτώς ήταν απερίγραπτη. Δύο ημέρες πριν, είχαν αγοράσει ένα πελώριο δέντρο μαζί με τη μητέρα της και δεν έβλεπε την ώρα να πέσει στην αγκαλιά του ναυτικού μπαμπά της και να το στολίσουν παρέα.  Έτρεξε στην κουζίνα να πιει το γάλα της. «Πρώτα πλένουμε το πρόσωπο μας,» της εξήγησε η μαμά της «κι έπειτα παίρνουμε πρωινό. Γρήγορα στο μπάνιο λοιπόν». Η Μυρτούλα υπάκουσε. Επέστρεψε ύστερα από λίγο σέρνοντας με τα πόδια της τις παντόφλες στο πάτωμα κάνοντας μια σχετική φασαρία.  Κάθισε  να απολαύσει επιτέλους το ζεστό γάλα με τα κορν φλέϊξ που την περίμεναν πάνω στο τραπέζι. Έτρωγε γρήγορα με λαιμαργία ρωτώντας στο μεταξύ με φωνή που πρόδιδε ανυπομονησία τη μητέρα της: «Πότε θα φύγουμε μανούλα;» «Α! Μην είσαι βιαστική Μυρτώ. Αν δεν τελειώσω κάποιες δουλειές που έχω, δεν πάμε πουθενά». Η Μυρτούλα κατέβασε στεναχωρημένη το κεφάλι κι ένα δάκρυ έτρεξε από τα πράσινα ματάκια της. Η μαμά της βλέποντας την έτσι, κατάλαβε… Την πλησίασε και την πήρε  αγκαλιά. «Έλα εδώ μικρή μου να κουβεντιάσουμε λίγο» της είπε, δίνοντας της ένα τρυφερό φιλάκι. Η Μυρτούλα σκούπισε τα μάτια της,  ρούφηξε με δύναμη τη μύτη της και περίμενε ν’ ακούσει.

   «Κοίτα  Μυρτούλα,» άρχισε να της εξηγεί η κυρία Μαριάνθη. «Δε μπορεί πάντα να γίνεται αυτό που θες, ακριβώς τη στιγμή που το ζητάς. Πρέπει να έχεις υπομονή και εμπιστοσύνη σε αυτά που  λέω. Σου έταξα ποτέ κάτι, χωρίς να το πραγματοποιήσω;» «Όχι μανούλα». Απάντησε η  Μυρτώ.

   «Δε θέλω να θυμώνεις μωρό μου, ούτε να στεναχωριέσαι» συνεχίζει να της εξηγεί η μητέρα της. «Σκέψου, ότι υπάρχουν παιδάκια που οι γονείς τους δυσκολεύονται να τους προσφέρουν ακόμα και το φαγητό. Πόσο μάλλον, καινούργια ρούχα. Βλέπουν τις βιτρίνες στους δρόμους με τα Χριστουγεννιάτικα παιχνίδια και το προσωπάκι τους γίνεται λυπημένο, όπως της Όλγας που μένει δίπλα μας. Να ξέρεις, πως είσαι πολύ τυχερή γιατί εσένα δε σου λείπει τίποτα. Επομένως, δεν δικαιούσαι μικρή μου πριγκίπισσα να παραπονιέσαι. Κατάλαβες;»

   Η εφτάχρονη Μυρτώ, συνέχισε να κοιτάζει τη μητέρα της προβληματισμένη? Η κυρία Μαριάνθη της χαμογέλασε, της έδωσε ακόμα ένα φιλί στα κατάξανθα μαλλάκια της και της πρότεινε να πάει στο δωμάτιο της ώσπου να την φωνάξει για την αναχώρηση τους στα καταστήματα. Η Μυρτούλα πήγε στο δωμάτιο σκεφτική, άνοιξε την ντουλάπα της και στάθηκε για μερικά λεπτά να κοιτάζει τα ρούχα. Έπειτα, χώθηκε ολόκληρη μέσα,  άρχισε να ξεκρεμάει μία μία τις κρεμάστρες και τις πέταγε με φόρα στο κρεβάτι της. Ύστερα, άνοιξε τα συρτάρια της σιφονιέρας και έβγαλε έξω μπλούζες, παντελόνια και κολάν. Τα δοκίμασε όλα. Κάποια από αυτά, αγκάλιαζαν πολύ όμορφα το κορμάκι της μα κάποια άλλα,  της ήταν λίγο στενά.  

