Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014




Τραγούδι ποταμού

            ( RIVER’S SONG )


Με ροή χάλυβα

το κυλιόμενο νερό

διαπερνά τους βράχους

και τους μεταμορφώνει σ’ αστέρια

ο ήλιος και το φεγγάρι αποτυγχάνουν

να περπατήσουν την οξύτητά του

ο θρήνος των βράχων

μετατρέπεται σε τραγούδι ποταμού

            R. K. SinghIndia

Translation by Antonios Zalonis




            I am longing for a kiss

I am longing for a kiss.

Oh, my lips are orphaned.

On these days, so old like those in fairy tales!

My feelings are so alive and I can’t bear this loneliness.

Who has left this misery with me alone?

Why love this misery as if it were something precious?

Why accept the way the world is?

How to deal with being so obviously young and

Unleashed, like morning light and evening dusk?

Why care for rumors of not being faithful?

I am longing for a kiss.

            Hadaa Sendoo



Pascoli al mare   

Lassù, sulla verde collina,

sotto un cielo d’azzurro intenso,

placido pascola il gregge,

mentre il pastore riposa

sotto l’albero di fico,

dopo aver mangiato i frutti prelibati.

Davanti a sé il mare,

brillante come uno specchio

al sole di mezzogiorno.

L’odore di salsedine

si spande intorno.

Giovanni Campisi-Italia


            Friday of passion


My Lord, let the cock not crow again,

if my body overflows with sins

there isn’t any room for my regrets.

I’m both Herod and Pilate.

My Lord, let the cock not crow again.

But this night is full of mysteries!

I have never seen such dark clouds,

like huge rollers, in multitude,

whirling go by, and this wind

hissing the death.

Alas! The wisteria

gets stripped off in atoms of weeping

and noises come from far off,

chocked screams of the dying

the lightning crashing over the hill,

has burnt the wood…

Why do You keep me away from Your way?

My Lord, let the cock crow again,

let it crow again, crow again,

and never it never stops,

till it has prostrated hear Your Cross,

until Your forgiveness descends on my head.

There is a last day for everybody,

My Lord, let the sun shine on me.

            Domenico Deflice – Italy


            Prelude –Πρελούδιο


Να λάμπεις σαν αστέρι

να ’σαι πάντα σαν το φεγγάρι

θερμός να ’σαι καθώς ο ήλιος,

απαλός σαν το μπουμπούκι,

αγνός σαν του λουλουδιού το πέταλο

και σαν το νερό να κυλάς…

Τη νύχτα τα αστέρια πεζοπορούν

τη νύχτα το φεγγάρι κρύβεται,

κοίτα τον ήλιο πλυμένο απ’ τον άνεμο.

            Baek Han-Yi – Korea

Translation:Δανάη Παπαστράτου




Wherever I passed

whatever I gained

all is now finished…

All the voices,

the echoes, the sounds,

the silences, the walls,

all these are now


drifting in Eternity’s path..

I will only exist

in the dust

of the Universe…

            Dina Amanatides-Australia







I am amazed how

The glass of jealousy has overflowed

Into thw same water we drank

As children


I am amazed that the sun

Which warmed our hearts, is lost,

And light has turned into darkness.


I am amazed how life has changed.

It is the unsolvable mystery

Like a stream, flowing headlong to bedlam.


Now distance separates us,

The bridge broken in two

I sense that the stream

Will become a river…

            Katie Pavlou-Australia


The house of those who left


They have been seized by the wave of escape,

they left their absence

and left seven mountains long.

With hard teardrops, bitterly, the house,

rain of pain poured in the threshold.


like old woman exhausted from a lot cry,

the kerchief of roof lowered till the brows

and knelt,

with the eye of hope lost.

Exhausted, mashed.


In the courtyard, the no trodden grass

grew as unshaved beard.

            Iliaz Bobaz –Albania

Translated in English by: Antonios Zalonis


            Many symptoms and a syndrome


Mankind concentrated on pleasure,

a vital affair has neglected.

A critical question must be answered;

Ambiguous responses are rejected.

What’s the most significant in life?

Particular attention should be paid.

The gifted time limit soon expires;

The Vandals override the constraints!

            Charalampos Vassilakis-Greece



Murmur to me, Love, of nothing but you

My mentor opens your deep secret gates

Medium, initiate me to the sounds of your thought

Mellow honeyed ambrosia of being

Meditative communion of eternal joy

Message of life quite unique

Murmur me, Love, of nothing you

Masterpiece like no other in the universe

Momentous transmission of divine bliss

Metamorphosis of weakness to strength

            Giorgos I. Botis-Greece




Πάνω στην υδρόγειο

μια γκρίζα οπτασία είναι καθισμένη.

Σαν ένα φάντασμα ή σα σκιά,

ή απλώς ένα είδωλο.

Ένας βράχος

στην αιώνια νύστα του.

Μια πυκνή αντάρα

στο ξεθώριασμα.

Όραμα ακέφαλο


πάνω στο κεφάλι του.

            Pedro Dudi-Αλβανία




Red skirts dancing and flapping in tango,

Beaming and turning like the weaving shuttle,

Emotions are waving like many a ruffle.

            Choi Lai Sheung- China



Κόκκινες φούστες χορεύουν και ραπίζουν στο ταγκό,

Ακτινοβολούν και γυρίζουν σαν την υφαίνουσα σαΐτα,

Συγκινήσεις κυματίζουν όπως μία δυνατή πτυχή

            Choi Lai Sheung- China

Translated by Antonios Zalonis




            Στην άπλα του κάμπου


Μέσα στου κάμπου τα πολύχρωμα λουλούδια

γλυκά περνάει και τα λικνίζει το αεράκι

και μες στ’ απόβραδο καθώς φυσάει ο μπάτης

εκείνα γέρνουν και την αύρα προσκυνούν.


