Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΡΑΒΕΥΘΕΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του 14ου ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ του ΚΕΛΑΙΝΩ



ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΚΡΙΘΕΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

στον 14ο Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης

του Λογοτεχνικού Περιοδικού Λόγου, Τέχνης και Πολιτισμού ΚΕΛΑΙΝΩ

τα οποία απονεμήθηκαν την 9η  Νοεμβρίου 2014 στο Πολιτιστικό Κέντρο

ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ του Δήμου ΙΛΙΟΥ

 

 

 

Είν’ η ζωή μια θάλασσα

 

Ακροβάτησα στο δειλινό…

Μυστήριο η πλάση τ’ ουρανού!

Τα γαλανά νερά ζωγράφισαν τον ήλιο!

 

Είν η ζωή μια θάλασσα

κι ο κόσμος υπόσχεση ονείρων,

στης ζωής την χαραμάδα…

 

Υπάρχει και η ΑΠΟΓΝΩΣΗ!

 

Η θαλερή της όψη αγκάλιασε

κείνο το πρωτοβρόχι της Άνοιξης…

 

Είν’ η ζωή μια θάλασσα

κι ο κόσμος λιμάνι παρηγοριάς,

στους ξένους κείνους τόπους…

 

Υπάρχει και η ΕΛΠΙΔΑ!

 

Το φεγγαρόφως τύλιξε

κείνη τη σταλαγματιά βροχής…

 

Ακροβάτησα στο δειλινό…

Μυστήριο η πλάση της γης!

Βροχή και θάλασσα

συνδυασμός στο κάλεσμα ζωής!

            Ναταλία Παπαδοπούλου

Β΄Διαγωνισμός

Α΄ Βραβείο κατηγορίας Μαθητών

 

 

 

 

=============================

 

Θαλάσσια πορεία της ζωής

 

Κύματα ανεμίζουν

στ’ ουρανού το πέλαγος

και γλάροι στα πανιά των καϊκιών

δάκρυα χαράς σκορπίζουν.

Φουρτουνιασμένοι αν την δεις,

ποτέ μην κάνεις πίσω,

μα πάρε θάρρος πιο πολύ,

αντάξιος της να σταθείς.

Και αν την μισείς, αν την φθονείς

τα μάτια άνοιξε να δεις

πως μήτε τον πρωινό ήλιο έκρυψε,

μήτε και το φεγγάρι

καθρέφτης γίνετε

για χάρη του τα βράδια.

Εάν στα νερά της θα χαθείς,

εάν επιπλέεις αδρανής,

την δύναμη τόλμησε να βρεις,

να καταφέρεις αλώβητος να βγεις.

Αν μοναχός στην αμμουδιά,

κοχύλια θέλεις να γυρέψεις,

ένα συγνώμη θα σου πει

τούτη η γαλάζια θεά

με τ’ άσπρο φόρεμα της.

Μόνο αναμνήσεις

ξεβράζει η θάλασσα

και ανεκπλήρωτα όνειρα

ψαράδων και ψαριών,

θεών και αθανάτων.

Αν, όμως, συντροφιά γυρεύεις,

σιμά της να πλαγιάσεις,

σφράγισε την αγάπη σου

μες της καρδιάς τα βάθη,

 κράτησε δίπλα στο αυτί,

ένα κοχύλι, μια αιώνια φωνή:

είναι η ζωή μια θάλασσα,

γλυκιά και μαγική.

Αλεξάνδρα Κριαρίδου

Β΄Διαγωνισμός

Γ΄ Βραβείο Αποδήμων

 

 

 

 

===========================

 

 

Θαλασσινό κέλευσμα

 

Θάλασσες και φώς το ηλιοβασίλεμα.

Τα αγέρωχα δελφίνια στων κυμάτων το χορό!

Φάλαινες και φώκιες στο παιγνίδι των νερών,

Κι από τα βάθη του ωκεανού

 οι  φωνές  της ησυχίας

που σε λήθαργο αγαλλίασης

τραβούν των ανθρώπων τις ψυχές!

Και ψηλά μες στο λευκόφυρτο ουρανό                     

οι αιθεροπλόοι γλάροι

με τα ιστία  των καραβιών παίζοντας!

Τα παιδιά, οι γενέτειρες του γέλιου,

την ψυχική τους όρχηση

απλώνοντας στης θάλασσας τον ύμνο,

καθώς η φιλία δυναμώνει

στην πανδαισία των ματιών!

Τα αθάνατα βραχύβια όστρακα της τρικυμίας,

οι παλαιστές της Αβύσσου

και οικιστές των ενδόξων ναυαγίων του πυθμένα!

Τα ανθεκτικά ωκεάνια κοχύλια

οι ταξιδευτές του γελαστού ύπνου,

οι μελετητές της σοφίας και οικοδεσπότες

των ανθρώπινων ονείρων.

Ο άλλος πάλι καρχαρίας, 

επιβλητικός και ατίθασος γητευτής των ψαριών.

Ο δίχως μπροστά στων δελφινιών

την ομορφιά να εμφανιστεί!

Γαλανόφθαλμοι ουρανοί των νησιών η ηγεσία

Λευκοφόροι Άγγελοι στη χώρα Θαυμασία!

Και τα δέντρα εκείνα τα αμφίβια

των θυελλών, της γαλήνης.

Τα ηλιακά κειμήλια που κράτος έχουν

μες στο φόβο, μες στο ποίημα,

στην αντάρα των πολέμων!