   Τοποθέτησε και πάλι τις κρεμάστρες στη θέση τους και το ίδιο έκανε με τις μπλούζες, τα παντελόνια και τα κολάν. Ξαφνικά, ακούει τη φωνή της μητέρας της: «Είμαι έτοιμη Μυρτούλα, βγάλε και εσύ σε παρακαλώ τις πιζάμες σου, έρχομαι να διαλέξουμε τα ρούχα που θα φορέσεις».

   Η Μυρτούλα άρχισε να γδύνεται πανικόβλητη. Εντωμεταξύ, στο κρεβατάκι της γινόταν πανικός. Δύο φορεματάκια, μία φουστίτσα, τέσσερις μπλούζες, ένα κολάν και δύο παντελόνια, έπρεπε να διπλωθούν και να μπουν σε μία τσάντα. Εκείνη τη στιγμή, ανοίγει με φόρα η πόρτα και εμφανίζεται φουριόζα, η  κυρία Μαριάνθη. «Τι είναι όλα αυτά;» Ρωτάει την κόρη της. «Γιατί τα έβγαλες όλα σου τα ρούχα παιδί μου στο κρεβάτι; Μην είσαι παράξενη Μυρτούλα, κάτι ζεστό θα φορέσεις. Όχι φόρεμα, όχι φούστα. Χοντρό καλσόν και παντελόνι. Κάνει αρκετή παγωνιά εκεί έξω». «Δεν είναι για μένα μανούλα». Της απαντά με θάρρος αυτή τη φορά η Μυρτώ. «Μπα; Και για ποιον είναι;» «Για την Όλγα. Άσε με να της τα κάνω δώρο σε παρακαλώ μαμά, σε ικετεύω». Η κυρία Μαριάνθη έμεινε άφωνη. Με μάτια γεμάτα δάκρυα, χάιδεψε το προσωπάκι της αγαπημένης της κόρης, λέγοντας της:  «Δε χρειάζεται να με ικετεύεις μωρό μου. Αν ήξερες πόσο περήφανη με κάνεις… αν ήξερες πόσο ευτυχισμένη είμαι αυτή τη στιγμή. Λοιπόν! Έχω μια ιδέα». «Τι  ιδέα μανούλα;» «Θέλεις, να πάρουμε και την Όλγα μαζί μας στα καταστήματα;» Της Μυρτούλας τα ματάκια γούρλωσαν και το πρόσωπο της, άστραψε από χαρά.

«Ναι, ναι» ξεχύθηκε η φωνούλα της στο δωμάτιο. «Να της αγοράσουμε μία ωραία κούκλα λέω εγώ,» φώναξε ευτυχισμένη. «Μία ωραία κούκλα,» συνέχισε η κυρία Μαριάνθη «και ένα ζευγάρι μποτάκια να πηγαίνουν με το μπλε κολάν και τη ροζ μπλούζα». Η Μυρτώ έπεσε στην αγκαλιά τής μαμάς της και την έλουσε στα φιλιά.

 

   Τα βήματα της μικρής Όλγας που είχε καταγωγή από Ουκρανία, ακούστηκαν πίσω από την πόρτα καθώς έτρεχε να ανοίξει. Ανήκε και αυτή σε μεταναστευτική οικογένεια, που έφτασε πριν μερικά χρόνια στην Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Η Μυρτώ στεκόταν τώρα μπροστά της και αφού την καλημέρισε, της πρόσφερε τη μεγάλη τσάντα με τα ρούχα που είχε διαλέξει γι αυτήν από την γκαρνταρόμπα της. Στο μεταξύ ξωπίσω εμφανίστηκε και η κυρία Μαργαρίτα, η μαμά της Όλγας. Οι δύο μαμάδες χαιρετήθηκαν και η κυρία Μαριάνθη εξήγησε την πρόθεση που είχαν  να πάρουν  για μία βόλτα μαζί τους την  κόρη της. «Θέλουμε να πάρουμε μαζί μας την Όλγα στα καταστήματα, αν μας το επιτρέπεται» είπε στη γειτόνισσα της. Και επίσης, η Μυρτούλα μου είχε την ιδέα να της χαρίσει μερικά από τα ρούχα της. Φαντάζομαι να μην σας προσβάλλει αυτή η χειρονομία».