Και σαν ο ήλιος ανατείλει την αυγούλα

μες στον αιθέρα ευωδία γύρω σκορπούν

κι από το μέλι τους μεθούν τα μελισσάκια

και κυνηγούν τις πεταλούδες που πέφτουν.


Τρέχουν ξοπίσω και αρχίζουν το χορό

κι από τη ζάλη τους ξεσπάει πανηγύρι,

σαν ξεμεθύσουν τρέχουν πάλι στους ανθούς

να πιουν το μέλι και ν’ αφήσουνε τη γύρη.


Η φύση χαίρεται κι τους χαμογελά

κι ο ήλιος στέλνει το στερνό το μήνυμά του

και βασιλεύοντας υπόσχεται πολλά

πως πάλι αύριο θα ’ναι κι αυτό κοντά τους.

            Αθηνά Γκινάκη-Αυστραλία



Γεμάτο φεγγάρι

έν’ αξιόπιστο φανάρι

στο δρόμο για το σπίτι.


Ένα ρομαντικό νησί

σε θάλασσα γαλάζια

από σάπφειρο χωρίς λιμάνι.


Ενάντια στο βοριά

το επίμονο

ενός κότσυφα τραγούδι.


Το χορτάρι στο βουνό

στ’ άσπρα καλυμμένο

από νάρκισσους της άνοιξης


Μια μυρωδιά σανού

τη νιότη σου θυμίζει

την αλαργινή.

            Kurt F. Svatek-Austria

Μετάφραση: Διον. Κουλεντιανός


            The balance of the impossible

              Η ισορροπία του αδύνατου


Ένας πράσινος άνεμος

υψώνεται πριν την αυγή

για να βοηθήσει τη μέρα

ν’ ανοίξει την πόρτα

και ν’ απελευθερώσει τα πουλιά

που δημιουργήθηκαν στα όνειρά μας

να πετάξουν μακριά

στα σκοτεινά δάση

πέρα από τη λήθη.

Νυχτερίδες κρύβουν τις φωλιές τους

σ’ αυτά, 

αρνούμενες την ομορφιά του φωτός,

όπου μπορούμε μόνο

ν’ αναζητήσουμε

την ισορροπία του αδύνατου.

Dragan Dragojlovic-Serbia

Translated by Antonios Zalonis


            Θάλασσα της Ελλάδος


Χαϊδεύτρα συ γιρλάντινων ακρογιαλιών

χρυσών αγχίαλων η προσμονή.

Στην άλμη σου εβούτηξαν γερά κορμιά,

στα κύματά σου έπλευσαν σκαριά.

Δεν είσ’ η θάλασσα των μαργαριταριών

μα ούτε και των κοραλλιών.

Ηλιόφωτη πηγή τρανού πολιτισμού,

συνέπλευσαν επάνω σου λαοί.

Σε θαύμασαν με στόματα καλλίφωνα

και έκλεισαν με πάθος τα σαθρά και μιαρά.

Θριάμβους ύμνων άκουσαν θνητοί θεοί.

Στα βάθη σου έζησαν και πεθάναν ναυτικοί.

Στον  πλάνο ορθρινό αφρό σου χώρεσαν

από τα βάθη όσα εμπόρεσαν.

            Σεβαστή Μπούρα-Μπούτου-Ν. Υόρκη



για να μου λες

έτσι απλά:

«κουράζομαι μαμά».

Κι ευθύς σηκώνω

την κούρασή σου

στα δικά μου τα φτερά

με κίνδυνο να σπάσουν


Κι αλαφρώνεις παιδί μου

κι αλαφρώνεις.

            η Μάνα,

            Π. Ζαλώνη




            Eternal search

            Αιώνια αναζήτηση


Μισαλλοδοξία, νοημοσύνη,

τόσο μεγάλο ψάξιμο

για τις εμπνεύσεις σου

και τους πόθους σου τους μυστικούς,

που κάθε μέρα ξαναζωντανεύουν.

Εκείνος είν\ ευτυχισμένος μακριά

σ’ αυτή την δίχως τέλος αναζήτηση.

Μετά, ποιος θα ’ναι να σε περιμένει;

Άρπαξε τώρα την επομένη σελίδα

και πάλεψε χωρίς ελπίδα μια

και δίχως να θρηνείς.

Κανένας δεν επιθυμεί

ν’ ακούει κλάματα!

   Jose Luiz Paluco Grando-Brazil

Translated by Dion. Koulentianos



We write


We write on paper,

on computers, on napkins,

on market receipts,

on newspaper's edge,

on paper plates and on trees

We, who talk to the wind

with the voice of poetry

and words of stone

We are tireless

transients of the night,

sleepless witches

We go on dreaming

and believing

in the power of love.

Teresinka Pereira


Εσύ κι εγώ είμαστε εμείς 


Δες τον κήπο των επίγειων συναισθημάτων

και άκου τους κτύπους του σκοταδιού

στην ατμόσφαιρα των σύγχρονων διανοημάτων.

Προσπαθούν να λιχνίσουν το φως

μα οριοθετούν τον εαυτό τους απ’ έξω.

Το φως δε λιχνίζεται με χτύπους σκοταδιού

στις γειτονιές της εξουσίας.

Μόνο με κτύπους της καρδιάς

στην πόρτα του

«εσύ κι εγώ είμαστε εμείς».

Ιωάννης Παναγάκος





I walk in sleep

on waves’ edges

among shattered stars.


I hear you to touch

behind every dream, rolling up

the voiceless moon.


I hear its groaming that drip

on my cheeks


thinking that will brake

the statue of your absence.

