Σάββατο 16 Ιουλίου 2022

Ο Καραγκιόζης σε γαλλικό εστιατόριο

          

                                                                                         Συγγραφέας: Νίκος Μίχαλος


 

Εστιατόριο «ΜΑΣΣΑΛΙΑ»

Καραγκιόζης: (Μονολογεί) Τι ωραία που περνάνε όλοι, εδώ στη Μασσαλία. Φαγητά έχουνε φίνα κι αν μπορέσω να μπω μέσα, θα ρημάξω την κουζίνα. (Μπαίνει μέσα στο εστιατόριο)

Γκαρσόν: Μπονσουάρ μεσιέ Καραγκιοζέ, πέρασε, ασέ γιε βού.

Καραγκιόζης: Άσε τα ρεζερβουάρ, άσε και τα σε ντε βου, φέρε γρήγορα μενού.

Γκαρσόν: Βου παρλέ φρανσέ μεσιέ;

Καραγκιόζης: Δεν παρλάρω γαλλικά, πάρλα εσύ ελληνικά. Φέρε μου καλό μεζέ κι ένα πιάτο φασολέ.

Γκαρσόν: Φασολέ απαγορέ, ξέρετε γιατί μεσιέ.

Καραγκιόζης: Τότε φέρε το μεζέ.

Γκαρσόν: Έχουμε κοτοπουλέ, βουλέ βού κοτοπουλέ;

Καραγκιόζης: Ναι, αλλά ψητέ σουβλέ.

Γκαρσόν: Βουλέ βου μακαρονέ;

Καραγκιόζης: Άμα έχουν τρύπες ναι, και να είναι φρικασέ.

Γκαρσόν: Πάω κι έρχομαι μεσιέ. (Σε λίγο) Βουαλά κοτοπουλέ, βουαλά μακαρονέ.

Καραγκιόζης: Άστα και αλέ, αλέ.

Γκαρσόν: Βουλέ βού καφέ απρέ;

Καραγκιόζης: Άσε πρώτα μασουλέ και μετά φέρνεις καφέ.

Γκαρσόν: Πώς πληρώνετε μεσιέ, μετρητοίς ή αλά καρτ;

Καραγκιόζης: Θα σκεφθώ και θα σου πω. Φέρε πρώτα το κρασί, πιάσε μου ένα μπορντώ, σε μεγάλο μπουκαλέ.

Γκαρσόν: Πάω και θα ξαναρθώ, μ’ ένα κόκκινο μπορντώ.

Καραγκιόζης: Πριν να φύγεις όμως, πες μου, πού είναι η τουαλέ;

Γκαρσόν: Όπως βγαίνετε α γκός (δηλαδή αριστερά).

Καραγκιόζης: Ό,τι πρέπει για να στρίψω, να λακίσω σαν λαγός!

Γκαρσόν: (Σε λίγο) Βουαλά κρασί μπορντώ, βουαλά λογαρια-σμός. Πώς θα πληρωθούν μεσιέ, μετρητοίς ή αλά καρτ;

Καραγκιόζης: Γράψτα όλα βερεσέ. Έτσι κάνω όπου πάω.

Γκαρσόν: Ω, μεσιέ είναι ντροπή.

Καραγκιόζης: Τότε κράτα τη μισή και την άλλη τη μισή, τύλιξέ τη σε χαρτί.

Γκαρσόν: Σας παρακαλώ μεσιέ, αν τα γράψω βερεσέ, χάνεις δώρο σαμπανέ. Αν πληρώσεις μετρητοίς, παίρνεις δώρο και κρασί, για να ξαναρθείς ισί, στο δικό μας μαγαζί.

Καραγκιόζης: Αν με ξαναδείς εσύ, κάποιο θάμα θα γενεί.

Γκαρσόν: Περιμένω στη γωνιά, να μου δώσεις τα λεφτά. Βερεσέ όμως δεν έχει κι αν δεν έχεις να πληρώσεις θα’ρθω με τ’ αφεντικό, να σε κάνει μπλε μαρέν.

Καραγκιόζης: Ωχ μανούλα μου, τί θα κάνω τώρα, για να γλιτώσω το ξύλο, πρέπει κάνει να σκεφτώ, για να στρίψω όπως λένε γαλλικά, το γκαρσόνι με κοιτάζει, πώς θα εξαφανιστώ;

Γκαρσόν: Τελειώνετε μεσιέ, έχουμε κι άλλη δουλειά.