   Η κυρία Μαργαρίτα έκανε την κίνηση να φιλήσει τα χέρια της Μαριάνθης, αυτή όμως τραβήχτηκε και τη μάλωσε γλυκά. «Δε θέλω τέτοια πράγματα» της είπε. «Άνθρωποι είμαστε και ανθρώπινα φερόμαστε. Επί τη ευκαιρία μπορώ να σας ζητήσω, αύριο να έρθετε σπίτι να με βοηθήσετε σε κάποιες δουλειές αν δεν υπάρχει πρόβλημα;» Ρώτησε η Μαριάνθη θέλοντας με αυτόν τον τρόπο, να βοηθήσει και οικονομικά τη δύστυχη γυναίκα. «Ευχαριστώ, ευχαριστώ για όλα» αποκρίθηκε η Μαργαρίτα  «και βέβαια θα έρθω».

   Τα δύο κοριτσάκια, έκαναν σαν τρελά σε κάθε βιτρίνα που χάζευαν. Η μικρή Όλγα ευτυχισμένη, κρατούσε στα χεράκια της τις τσάντες με τα δώρα τόσο σφικτά, θαρρείς και κάποιος θα τις έπαιρνε και θα τις έχανε για πάντα. Μετά από ώρες κουράστηκαν πια. Κάθισαν σε μία καφετέρια και παρήγγειλαν ζεστές σοκολάτες. Η Όλγα κοίταζε με λατρεία την μοναδική αληθινή της φίλη, όταν σε μια στιγμή ακούγεται η φωνούλα της - με αυτόν τον  αγνό τρόπο της ανιδιοτέλειας και της αγνότητας- κοιτάζοντας τη Μυρτώ να λέει: «Σ‘ αγαπώ πολύ Μυρτώ. Θέλω να μείνουμε φίλες για πάντα!» Αγκαλιάστηκαν με τόση αγάπη κι αφοσίωση η μία προς την άλλη, αφήνοντας  για μία ακόμη φορά την κυρία Μαριάνθη άφωνη.

Έτσι, η Όλγα είχε την αγαπημένη της φίλη που την σκεφτόταν και την αγαπούσε, η κυρία Μαργαρίτα απόκτησε μία κυρά αλλά και φίλη που τη βοηθούσε να ορθοποδήσει οικονομικά, η Μυρτούλα ζούσε και μοιραζόταν την ευτυχία της Όλγας, ενώ η Θρησκευόμενη Μαριάνθη με γαληνεμένη ψυχή, ένιωθε πιο κοντά στον Χριστό αφού μία από τις διδαχές του έκανε πραγματικότητα ετούτες τις Άγιες μέρες, όχι μόνο η ίδια αλλά και η μικρή της κόρη, που της ζήτησε να της ερμηνεύσει τι σημαίνουν τα λόγια:   «ΒΟΗΘΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ ΩΣ  ΣΕΑΥΤΟΝ».

   Παραμονή Χριστουγέννων στον εσπερινό, οι δύο μικρές φίλες πιασμένες χέρι χέρι, παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία στην Εκκλησία της ενορίας τους. Στην πλευρά των ανδρών ο κύριος Κωστής,--μπαμπάς της Μυρτώς--- και ο κύριος Τόνυ,--μπαμπάς της όλγας,---- έψελναν χαμηλόφωνα ενώ οι δύο μαμάδες πιο πίσω, καμάρωναν τις όμορφες φορεσιές τα καλοχτενισμένα μαλλάκια των κοριτσιών τους μα πιο πολύ, καμάρωναν την αγνή αγάπη που είχαν μεταξύ τους οι Νεραϊδούλες τους. Κοιτάχτηκαν με νόημα και αφού χαμογέλασε η μία στην άλλη, προσηλώθηκαν και πάλι στην προσευχή τους. Ανήμερα της 25ης Δεκεμβρίου, το μεσημεριανό γιορτινό τραπέζι της φτωχής οικογένειας από την Ουκρανία, μπορεί να μην είχε τα εδέσματα του διπλανού σπιτιού που ζούσαν οι φίλοι τους, είχε όμως ένα ζεστό φαγητό χάριν στην βοήθεια του Θεού και αυτών των καλών ανθρώπων που τους χτύπησαν την πόρτα και άνοιξαν τις αγκαλιές τους, προσφέροντας απλόχερα την ομορφιά της ψυχής τους.