            Andreas Karzis-Πρέβεζα




Εκστατικά κοιτάζω σε,

κόσμε, και σε θαυμάζω,

το πώς γυρίζεις θαυμαστά

στα ίδια και στα ίδια,

αφού δεν έχεις μια σωστή,

λέω, ούτε μια βίδα.

Και πώς μας βλέπεις

άθλιους, αιμοχαρείς, γελοίους

και δεν σιχάθηκες κι εμάς

και τους λαμπρούς βίους

            Ιωάννα Λιακάκου-Μελβούρνη


Πεισίβροτον   Κράτος  - Βία


Στο σπαραγμό των άδυτων,

στη χώρα των ονείρων,

άδολης νείρομαι χαράς,

το φως το γαλαζί.

Στα σύφλογα του Καύκασου,

που ψάχνω να σε βρω,

πλημμύρισαν τα βλέφαρα,

στα χάη των Ηπείρων,

Κι ως μες των κέδρων τις δορές

ο πόνος μόνο ζει,

η Βία και το Κράτος

μου στήνουν το Σταυρό.

            Νίκη Κατσικάδη-Πειραιά



            Όσο υπάρχουν Άνθρωποι


Άνθρωπε, «του αρχέγονου κάλλους» έχεις εκπέσει,

τα χαμηλά επέλεξες αντί «άνω να θρώσκεις».

Των δωρεών και εντολών του Πλάστη είσ’ αμνήμων.

Όλων των καθηκόντων σου μακράν και επιλήσμων.

Πολλοί ’ν’ αυτοί π’ απάνθρωπες διεκδικήσεις έχουν,

απώλεσαν ήθος, τιμή, καταπατούν αξίες,

τον αγαθό κι αδύναμο τον καταδυναστεύουν,

κερδοσκοπούν αυθαίρετα, ασχημονούν, ληστεύουν,

βιος για το που δεν κόπιασαν νέμονται ασυστόλως,

φέρνουν σκλαβιά οικονομική, κρίση, εξαθλιώνουν.

Άοπλους κι ακάλυπτους σπρώχνουνε στη μιζέρια.

Ενώ οι τίμιοι και σωστοί – θύματα συμφερόντων –

επαίτες αξιοπρεπείς κι απέλπιδες γυρνάνε.

Μα, όσο υπάρχουν Άνθρωποι, σαν ’κείνους του Μενάνδρου,

με ενσυναίσθηση, καρδιά, θα στέκουν αλληλέγγυοι,

το μαύρ’ άσπρο θα κάνουνε, θλιμμένους θα εμψυχώνουν.

Θ’ ανοίγουν σπίτια εγκάρδια, άστεγους θ’ αγκαλιάζουν,

με τη συμπόνια, προσφορά, προβλήματα θα λύνουν.

Θα κομματιάζουν, σπάζοντας, χαλκάδες της ανέχειας.

Πείνα, ανεργία, πανικό, θα ρίχνουν στον Καιάδα.

Χαρά και γέλιο και ζωή, θα ξαναζωντανεύουν.

Κι αν η ταπείνωση σιωπά, τα έργα θα φωνάζουν,

γιατ’ είν’ η συμπαράσταση – απ’ όποιο μετερίζι –

με το πολύ ή το λίγο της, περίσσευμα αγάπης.

Κι η αγάπη είν’ ελαφριά, συνεκτικοί οι δεσμοί της,

ταχύτατο το βήμα της, βοηθητικό το χέρι,

βάλσαμο κι ανακούφιση για του φτωχού τη χρεία.

Ηχήστε σάλπιγγες παντού, σ’ όλα της γης τα πλάτη

Όσο υπάρχουν Άνθρωποι, η ελπίδα δεν πεθαίνει.

            Ζωή Παπαδημητρίου – Τζιράκη


            Ο ποιητής


Φράγματα σπάζει ο ποιητής,

και γέφυρες υψώνει,

να λυτρωθούν τα πνεύματα,

με διάβα που να ενώνει…

Ψυχή, πνεύμα, συναίσθημα,

κινεί με λέξεις μόνο,

μεθά τον κόσμο, συγκινεί,

γιατρεύει κάθε πόνο…

Για δρώμενα ή ονείρατα,

άμετρα ή χαοτικά, πάντα ομιλεί,

για παρελθόν, μέλλον, παρόν,

μέσ’ τη ζωή, ή πέρα απ’ αυτή,

για χωροχρόνο,

νανοκοσμικά ή άπειρα υλικά,

νοήματα μαγευτικά,

λακωνικά αναφέρει

και με ευφορία και χαρά,

απλόχερα προσφέρει…
   Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος




            Δε χάθηκε το φως


Δε χάθηκε το Φως!

Δε νίκησε το σκοτάδι!

Όσο το χέρι σου



το δικό μου

θα σε κρατά…

Όσο το δάκρυ σου



το δικό μου

θα σου απαντά…

Όσο το όνειρό σου



το δικό μου

θα σου γελά…

Όσο υπάρχουν



ο κόσμος

θα προχωρά!...

Δε νίκησε το σκοτάδι!

Δε χάθηκε το Φως!...

            Εύα Ντινοπούλου





Για να ’σαι συ ανέγγιχτος

για να ’σαι συ ολόρθος

σαράντα βίγλες έχτισα

σαράντα βιγλατόρους

να σε φυλάν απ’ το κακό

κι απ’ τους λιμοκοντόρους.


Για τη δική σου σιγουριά

για τη δική μ’ ελπίδα

για τα νιογέννητα παιδιά

το μέλλον που δεν είδα

για να ΄χω ’γω εσένανε

κι εσύ να ’χεις πατρίδα.


Ν’ αντροπατάς να την κρατάς

στα δυο σου μπράτσ’ ακέρια

σα μάνα να την αγαπάς

να λες γι’ αυτή και να ριγάς

για δε της πρέπουνε δεσμά

ούτ’ άθλια μιζέρια.