Καραγκιόζης: (Σε λίγο φωνάζει) Γκαρσονέ, ε γκαρσονέ, έσπασε ένα κουμπί από το παντελονί. Θα μου πέσει το βρακί, φέρε γρήγορα κλωστή, για να ράψω το κουμπί και μετά θα πληρωθείς.

Γκαρσόν: Αταντέ, υπομονή, θα γυρίσω στο λεπτό.

Καραγκιόζης: Ό,τι πρέπει για να στρίψω και να εξαφανιστώ, μέσα από την τουαλέτα, όπως βγαίνουμε α γκος. Γεια χαρά σου γκαρσονέ, μωρέ χόρτασα μεζέ, πάω τώρα για Ελλάδα, την εβόλεψα στο τζάμπα, αλλά όταν θα ξαναρθώ ή με σμόκιν ή με φράκο, θα τους πω είμαι ο Δούκας Καραγκιόζ ντε λα Μπερντέ. Και στο τέλος θα τους πω, στείλτε το λογαριασμό, στο Maison ντε λα Παράγκα, αριθμός 00.

Αγλαΐα: Ε, Καραγκιόζη, ξύπνα! Τι έπαθες πάλι και λες στον ύπνο σου κοτοπουλέ, μακαρονέ, σαμπανέ και άλλα τέτοια;

Καραγκιόζης: Τι να κάνω ρε γυναίκα, τώρα πια φαί έχει μόνο στον ύπνο. Ήμουνα λέει στη Γαλλία, στην ωραία Μασσαλία, έτρωγα και έπινα μεζεδάκια και κρασί, αλλά με ξύπνησες εσύ κι έχασα και τη σαμπάνια, δώρο από το μαγαζί. Τώρα πάλι φασολάδα, στην ωραία μας Ελλάδα!

    


Τρίτη 19 Απριλίου 2022

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

  22ος Ετήσιος Διεθνής Διαγωνισμός Ποίησης,

του Λογοτεχνικού περιοδικού «Κελαινώ»

 

Θέμα: Την Πατρίδα μ’ έχασα…

(Ξεριζωμός, συνωστισμος,προσφυγιά)

 

Συμμετοχή μ’ ένα ποίημα, (ανέκδοτο και αδημοσίευτο οπουδήποτε), γραμμένο σε ηλεκτρονικό υπολογιστή , (γραμματοσειρά Times New Roman No 14) στη Νεοελληνική, σε οποιαδήποτε μορφή ποιητικής έκφρασης, όχι περισσότερο  από 32 στίχους, χωρίς οι στίχοι να είναι πολυσύλλαβοι και σ’ απλό διάστημα. Οπωσδήποτε  μόνο μία σελίδα Α4 το γραπτό σας και το ψευδώνυμό σας (μονολεκτικό και όχι ονοματεπώνυμο) επάνω δεξιά στη σελίδα.

Στέλνετε το ποίημά σας, σε τέσσερα (4) αντίτυπα, με απλό ταχυδρομείο (όχι συστημένο) έως 30 Ιουνίου 2022 (σφραγίδα Ταχυδρομείου) προς:

Κυρία Παναγιώτα Ζαλώνη,

Ζαλόγγου 16,

Ίλιον, 131 23, Αθήνα.

Για τον Ποιητικό διαγωνισμό 2022

 

Ως αποστολέα βάζετε το ψευδώνυμό σας και όχι τα πραγματικά σας στοιχεία. 

Στο φάκελο αποστολής εσωκλείετε κι ένα μικρότερο κλειστό φάκελο, όπου είναι γραμμένο, απ’ έξω, το ψευδώνυμό σας (μονολεκτικό) και μέσα, σε χαρτί, γραμμένα  (όχι χειρόγραφα):  ψευδώνυμο, ονοματεπώνυμο, τίτλος ποιήματος, e-mail (οπωσδήποτε), σταθερό τηλέφωνό και την πλήρη ταχυδρομική διεύθυνσή σας.

Μη συνοδεύετε τα στοιχεία σας, με το βιογραφικό σας, λειτουργεί αρνητικά.

Τα αποσταλλέντα έγγραφα δεν επιστρέφονται, η δε κρίση της επιτροπής του διαγωνισμού, θεωρείται οριστική.

Για περισσότερες πληροφορίες: στην κα Παναγιώτα Ζαλώνη: στο Messenger.