Τα χρόνια πέρασαν, οι δύο φίλες μεγάλωσαν, σπούδασαν, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν έγιναν και αυτές μητέρες, αλλά η φιλία τους έμεινε άφθαρτη στο χρόνο όπως μία πλάκα χρυσού. Πολλά Χριστούγεννα πέρασαν παρέα με τις οικογένειές τους και με τους γερασμένους πια γονείς τους που συνέχισαν να καμαρώνουν αυτή την φιλία και τη δυνατή τους αγάπη. Πολλές φορές θυμούνται οι δύο μαμάδες, τον τρόπο που ξεκίνησε τη διαδρομή της αυτή η γνωριμία ανάμεσα στα κοριτσάκια τους. Πόση αγνότητα είχε… Να! τόση αγνότητα, όση είχαν τώρα τα εγγόνια, που κράταγαν στην αγκαλιά τους. Λ. Φ.

ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ Ν0 75 του ΚΕΛΑΙΝΩ

 


 

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ 11ου ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Ε.Π.Ο.Κ. (2020)

 

 

Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων

Contents:

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ 11ου ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Ε.Π.Ο.Κ. (2020)

Sep 03, 2020 01:10 pm 




Ο Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδος (Ε.Π.ΟΚ.), προκηρύσσει τον 11ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, για το έτος 2020 – 2021 στα ακόλουθα τέσσερα είδη του λόγου:

  1. Ποίηση - Μουσικός στίχος – Σατυρική Ποίηση 
  2. Θεατρικό έργο
  3. Παιδικό παραμύθι ή παιδική ιστορία
  4. Μυθιστόρημα
  5. Δοκίμιο

To 2021 έχει οριστεί πανηγυρικό έτος για τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την ελληνική Επανάσταση του 1821. Για τον λόγο αυτό και το θέμα του διαγωνισμού είναι οι αγώνες του Γένους σε ξηρά και θάλασσα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, οι Ήρωες του 1821 και ό,τι άλλο έχει συνάφεια με το θέμα αυτό. Σας θυμίζουμε πως ο Ε.Π.Ο.Κ. συμμετέχει ενεργά στις διεργασίες της Επιτροπής 1821 με προτάσεις που έχουν ήδη κατατεθεί στην Επιτροπή για αξιολόγηση.


ΟΡΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ:

Δικαίωμα συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό, έχουν όλοι οι ελληνόφωνοι, εντός και εκτός Ελλάδας, άνω των 17 ετών. Οι διαγωνιζόμενοι μπορούν να συμμετάσχουν με ένα έργο ή με δύο εργα από δύο διαφορετικά είδη αλλά όχι με δύο έργα από το ίδιο είδος και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συμμετάσχουν με πάνω από δύο έργα. Τα έργα πρέπει να είναι αδημοσίευτα και δακτυλογραφημένα.

Τελευταία ημερομηνία αποστολής των έργων ορίζεται η 31η Ιανουαρίου 2021 (σφραγίδα ταχυδρομείου).

Οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει να εσωκλείσουν σε μεγάλο φάκελο το έργο τους καθώς και ένα μικρότερο κλειστό φάκελο όπου μέσα θα αναγράφουν τα προσωπικά τους στοιχεία (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση Κατοικίας, Ταχ. Κώδικας, Τηλέφωνο (σταθερό και κινητό), E-mail, τίτλο έργου και ψευδώνυμο).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Στον εξωτερικό φάκελο θα πρέπει να αναγράφεται η ένδειξη ότι η αλληλογραφία αφορά τον διαγωνισμό, π.χ. «Για τον 11ο Λογοτεχνικό  Διαγωνισμό» όπως και το είδος στο οποίο διαγωνίζεστε, π.χ. Για τον διαγωνισμό Ποίησης ή Μουσικού Στίχου ή Θεατρικού κλπ.

Σε περίπτωση που ένας διαγωνιζόμενος λάβει μέρος σε περισσότερα από ένα είδος  (π.χ. ένα ποίημα  και ένα μυθιστόρημα), θα πρέπει να βάλει το κάθε έργο σε ξεχωριστούς φακέλους που ο καθένας τους θα περιέχει ξεχωριστό κλειστό μικρό φάκελο προσωπικών στοιχείων, αναγράφοντας απ’ έξω τις σχετικές ενδείξεις και να τοποθετήσει τους μεγάλους φακέλους μέσα σε έναν μεγαλύτερο, στον οποίο θα αναγράφεται η ένδειξη «Για τον 11ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό».