Μη φοβηθείς, μη βολευτείς

μη πεις χαμένα χρόνια

σαν άλλους μην ξενιτευτείς

δε δείλιασε από ’μας κανείς

ως να περάσει το κακό

να ’ρθούν τα χελιδόνια.

            Κατερίνα Μακρή

Ακούστε χωριανοί… – Αλέξανδ

            Η αυγή του έρωτα…


Άγουρη νιότης κωπηλατεί

στου χρόνου του αείζωου

την άγρυπνη θάλασσα…

Με τη σχεδία της αθωότητας

και νοτισμένα βλέφαρα.

Ξαγρυπνά η αβεβαιότης

Το αέρινο μειδίαμα

της προσδοκίας


Μ’ ερωτικόν οίστρο εξαγνίζει

την απληστία της λαγνείας

πλάι στην παγίδα

της ακοίμητης εφηβείας…

Κι ο πόθος, απ’ το θηκάρι του


Σπέρνει παγίδες

του παραμυθιού.


η αποκαρωμένη αυγή

του έρωτα

μέσ’ την απάνεμη αύρα

του στήθους σου,


  Υβόννη Αρνοκούρου-Κερεστετζή.



            Ήχοι καρφιών


Σε μαύρους, ζούμε, δύσκολους καιρούς

Γιόμισε ο πλανήτης, μισθοφόρους

Ληστές, που παίζουνε τους καθαρούς

Ντύσανε τα παιδιά μας, σταυροφόρους!


Πιστούς, πάνε να κάψουν του Αλλάχ

Μικρόψυχοι, που το Χριστό ξεχάσαν

Σαράφηδες, που τρέμουν νέο «κραχ»

Νιάτα, στης φρίκης την αρμάδα, ’μπάσαν!


Χρηματιστές, που κέρδη προσμετρούν

Το δίκιο, το πουλάνε με τον πήχη!

Στις πλάνες τις οθόνες, ξεγλιστρούν!

Όμως, ο λύκος, ξεχωρίζει απ’ το νύχι!


Στην άμμο, Αγάπη, μπότες σε πατούν!

Με λέιζερ, σου γκρέμισαν τα τείχη

Δεμένο το Χριστό, στην έρημο κρατούν!

Πάλι καρφιών, ακούγονται οι ήχοι!!

            Γιώργος Ευαγγελάτος




Ο έρωτας του ρήματος με το ρήμα


Πώς να παραστήσω τη ζωή;

Να υπαινιχθώ δραστήριες επιδόσεις.

Να υποσχεθώ πύργους, στέγες αγάπης.

Να ζωγραφίσω απογειωμένα όνειρα.


Θα ’ναι μελένια τα ρήματα.

Οι ρήσεις γλυκές, εξορκισμός στη μιζέρια.

Ο λόγος ηδύς, ηδονικές οι στιγμές του.

Στην άκρη της γλώσσας,

ερωτικές οι δηλώσεις,

ύμνος στον έρωτα, να καρπίσει ζωή.


Θα λαλώ αγαπητικά την αγάπη,

όχι με πλάνης ουτοπία.

Ελπιδοφόροι αχοί, να μαζέψουν

της ζήσης τα στείρα ρήματα.

Γλυκόλογα, αναστημένης χαράς βάθρα.

            Νανά Ρουμπελάκη


            Η Μοναξιά


Η Μοναξιά μαλλί έγινε

που το γνέθω στον αργαλειό

δεν φτούρισε το Στημόνι

και το «Αντί» έσπασε στα δυο.


Δανείζομαι κλωστές

απ’ της Θάλασσας τα φύκια

υφαίνω στον αργαλειό

καινούργιες προσδοκίες

βάφω τα κλώστινα  όνειρά μου σε χρώματα

κλεμμένα από πειρατές και από λεηλασίες.


Σε κουβέρτα πολύχρωμη θαλασσιά

ύφανα πάνω της κουρσάρικο καράβι

γαλάζιο το πέλαγος, ζωντανή ζωγραφιά

όταν τους κάβους έλυσε

στου γιαλού την ερημιά

έτσι πως το κοιτούσα

κάπνα με γέμισε η τσιμινιέρα του!

            Ζιζή Γερονυμάκη




Έλα να δεις


Αριάδνη, έλα να δεις

ένα τριαντάφυλλο στον κήπο σου έχει ανθίσει.

Είναι κόκκινο πορφυρό,

σαν το χιτώνα του Ιησού Χριστού

και σαν το αίμα, που κυλάει στο κορμί Του.

Αριάδνη, έλα να δεις, να το χαρείς,

στα δυο μικρά, αγγελικά σου χέρια

να το αισθανθείς,

χωρίς όμως να το αγγίξεις.

Απόλαυσέ το αν μπορείς,

για λίγο ακόμα στο φως θα θριαμβεύει.

Ω, Θεέ μου, πόσο εφήμερη που είναι η ζωή!

Ίσως το βράδυ να έχει ήδη μαραθεί,

μόλις ο ήλιος βασιλέψει.

            Ιωάννης Σ. Μποζίκης


 Το τούνελ


Μέσα από τα μαύρα σκοτάδια

του τούνελ

περνάς ή βίαια σε περνούν.


δε σε διαβεβαιώνει

για τα ενδεχόμενα.

Αν βγεις

αυτό που θα γνωρίζεις,

δεν έχει όνομα.

            Χρυσούλα Δημητρακάκη






Σ’ είχα χάσει χρόνια τώρα

Έτσι ξαφνικά

Καθώς  σε είχα βρει μια μέρα

Να ξεφυλλίζεις ένα παλιό βιβλίο στο Μοναστηράκι.