 

                                                Από τη Διεύθυνση του ΚΕΛΑΙΝΩ

                                                           

 

 

 

ΔΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ


 

Ο Κολλητήρης μαθαίνει κομπιούτερ

Συγγραφέας: Νίκος Μίχαλος

14/03/2015

Καραγκιόζης: Σήμερα αγαπητό κοινό ο γιος μου ο Κολλητήρης, θα μας πει τι έμαθε στη σχολή κομπιούτερ, για πες μας, λοιπόν, Κολλητήρη;

Κολλητήρης: Ας τα μπαμπάκο, έφαγα ξύλο, μου είπανε να πατήσω τα κουμπιά του κουμπιάτωρα, έτσι το λένε Ελληνικά το κομπιούτερ, γιατί είναι γεμάτο κουμπιά. Εγώ ανέβηκα στο τραπέζι, τα πάτησα όλα μαζί με τα πόδια και πάει το μηχάνημα.

Καραγκ.: Δηλαδή πήγες για πληροφορική και έφερες πληροφορίες κακιές αφού έφαγες ξύλο; Τα ’κανες σαλάτα, Ρώσικη, για πες μου πως είναι το μηχάνημα όμως και τι κάνει;

Κολλητ.: Από ότι είδα απ’ τους άλλους μαθητές ο κουμπιάτωρας έχει 100 κουμπιά και βάλε, πατάς κάποιο και λέει στο τζάμι φέσι μπουκ, πατάς άλλο και λέει γιου-τουβλ.

Καραγκ.: Μη μου πεις ότι και το μηχάνημα κατάλαβε ότι είσαι τούβλο και να ξέρεις το μηχάνημα το λένε πι-σι.

Κολλητ.: Ό,τι πεις εσύ, θα σου πω τώρα μπαμπάκο τι κάνει το φέσι μπουκ, εκεί μέσα βλέπεις μουτσούνες και στο γιου-τουβλ έχει διάφορα, το ποντίκι, όμως, τα ξετρυπώνει όλα αλλά φαί τσάμπα δεν βρήκα πουθενά.

Καραγκ.: Εμένα με βρήκε το ποντίκι ή όχι;

Κολλητ.: Όχι, μπαμπάκο, γιατί  εσύ δεν είσαι γραμμένος στο ντίρινετ, γιατί θα τους πάστωνες στο ξύλο όλους.

Καραγκ.: Παιδί μου, δεν το λένε ντιρινέτ, αλλά ιντερνέτ αλλά εμένα με ξέρουν όλοι δεν τον χρειάζομαι τον κουμπιάτωρα ευτυχώς που δεν τον είπες αλιγάτορα, κοπριτάκι μου.

Κολλητ.: Ξέχασα να σου πω μπαμπάκο ότι εκεί βάζεις και αγγελία αν θέλεις να πουλήσεις κάτι.

Καραγκ.: Και τι να πουλήσουμε ρε Κολλητήρη, το γάιδαρο.

Κολλητ.: Όχι, το γάιδαρο τον θέλουμε, να πουλήσουμε το παλιό πιθάρι, έτσι κι αλλιώς κάθε βράδυ κοιμάται η γάτα μέσα. Τι να το κάνουμε;

Καραγκ.: Και πού θα κοιμάται η γάτα αν το πουλήσουμε;

Κολλητ.: Τότε να το βγάλουμε έξω να μαζεύει τη βροχή και να κάνω μπάνιο εγώ, τι λες; Όσο για τη γάτα να τη βάλουμε στα καλλιστεία του κουμπιάτωρα και να πάρουμε λεφτά πολλά αν κερδίσει.

Καραγκ.: Πήγαινε να φέρεις τη γάτα λοιπόν, που ξέρεις καμμιά φορά μπορεί να κερδίσουμε.

Κολλητ.: Δεν γίνεται μπαμπάκο, η γάτα τ’ άκουσε όλα και ανέβηκε στα κεραμίδια και δεν κατεβαίνει.

Καραγκ.: Βρε ατυχία, να μην είμαστε και εμείς στο φέσι μπουκ για να πούμε στο κοινό για το θέατρό μας και την αυριανή παράσταση;

Κολλητ.: Μπαμπάκο, θα πω ένα τραγουδάκι∙ Αγγλοελληνικά, άκουσέ το: Άμα θες να φύγεις γκό, άμα θες να μείνεις στέη, στοπ μονάχα να γκρινιάζεις αλλιώς χήαρ να μη στέη.

Καραγκ.: Θεοπάλαβο είναι το τραγούδι και εσύ στοπ όμως τώρα, η παράσταση τελειώνει. Καληνύχτα αγαπητό κοινό και αύριο πάλι εδώ