Το ποίημα θα πρέπει να μην υπερβαίνει τους 30 στίχους,  το θεατρικό τις 100 σελίδες, το παραμύθι τις 6 σελίδες, το μυθιστόρημα τις 90 σελίδες, το Δοκίμιο τις 15 σελίδες. Κάθε έργο θα πρέπει να σταλεί σε τρία δακτυλογραφημένα αντίτυπα με ψευδώνυμο επάνω δεξιά. Το μέγεθος των χαρακτήρων θα πρέπει είναι 12 σε γραμματοσειρά Arial. Οποιοδήποτε μεγάλο σημάδι, φωτογραφία, σχέδιο ή στίγμα πάνω στο διαγωνιζόμενο κείμενο, θα το καθιστά άκυρο από τη διαδικασία. Η μη τήρηση των παραπάνω όρων συνεπάγεται αποκλεισμό των διαγωνιζομένων.  Έργα που η θεματολογία τους δεν θα έχει συνάφεια με το κύριο θέμα του διαγωνισμού θα εξαιρούνται.

Η αποστολή των έργων θα πρέπει να γίνει ταχυδρομικά με ΑΠΛΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ (ΟΧΙ ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ)στην κατωτέρω διεύθυνση:


Ε.Π.Ο.Κ. (Υπόψη Προέδρου κ. Ηρακλή Ζαχαριάδη)

Μικράς Ασίας 55 - 115 27 - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ -  ΑΘΗΝΑ


Τα ονόματα των διακριθέντων, καθώς και η ημερομηνία και ο τρόπος της απονομής των βραβείων θα ανακοινωθούν στην ιστοσελίδα του Ε.Π.Ο.Κ., www.epok.gr  


Απαραίτητη προϋπόθεση για να συμπεριλάβουμε το έργο σας για αξιολόγηση είναι να έχετε εγγραφεί στη λίστα ενημερώσεων (newsletter) του συλλόγου μας πατώντας ΕΔΩ αν δεν το έχετε κάνει ήδη έτσι ώστε να διευκολύνετε την επικοινωνία μας μαζί σας.


Η μη τήρηση των παραπάνω όρων συνεπάγεται αποκλεισμό των διαγωνιζομένων. Επειδή στα μη βραβευθέντα έργα δεν αποκαλύπτονται τα προσωπικά στοιχεία των διαγωνιζομένων, δεν υπάρχει η δυνατότητα πληροφοριών για την επίδοσή τους, καθώς και δεν δίδονται πληροφορίες αναφορικά με τη βαθμολογία τους. Τα αποσταλέντα έργα δεν επιστρέφονται, ενώ ο κάθε διαγωνιζόμενος θα μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή των προσωπικών του στοιχείων και του έργου του. Ανεξαρτήτως του αν θα βραβευθούν, τα έργα που θα μας αποσταλλούν δεν επιστρέφονται. Όλα τα προσωπικά στοιχεία των διαγωνιζομένων που λάβουμε θα χρησιμοποιηθούν και ενδέχεται να κοινοποιηθούν σε τρίτους για θέματα σχετικά με το διαγωνισμό. Με την αποστολή της συμμετοχής σας συμφωνείτε με τους όρους του διαγωνισμού.


Πληροφορίες για τον διαγωνισμό:

  • Ηρακλής Ζαχαριάδης, Πρόεδρος ΕΠΟΚ (693 7554184)
  • Στο email  kypriakosellinismos@yahoo.gr
  • Στην ιστοσελίδα www.epok.gr

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Τ´ Αϊ-Γιαννιού του Ριγανά !