Κυνηγούσες τη ζωή

Μέσα στο θάνατο

Γι αυτό σ’ αγάπησα…

Σε ξαναβρήκα χτες.

Στα χαλάσματα ενός ξεχασμένου υδραγωγείου

Απομεινάρι κι εσύ ενός χαμένου πολιτισμού

Ν’ αναζητάς μια διαφορετική πραγματικότητα

Αρνούμενη μια θολή αλήθεια των συλημένων τάφων

Μέσα στο σώμα, μακριά απ’ το σώμα

Μια δεν σ’ ακολούθησα.

Ήθελα να ζήσω, να προφτάσω τον καιρό…

            Δημήτρης Ι. Καραμβάλης





1.Αυτά τα χώματα ήταν πάντα ιερά!

Με αίμα ηρώων χρόνια ποτισμένα,

προπύργιο της πατρίδας στον Βορρά

βαρβάρους αποκρούουν σθεναρά.

Χώματα Ελληνικά, ευλογημένα!


2.Εδώ η δόξα έστησε χορό,

εδώ είναι η γη των Μακεδόνων,

εδώ ηχεί απ’ τον αρχαίο τον καιρό

από τα στόματα ένα ΟΧΙ βροντερό

των Αλεξάνδρων, των Βουλγαροκτόνων.


3.Εδώ αναστήθηκε ξανά η λευτεριά,

εδώ με σθένος παλικάρια αγωνιστήκαν

δίπλα στους Μακεδόνες, σαν θεριά,

από την Κρήτη, Ρούμελη, Μωριά

και την στερνή πνοή εδώ αφήκαν.


4.Σ’ αυτούς τους ήρωες μια υπόσχεση αρκεί,

φόρος τιμής για τις θυσίες, τους αγώνες:

Πάντα θα είμαστε σε επιφυλακή

αυτή η γη να παραμείνει Ελληνική

και σήμερα και αύριο. Στους αιώνες…

            Λευτέρης Μουφτόγλου

Πρώτο βραβείο Ε.Π.Ο.Κ.



            Σαν δελφινάκια


Όταν θα λιώσουνε τα χιόνια στην καρδιά

κι οι λυγαριές ανθίσουνε τριγύρω,

τότε ν’ αρθείς να βρούμε απλωταριά…

Αγάπης να συνάξουμε το μύρο!


Όταν θα δεις τα χελιδόνια στις φωλιές

ζευγαρωτά το μόσχο να τρυγάνε,

ν’ ανοίγουν φτερωτές τις αγκαλιές

και στο φιλί με μέλι να μεθάνε…


Τότε να πεις είναι καιρός για τη χαρά

Έλα διάπλατα ν’ ανοίξουμε φτερά!


Σε μια σπηλιά στη θάλασσα ν’ αράξουμε

μακριά απ’ της ζωής την παραζάλη

Μπόρες κι ανεμοδούρες να ξεχάσουμε

με την αγάπη σ’ ένα ρόδινο ακρογιάλι.


Σε μια βαρκούλα με κουπιά τα χέρια μας

ρότα ν’ αλλάξουμε να βάλουμε πυξίδα,

για χώρες φωτεινές μ’ ήλιο τ’ αστέρια μας.

Με σηματάκι της καρδιάς χρυσή ελπίδα!


Να τραγουδάμε σ’ αγρογάλαζο σκοπό…

Σαν δελφινάκια. Μ’ αγαπάς! Σε αγαπώ!

            Ελένη Μουζάκη-Μπουρίτσα






Βρόντος στην πόρτα

ποιον στ’ αλήθεια προσμένω;

Εμέ, τον ξένο.


Καρδούλα κλειστή,

δράματος πολυτελές



Πόσο βροντερή

η σιωπή σου μοναξιά!

Με ξεκουφαίνει.

   Ηρώ-Χρυσάνθη Αλεξανδράκη



            Μαγεμένα όνειρα


Μαγεμένα όνειρα

της Χρυσής Ανατολής τα δώρα,

σε τραπέζι γιορτινό απλώθηκαν

τούτη της Αφύπνισης την Ώρα…

Χαμογελούν οι ουρανοί

στης μετάβασης

το ηλιόπνευστο μεταίχμιο

φωτιές ανάβουν

το βαλς χορεύοντας του αιώνα.

Τραγουδούν οι άγγελοι στα πεδία

του ηλιόχαρου έρωτα

εναέρια λυτρωτικώς,

τα χρυσοφτέρουγά τους

σαλεύουν οικειοθελώς,


του Άχρονου του Άναρχου,

Μοναδικού Χρυσόκτιστου Απείρου

την ουρανοχώρα.

Μαγεμένα όνειρα τους ανθρώπους στη γη

ΠΟΤΕ δεν λησμονούν,

λευκά σεντόνια, σελίδες Αλήθειας,

στα έσω μας ονειροξυπνούν.


για να ξεκινά της καρδιάς μας γιορτή…

Έτσι για να τραγουδά της ψυσής μας φωνή…

            Ανθή Αυγέρη



Οι στίχοι μου

Βάδιζα στις τέσσερες εποχές της ψυχής,
σα να πουλάω φως στους δρόμους.
Σα να είμαι εγώ που φτιάχνει τα όνειρα,
που μυρίζω το φρέσκο χώμα,
ψάχνοντας να βρω
από που έρχεται αυτό το άρωμα το κατακόκκινο.
Ο καιρός είναι φωτεινός σαν Έρωτας,
το αίμα τρέχει στη γλώσσα που μιλούν
οι αιώνιες φυλλωσιές στο λιβάδι
κι εγώ σ' ονειρεύομαι δίχως χιόνι,
ζυμωμένο με ζαχαρωτά και μέλι,
μέσα στους στίχους μου!....

Καίτη Καγκαράκη


Στερνή αφιέρωση


Πάνε χρόνια αφότου έφυγες.