γράφει η Κατερίνα Κουτσούνα


   Οι νοικοκυρές αχάραγα ,συχνά με τη συντροφιά των παιδιών που το βρίσκαν μεγάλη διασκέδαση και μπρου ακόμα βαρέσει η πρώτη καμπάνα που με τον ήχο της ο παπά Γιώρης καλούσε τους πιστούς στη λειτουργία της γιορτής, ξεχύνονταν στα πέριξ, όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν ριγανότοποι και δεν ήσαν λίγοι ετούτοι , απ´ όξω από την πόρτα τους μέχρι απάνου τα βουνά και τα χωράφια , στους Καλούς, στον Κόλυμπο, στο Μεγαβούνι, στον Ταξιάρχη ! Η Μοφκίτσα μοσκοβολάει ρίγανη από γεννησιμιού της ! Η σπιρτάδα της ακόμα βαράει τη μύτη μου κι ας έχουν περάσει τόσοι χρόνοι που έχω να τρέξω τέτοια μέρα στα βουνά, γιατί εκείνη είναι η πιο καθάρια κι η πιο σπιρτόζα, η πιο θανατερή σε γεύση και γιατράδα .....
   Πότε με τη νόνα, πότε με τη μάνα, πότε κι ούλες αντάμα, ετούτο το γιουρούσι δεν ξεχνιέται από τα παιδιά, πηγαίναμε, όχι δα, εξορμούσαμε για τη συλλογή της ρίγανης, γιατί έτσι το ήθελε το έθιμο, αφού τώρα η ρίγανη είναι στις δόξες του ανθίσματός της, στις δόξες των πολύτιμων συστατικών της. Να πιάσουμε ρίγανη, να νιώσουμε ζωή!
   Δεν ξέρω αν ήταν η απληστία για το ποιος θα μάζευε την περσότερη και γιατί τούτο ποτέ μου δεν κατάλαβα, αφού όποια ώρα τη χρειάζονταν, έτσι έκαμναν δυο βήματα πιο έξω από το σπίτι τους και την είχαν, φρέσκια ή ξερή, ξέρω όμως πως η χαρά ετούτης της απληστίας είναι ακόμα χαραγμένη μέσα μου ,βαθιά μου ,με χαρακιές ανεξίτηλες, με δυο ρουθούνια τόσα δα να ρουθουνίζουν τη μυρουδιά της σαν άλογα που φρουμάζουν όταν βρίσκονται σε οίστρο, με μια αγκαλιά γιομάτη θησαύρισμα μεθυστικό ,στ´ αλήθεια μεθυστικό, γιατί αν σ´εύρισκε ο ήλιος να μαζεύεις η σπιρτάδα της θα σ´έριχνε στα σίγουρα χάμω, με ένα κέφι που δε θύμιζε στιγμή τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης του χωριού, με μια λαχτάρα από ´κείνες που μοναχά τα μικρά παιδιά έχουν όταν κόβουν λουλούδια, με μια ιστορία που καταγράφεται μόνιμα στην ψυχή σου, σαν ένα δώρο θεϊκό και είναι τ´ ορκίζομαι και είναι το νιώθω!
   Τα ψιλολουλουδάκια της ,που μερικά βιάστηκαν κι έδεσαν σποράκια κιόλανε, αέρινα και προκλητικά αδημονούσανε θαρρείς πότε θα πέφτανε στην αγκαλιά των κοριτσιών για να σμίξουν με της παρθενίας τους την αθωότητα, για να νοστιμεύουν τα ψητά και βραστά τους, για να γίνουν ρόφημα γιατρευτικό, για ν´ ακουμπήσουν απάνου στο πονεμένο δόντι να διώξουν ή να καταλαγιάσουν τον πονόδοντο, για να διώξουν το κακό από το σπίτι, για να χαρίσουν ενίοτε ομορφάδα ακόμα και στα βάζα.
   -Τι τα θέλουτε ζάβαλε τα βοτάνια στα βάζα ; Όξω δεν τα χαιρόσαστε πιότερο , έλεγε συχνά η νόνα . Μπας κι είχε άδικο; Οι βουλές του ανθρώπου όμως πάνε κατά τα γούστα του.
   -Ν´ αφήνουτε και καμπόση για σπόρο, ορμήνευε η μάνα .Να ´χουμε και για του χρόνου. Δεν τα ,,ξεμπουντουλώνουμε,, τα βοτάνια . Ούτε τα ξεριζώνουμε!
   Και το κάναμε έτσι ,όπως μας ορμήνευε ή όπως μας διάταζε αν δεν υπακούαμε με την πρώτη. Η πρόνοιά της και η πρόνοια της φύσης ,που εφοδίασε το φυτό με παχύ ριζικό σύστημα ήταν ικανό να χορτάσει και την απληστία μας στη συλλογή και να πετάξει φρέσκια ρίγανη του χρόνου.
   Ήρθαν καιροί που η εμπορικότητα της ρίγανης εκτοξεύτηκε στα ύψη ,εκεί γύρω στο 1960-´70 , που οι ειδικοί της εμπορικής βιομηχανίας ξεγελούσαν με φτωχό αντίτιμο τους κατοίκους και τους υποχρέωναν να μαζεύουν ρίγανη εμπορεύσιμη. Τότε ξεχύνονταν κι από άλλα μέρη συλλέκτες που δε σέβονταν τους κανόνες και ξερίζωσαν το φυτό με αποτέλεσμα να μην υπάρχει όση ρίγανη παρήγαγε ο τόπος. Ήρθαν και οι πυρκαγιές και για μεγάλο χρονικό διάστημα η μοσκοβολιά ετούτης της σπιρταδένιας ριγανοσυλλογής είχε εκλείψει .

Ήτανε σα θάνατος ετούτο! Ήτανε σα θλίψη, όχι σα θλίψη, ήτανε θλίψη ! Έβγαινες και δε συνάνταγες εύκολα ριγανόξυλο ούτε ξερό ,όχι ανθισμένο ! Και τώρα που είπα ριγανόξυλο....
   Με δαύτο τρουπάγανε το ψωμί μπρου πέσει στο φούρνο, με δαύτο σκαλίζανε το πονεμένο δόντι, με δαύτο ορίσανε για πρώτη βολά την οδοντογλυφίδα.
   Δεν ξεχνώ τότε που τα σπίτια γίνανε αποθήκες ρίγανης . Ούτε τη μάνα μου ξεχνώ που τα κουβάλαγε στον ώμο της τίγκα στο γιόμο, ούτε τη λιγοψυχιά της από τη σπιρτάδα ξεχνώ . Ήτανε τιμωρία ετούτη του φυτού για την απληστία της υπέρμετρης συλλογής; Η άμυνα ήταν του φυτού, η άμυνα ! Η μάνα μου όμως έπεφτε λιπόθυμη καθώς την έπιανε η ζέστη στην επιστροφή της από τα χωράφια κι από τα βουνά κι ακούμπαγε πεταχτά τα τσουβάλια στο πάτωμα και τ´ άνοιγε αμέσως , να μην ανάψουν,, . Ένα θυμάμαι ακόμα. Κανείς μας δεν αρρώστησε εκείνους τους χειμώνες! Η ευεργετική σπιρτάδα σήκωσε τη σημαία της υγείας ψηλά κι έγραψε στον αστερισμό ,,του καθενού, μας πολύχρονη ευκή.
   Ήτανε κι ο Άγιος που τη βλόγαγε τη ρίγανη να πληθαίνει, ήτανε ο ίδιος που βλόγαγε και τους κατοίκους να ’ναι καλά και να μαζεύουνε κάθε χρόνο στη γιορτή του ρίγανη.
Βάνανε που λέτε τα πρόβατα, στο στάλο, μιας κι οι ζέστες του καλοκαιριού έσφιγγαν καθώς τράβαγε στο τέλος του ο Γιούνης και όταν η ρίγανη ξεραινότανε στον ίσκιο για να κρατεί το χρώμα της, τη μαυρισμένη δεν την έπαιρναν οι εμπόροι και πήγαινε στράφι ο κόπος τους ,στράφι κι η ρίγανη, αρχίναγε το κοπάνισμα, ο αγώνας. Συχνά φρουουουου, ένα-ένα κλωνάρι το τράβαγαν και με μια κίνηση έπεφτε ούλος ο θησαυρός του στο απλωμένο σεντόνι, που γινότανε άχρηστο και το φυλάγανε μοναχά για τέτοιο σκοπό έκτοτε . Κι απλωνότανε ολόγυρα εκείνη η αψάδα της η θεραπευτική κι εκείνο το αλησμόνητο άρωμά της. Ύστερα έτριβαν ανάμεσα στις δυο τους παλάμες να θρυμματιστούν και τα φύλλα, κοσκίνιζαν με το ,,καλμπούρι,, να πέσει
κατακάθαρη χάμω και να μείνουν απάνω τυχόν ,,σούραφλα,,. Κι ούλα ετούτα για ένα φράγκο το κιλό (την οκά μάλλον τότε ) καθαρή! Έρμη φτώχεια τι τράβαγες και τι τραβάς για τα συμφέροντα των δυνατών! Ατέλειωτες ώρες προετοιμασίας για μια ,,δραμή,, , όπως έλεγε και η νόνα!
   Η αψάδα κόλλαγε στο σπίτι, το άρωμα δεν έφευγε με τίποτα. Θύμιζε τον αγώνα ούλο το καλοκαίρι κι έστρωνε τα όνειρα με το διάφανο πέπλο της ελπίδας για καλυτέρεψη της ζωής μέσα στις ανάγκες της.
   -Πιάστε ρίγανη παιδιά! Πιάστε ρίγανη χωριανοί! Είναι τ´ Αϊ-Γιαννού του Ριγανά! Όποιος δεν πιάσει ρίγανη και δεν τη μυρίσει σήμερα, δε θα ιδεί άσπρη μέρα…!
Έθιμα αγαπημένα που νοστιμίζατε τη ζωή των ανθρώπων, που αρμέγατε τον ψυχισμό τους πεντακάθαρο κι αγνό κι αρμενίζατε τους πόθους τους στα πέλαγα της ευτυχίας με της ανάγκης τους την πεθυμιά να γίνεται ευλογία, με της λαχτάρας τους τη ζέση να γίνεται όνειρο, με της φτώχειας τους την ανοχή να γίνεται πλούτος!
   Με το κοίταγμα στο πηγάδι με τη φεγγαροβραδιά να βρίσκουν οι κοπελιές τον άντρα, που θα τις έπαιρνε, θα τις παντρευόταν δηλαδή ......
   Χρόνια πολλά Κλήδονα! Χρόνια πολλά χωριανοί! Χρόνια πολλά Μοφκιτσάνοι!
Τι που σήμερα παραμένουν στη θύμησή μας τα δρώμενα ετούτα! Τι που λιγόστεψαν οι άνθρωποι της Μοφκίτσας; Τι που δε βλέπεις πια παιδιά να πηλαλάνε και νοικοκυρές να σηκώνονται πρωί για να πιάσουν πρώτοι ρίγανη! Η ρίγανη πιότερο ριζώνει στα ήσυχα ριγανοτόπια της, πιότερο θεριεύει κι ομορφαίνει τον τόπο. Δρόμοι, πεζούλες, κακοτοπιές.. εκείνη είναι δυνατή, φυτρώνει παντού. Οι λίγοι που απομείναμε, στο πέτρινο χωριό, που λέει κι ο Σπύρος ο πατριώτης μου, σκορπάμε τους σπόρους της παράδοσης στους νιότερους για να μη σβήσει, για να ’ρθει πίσω ο καιρός που τ´ όμορφο χωριό μας θα γιομίσει κόσμο και θα λικνίσει τη νέα γενιά που θα κατοικήσει τα σπίτια του, θα δουλέψει τα χωράφια του, θα τηρήσει τις παραδόσεις του. Όλα ανακυκλώνονται, όλα υπόσχονται, όλα ζουν...