Η μνήμη σου χορτάριασε.



Συντρίμμια της μόνο μαζεύω.

Κάτι διάσπαρτα –εδώ και εκεί –



Αν ήξερα, αν μου ’λεγε κάποιος

πόσο εύκολα θα σε νικούσε η λησμονιά,

δάκρυ δε θα ’χυνα στο φευγιό σου,

στίχο δε θα σου απηύθυνα άσκοπα.

Χρήστος  Σκιαδαρέσης




Συνηγόρησε η αχνόφεγγη νεότητα

με το μελλούμενων καιρών.


Διερωτήθηκε το σύθαμπο του δειλινού

και γιατί είπε σιγανά.


Ήρθε το βράδυ η εσπέρα με τ’ αποτελέσματα.

Έτσι έγιναν, ψιθύρισε.


Τι να εξηγήσει και τι να πει η νύχτα.

   Σταυρούλα Καμαρινοπούλου-Σακαβέλη




            Αδελφέ μου Άνθρωπε




και πύκνωνε το σκοτάδι

κι ενώ ζητούσα το φως,

μάζευα περισσότερο σκοτάδι.


Από μια χαραμάδα

έβλεπα και μάζευα το φως, πολύ φως.

Άνοιξε ο νους, τα μάτια μου.



Κι είχα μια επιθυμία! Μια επιθυμία!

Όλο δικό μου να το κάνω.

Κι ως άγγιξαν τα μάτια μου τον ήλιο,



Θυμάμαι! Ναι! Θυμάμαι,

πως κρατούσα στα χέρια μου,

ολάνθιστο κλαδί της λεμονιάς.

            Νίκος Ανώγης





η «ευθεία ως το σιμόν»

η κάθε μια γραμμή μας

στο ψυχρόν

ή το θερμόν


απ’ την ψυχή

που παραμένει εν θερμώ

«ετέρω ή ετέρως»

ευτυχώς πυρακτωμένη!

Κρίσις κι απόκρισις

στο παρόν, το αισθητόν,

επιτυχώς, εκτεταμένη!

            Βενετία Σιώντα


Της κακίας η... παγωνιά.

 Καλές οι αναμνήσεις
 Και τα μνημόσυνα, χρέος’
 Μα της βιωτής οι απαιτήσεις
Ζητούν και της δράσης το δέος...

Γήρας δεν είναι τόσο

Τα λευκά μας μαλλιά,
Όσο είναι εκείνη η νόσο,
Που λέγεται :Μαύρη καρδιά...

Κακία είναι αρνητικόν άπειρον
Του ηθικού θείου Νόμου
Είναι ένα φάος ανάπηρον
Και ένα χάος του τρόμου!.

Θα είχαμε τριαντάφυλλα
Και μέσ’ το χειμώνα
Αν της κακίας η απέραντη παγωνιά
Της Αγάπης, δεν πάγωνεν τον ροδώνα!!
            π. Γεώργιος Ι. Διαμαντόπουλος


            Γυάλινες εποχές


- Στις εποχές των γυάλινων καναλιών,

αναζητούσα την αγάπη, ψάχνοντας μέσα σε αριθμούς

και φορώντας φορέματα ραμμένα με τις μηχανές

του μέλλοντος, του δήθεν μοντέρνου…

- Στην οδό των ξεχασμένων τριαντάφυλλων,

ζητούσα τον ρομαντισμό, κυνηγώντας χίμαιρες,

και ψάχνοντας για ανεμόμυλους σαν τον Δον Κιχώτη…

- Μα βρήκα την αγάπη να με περιμένει κρυμμένη,

μέσα σε ένα ηλιοβασίλεμα, κρατώντας ζουμπούλια

κομμένα απ’ τον κήπο της αιωνιότητας και του χθες.

- Την αγάπη βρήκα και φορούσε στεφάνι,

από μαργαρίτες που κάθε χρόνο ανθοβολούσαν,

για να δείξουν ότι ήρθε η άνοιξη…

- Η αγάπη με πήρε απ’ το χέρι και περπατήσαμε

στο ακρογιάλι, ψάχνοντας για κοχύλια και ακούοντας

τον παφλασμό των κυμάτων…

- Και σκέφτηκα… Τι κι αν ζούμε σε γυάλινες εποχές!!!

            Βλάζια Φαϊδά


Της θάλασσας φως


Κάθισε, ουρανέ,

δίπλα στους σβησμένους ήλιους.

Ίσως επιτρέψουν στον τόπο τους,

στα δάκρυά τους δίπλα, -μείνε-,

να πάρουν το χρώμα σου.

Τόσο εύθραυστα τα όνειρα –

ακόμη και ο ψίθυρος,

τα αφανίζει.

Φως της θάλασσας,

ανεξιχνίαστο της θάλασσας φως –

ξεφυλλίζεις το σκοτάδι

ζητώντας την αλήθεια.



            Ζωή μια στάση


Βαρύς σταυρός

καυτός ιδρώς

κυρτός ο ώμος

Μέσ’ το βοριά

θολή ματιά

μακρύς ο δρόμος.


Κόσμος πολύς

Κόσμιας στολής

περνά με βιάση


πέρα χοροί

ζωή μια στάση.

            Νίκος Κότσικας





δύο τετράγωνα από τη γειτονιά σου

μία ευθεία πίσω στο χρόνο.

Δύο κύκλοι στην πλατεία

και να ’σαι.

Ο δρόμος σου πορεία αυτόματου


Χαιρετάς στο φούρνο

στο περίπτερο τσιγάρα

στάση στο ΑΤΜ.

Κι εγώ με την πλάτη γυρισμένη

τα βήματά σου να μετρώ

στα παπούτσια της βιτρίνας

που αντανακλάσαι.