Ρίγανη κι αν εμύρισα ξενιτεμένος νιώθω
Να γίνει ετούτο το χωριό Παρίσι, έχω μεγάλο πόθο!
Από τα παιδικάτα μου ετούτο ονειρευόμουν,
επάσκιζα, ονειρευόμουν κι άστοχα αντρειευόμουν
π´ έβλεπα με το βάσανο τη μάνα μου στον ώμο...,
π´ αγνάντευα κι εμάζευα λουλούδια από το φλώμο....
Π´ επήγαινα του Ριγανά ρίγανη να μαζέψω ,
π´ εχάραζα το όνειρο στο νου μου μέσα κι έξω ......
Βλόγα το Αϊ-Γιάννη Ριγανά ετούτο τ´ όνειρό μου.
Βλόγα το κι άστο ολάκερο να μένει στο πλευρό μου....
Κι ως θα σφαλούν τα μάτια μου στου χρόνου την κεραία,
να νιώθω τη Μοφκίτσα μου χορτάτη, πανωραία....
Να πηλαλούνε τα παιδιά σαν το νερό στη βρύση .
Να παίζουνε χαμόγελα στην όμορφή σου φύση!
Κοιτάζοντας τον ουρανό συχνά να μαρτυράνε
πως κάποτε εδώ έζησαν άνθρωποι που φοράνε
ακόμα τον αέρα σου, μυρίζουν τ´ άρωμά σου...
Κι αν γίναν άστρα τ´ ουρανού, παιδιά ήσαν δικά σου!
Κι όλοι μαζί στον τόπο μου, νεκροί κι αναστημένοι
ή ζωντανοί, ολοζώντανοι θα ´ναι αγαπημένοι!

            Κατερίνα Κουτσούνα

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2020