άνετος, ωραίος

φρόνιμος κάτοικος εντός μου.

            Ελένη Αλεξίου


            Μιάμιση ημέρα ευτυχίας


Τότε, ήμουν ένας ροδόκηπος χωρίς αγκάθια,

τότε, ο ουρανός ήμουν που δεν ’χε κατακάθια.

Γιατί ήμουν το Σφρίγος και της Ηδονής το ρίγος,

καρδιά με λεύτερα φτερά, με λευκοκύκνειο άσμα,

νους που νανουριζόταν στου παραμυθιού το χάσμα.

Τον εύφλογο Έρωτα η Αφαίρεση είχε αναρριπίσει,

το εγώ ένα τραχύ κουκούλι που είχε τρυπήσει,

στιλπνή η Φυγή το στυγερώπη  Θάνατο είχε πείσει.

Στη γη κει χάμω, παρθενόλυτο είχα κάνει γάμο.

Ο ψίθυρός μου ήταν πνευματορήτωρ, ζωοκλήτωρ.

Με διαπέρασες, Ήλιε, μ’ είχες κάνει μία μάζα,

είχε σβηστεί η φαιότητα, ήμουν τάμπουλα ράζα.

Δεν είχα πια ταμπού, ήμουν Αδάμ στεφανηφόρος,

ολόχαρος, όφις ολόσοφος, πειρασμοβόρος.

            Ιωάννης Φατούρος



Οι κουρασμένοι άνθρωποι


Οι κουρασμένοι άνθρωποι

κατεβάζουν τα μάτια τους στη γη.

Η αίσθηση του γαλάζιου δεν τους συγκινεί.

Είναι σβησμένες φλόγες

που αδειάζουν την ψυχή από όνειρα.

Τα χέρια τους τρέμουν να κρατήσουν

κάτι μεγάλο, γιατί μόλις το σφίγγουν

εκείνο πνίγεται,

γίνεται παγίδα της ζωής.


Πού να βρεις παρηγοριά και ζεστή ελπίδα;

Μόνο στη νύχτα, μόνο στη νύχτα

που κάνει τα όνειρα πιο κοντινά.

Εσύ μέσα στο σκοτάδι και στη σιωπή

ν’ αναρωτιέσαι για τη φύση του ανθρώπου,

ποια μοίρα ξεθωριάζει τις ζωές

στο πέρασμα του χρόνου,

γιατί να ξεκινάμε πάντα δυνατοί

και ύστερα να ζητάμε αποδείξεις

της αδυναμίας μας;


Αρκεί να ξεδιψάμε

με λίγο νερό απ’ την αιωνιότητα

έστω κι αν τ’ ονομάζουμε ομορφιά.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης


            Το τζάκι


Μπροστά στο τζάκι αγκαλιασμένοι

ένα τραγούδι τα χείλη μας λεν,

το στήθος μας βαριά ανασαίνει

ψελλίζοντας το πρώτο του ρεφρέν.


Ξημέρωμα χώρια μου θα ’σαι,

μη με ξεχάσεις όπου κι αν πας,

στον ύπνο σου θα ’ρχομαι σαν κοιμάσαι

να σου θυμίζω να με αγαπάς.


Μπροστά στο τζάκι τα δάκρυα τρέχουν

σαν ποταμού το γάργαρο νερό,

και του ρεφρέν τα λόγια έχουν

πόνο, και δηλητήριο σωρό.

            Λένα Φατούρου


            Αν μπορούσα


Αν μπορούσα,

ένα δρόμο άλλο να χαράξω,

απ’ αυτόν που τώρα Ζω,

με τις αδέκαστες συνήθειές μου πάλι

και μ’ όσα μπόρεσα αληθινή να είμαι,

θα ’θελα απ’ την αρχή να γνωριστώ.


Αν οι ώρες μου,

οι μέρες και τα χρόνια

θα ’ταν φύλλα μετρημένα

πλάι σ’ εκείνον π’ αγαπώ,

με τις ίδιες μου συνήθειες πάλι

θα ’θελα το δρόμο μου ν’ ακολουθώ.

            Αλεξάνδρα Βαΐτση-Βάκρου





Στο ταξίδι σου προς τον Αιγόκερω

να προσέχεις και τους κινδύνους που εγκυμονεί,

γιατί ο θάνατος χύνει μέσα του μαύρο

και γίνονται οι προκυμαίες απρόσιτες.

Είναι αλήθεια, πως δεν αλλάζεις στους κινδύνους,

αφού ατρόμητος είσαι, γιατί είσαι νέος,

όμως κύκλωσε σφιχτά ό,τι αγαπάς,

για να ’χεις χαμόγελο στους δύσκολους καιρούς.


Πάντα υπάρχει απόσταση στο ταξίδι,

μα τα τελευταία μέτρα είναι δύσκολα

κι η θάλασσα γυμνή πάνω στην άμμο,

θα σε καρτερά στην ανοσία των θορύβων.

Άκουγα πάντοτε για τα ταξίδια κι ένας

φόβος με κυρίευε ακαθόριστος, μα εσύ,

που έχεις βάλει πλώρη για τον Αιγόκερω,

να προσέχεις, γιατί πάντα υπάρχει μια σπίθα

πριν από την πυρκαγιά.

            Δημήτρης Λούκας



Τώρα σε καταλαβαίνω Άστρο

Όταν σε παίρνει η παλίρροια

Καταλαβαίνω τη Θλίψη μου…

Στην υγρή, παγωμένη Άμμο,

Ψελλίζεις όλο απ’ την αρχή

Το ίδιο τραγούδι….


Τώρα σε καταλαβαίνω Άστρο

Όταν σε παίρνει η φόρα των κυμάτων

Όταν σε φωνάζει τρομερός βυθός…


Σε βλέπω με λαχτάρα

που απλώνεις στα κύματα

Το χρυσό φωτοστέφανο της νιότης σου…

Και παλεύεις, αντιστέκεσαι,

πνίγεσαι, χάνεσαι…

Αφήνοντας ένα χαμόγελο

«της ηλιαχτίδας χαμόγελο»..

Στα λυπημένα του νερού

που σε μαζεύουν τα φτερά μου…

            Βασιλική Καλαχάνη




Κουραστήκαμε πια…

Μπορούμε να δραπετεύσουμε.

Ίσως βοηθήσει

μια παλιόφιλη, μαύρη πέτρα γι’ αυτό.

Μπορούμε ν’ αλλάξουμε τη μέρα.

Ίσως βοηθήσει η έναστρη νύχτα.

Χορταριάσαμε παράσιτα για τους άλλους,

μα ανθίσαμε για το χώμα μέσα μας.

Κουραστήκαμε πια…

Να προσποιούμαστε πως δουλεύουμε,

μαζεύουμε αγαθά, αγαπάμε αλλήλους

κι αφηνόμαστε

στον χρόνο που αντέχει!

            Βασιλική Νικοπούλου



Τα χέρια σου


Στα χέρια σου

μικρές ανάσες φωλιάζουν

οι σκέψεις μου.

Στα χέρια σου

ανάλαφρο φιλί αφήνω

την ψυχή μου.

Στα χέρια σου

αργά σμιλεύω

τις επιθυμίες μου.


Είν' ακριβά τα χέρια σου.

Βαστούν την ύπαρξή μου.

            Γωγώ Μπελεκούκια-Σπανού


            Η άγνωστη


Την πρόφτασε ξημέρωμα στη σκάλα.

Της λέει:

«Καμιά γυναίκα,

Καμιά γυναίκα δεν μου έδειξε τη θάλασσα.

Του σεντονιού τις αμμουδιές

ακόμα το κορμί σου αυλακώνει.

Ας ήξερα τουλάχιστον

ποιο είναι τ’ όνομά σου»

Του λέει:

«Όνειρο είναι».

            Χάρης Μελιτάς


Δεν έχει ειρμό

η θρασύτητα των λόγων,

ούτε ρυθμό

η νύχτα αλήσμονη.

Σμιλεύω τ’ όνειρο

σε πρόσωπο τερπνό

που αμέτρητα

τα δάκρυα κυλώντας

μυρίζουν μάραθο.

Αξεπέραστος ο έρωτας

τη θλίψη να μετρά.

Ανυπέρβατη η θλίψη

τον έρωτα να κρίνει.

Ο χειμώνας της νύχτας

η νύχτα της καρδιάς

μαύρη μπογιά στο λυκαυγές

να στάζει.

            Νίκη Βλάχου


            Λατίνος εραστής


Προδότρα ζωή

Προδότης κι εσύ

Παιχνίδι σκληρό

κι η ανθρωπιά στη φυλακή

Άθλιος ο εγωισμός σου

κι η σκέψη σου κι ο νους σου

στον περίπατο.

Όμως σ’ αγαπάμε πολύ

και δεν μπορώ να σ’ αρνηθώ

μες στη καρδιά μου

σαν Θεό

για πάντα θε να σε κρατώ

Λατίνε εραστή.

            Γιούλα Σταμέλου


 Ερμηνεία και παρερμηνεία

ο Έρωτας

κουρσεύει τα χέρια

αιχμαλωτίζει για μια

και μόνη στιγμή τα μάτια.

Διαγράφει διαπεραστικά

καθαιρεί υποσχέσεις.

Μαρία Περατικού-Κοκαράκη





Της βρύσης στάζοντας

οι καλαμιές αργά-αργά

θαρρώ το όνομά σου συλλαβίζουν,

τον έρωτα φαντάζομαι

πως τραγουδούν.


Και τα πουλάκια

μέσα απ’ τις φτελιές

και τ’ ανθισμένα κλώνια,

ροδόχρυση μαντεύουνε αυγή

και ταίρι-ταίρι στέλνουνε

δοξαστική στον Πλάστη τους μολπή!

            Τίτος Βεργίτης




Πουλιά, άκου πουλιά.

Στάσου, μη λες.

Σσσσς. Τώρα πετάμε.


Χέρια, κοίτα τα χέρια.

Άκου, μη λες.

Σσσσς. Τώρα σιωπάμε.


Φιλιά, άκου φιλιά.

Νιώσε, μη λες.

Σσσσς. Τώρα αγαπάμε.


            Αντώνης Σαμιωτάκης


Τα χέρια σου όλο έκφραση

θυμού και τρυφεράδας.

Τα μάτια σου

μια θάλασσα πιθυμιές

ωκεανοί στοιβαγμένων μυστικών


τις λεπτομέρειες των ωρών μας.

Αγαπώ τα μάτια σου.

Αγαπώ τα χέρια σου

που μπορούν να λιώνουν

την άρνησή μου

μέσα από τα «Θέλω» σου

που γίνονται δικά μου.

            Κική Σεγδίτσα


            Μια σκηνή μαγική


Απόψε να καθίσεις κοντά μου

απ’ το μυαλό σου διώξε τη ζάλη,

θυμήσου ένα κομμάτι παλιό

μαζί να τραγουδήσουμε πάλι.


Μες στη μουσική θα χαθώ

θα πάω ως του ονείρου την άκρη

και θα ’θελα με ένα σκοπό

του κόσμου να στεγνώσω το δάκρυ.


Αγάπες και ιστορίες παλιές

μες στην καρδιά που ήταν κρυμμένες,

η μουσική τις βγάζει απ’ το χθες

\και είναι οι στιγμές μαγεμένες

            Γιώργος Μαρινάκης