Μες στο κέλευσμα του ονείρου

της αέναης αυγής!

            Παναγιώτης Χατζηκυριάκος

Β΄ Διαγωνισμός

Α΄ Βραβείο κατηγορία Μαθητών

 

 

 

 

===================================

 

 

Ζωής  ταξίδεμα

 

Απ της Κλωθούς  τα νήματα τα ξάρτια του πλεγμένα,

μ’ αμπάρια σφραγισμένα ,  σκαρί μες το γιαλό

λύνει τον  κάβο  χάραμα,  στη  γέννα πουν δεμένο, 

βαθιά αγκιστρωμένο  στης μήτρας το βυθό.

 

Σαν   άτι παιχνιδιάρικο  στης Ατροπού τ  αχνάρι,

χωρίς το χαλινάρι   καλπάζει στ ανοιχτά, 

μες της ζωής το πέλαγος  γλάρος που φτερουγίζει ,

σαν όνειρο  ατενίζει τα γαλανά νερά.

 

 Μέσα στο ατελείωτο ,πολύχρωμο  κοπάδι,

της ύπαρξης οι  κλάδοι  σμίγουν  με το σκαρί,

μοιράζονται τα κύματα, καθένα το δικό του,

της μοίρας κληρωτό του ,μπροστά του για να βρει.

 

Διάσπαρτα στο  πέλαγος, Κίρκης ,Σειρήνων  λεία ,

ανέμελα τα  πλοία   ζητούν τερματισμό ,

με μια ελπίδα ζωντανή ασκοί μην  τους διαλέξουν,

πανιά μη σημαδέψουν και σπάσουν τον ιστό.

 

Κι  όσα  περνούν τη Χάρυβδη, τη Σκύλλα, λαβωμένα

σε κύματα  αφρισμένα  γιατρεύουνε  πληγές,  

κι άλλα στο απάγκιο του γιαλού αρμέγουν τη  γαλήνη, 

μακριά απ’ την οδύνη περνούν σαν αστραπές. 

 

Κάποια  λεηλατήθηκαν, μείναν  χωρίς τιμόνι,

σφύρα, σκληρό  αμόνι του πόνου ο βοριάς,

τους φάρους δεν αντίκρισαν , το πέρασμα δε  βρήκαν,

μες το βυθό  χαθήκαν,  φεγγάρια μιας βραδιάς.

 

Χωρίς πυξίδα χάθηκε, της Λάχεσης το  κύμα

του έκοψε το νήμα που ‘φτανε  στη κορφή,

η πλώρη του δεν άντεξε ,ρωγμές στα ίσαλά   του,

κουρέλια τα πανιά του, βύθισαν  το σκαρί.

 

Τυφλό ζωής ταξίδεμα, θάλασσα το σκεπάζει,

στάλα της  μόνο μοιάζει,   βότσαλο σε ακτή,

το τέλος, κόμπος άλυτος σε σφραγιστό αμπάρι ,

κλειστό μαργαριτάρι  βαθιά μες  τη ψυχή.

            Αθανάσιος Τρίψας

Α΄Διαγωνισμός

Α΄ Βραβείο

 

 

 

=======================================

 

 

ΕΙΝ’ Η ΖΩΗ ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

(ΕΝΑ ΣΚΑΡΙ ΕΙΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ)

 

Σε μια φωλιά απάνεμη γεννήθηκα, βαρκούλα,

μα για ταξίδι μακρινό, έκανα προσευχή`

τα όνειρά μου αυγάτιζα σε κόλπους, την αυγούλα,

μα μες στο πέλαο μακριά, αρμένιζε η ψυχή.

 

Δεν πάλεψα σ’ ακύμαντα, μαρμαρωμένα αλώνια`

το κύμα μέσα μου άφριζε ολόρθο στην καρδιά

κι ακόντιζε τη στράτα μου στου ταξιδιού τα κλώνια`

πάλεμα με τα κύματα, του Αιόλου τα παιδιά.

 

Έσταζαν ήλιους κρεμαστούς, σαν κύματος, οι στάλες

της σκέψης μου, αγνάντεμα στο βλέμμα τ’ ουρανού,

που απ’ την καρδιά ξεκίναγαν, δυο πυρκαγιές μεγάλες:

το φως να εύρω της αυγής, τ’ άστρο του δειλινού.

 

Σαγηνεμένα θέλγητρα των στεναγμών τα σμήνη,

ζαλικωμένα μ’ όνειρα, πολέμου αρματωσιά,

γένναγαν στην καρδούλα μου του πόθου τη γαλήνη

σαν προσευχή στο άπειρο, του ονείρου η εκκλησιά.

 

Ένα σκαρί ήμουν και εγώ, σαν τ’ άλλα, στη ζωή μου,

που μέσα της ταξίδεψα - μια θάλασσα βαθιά`

κι ήταν για μένα έρημος, μαζί και όασή μου,

σαν τον Σεβάχ να πολεμώ, μ’ ανέμους και σπαθιά.

 

Λοστρόμος, ναύτης, πλοηγός, μαζί και καπετάνιος,

σαν μιαν ανάσα, σταγονιά στο πέλαο της ζωής,

γλάρος στης γης το πύρωμα, μα ένιωθα ουράνιος`

του κόσμου ένα τίποτα, στο φως ταξιδευτής.

 

Κοπαδιαστά τα κύματα να με κτυπούν, Θεέ μου,

λεφούσια τ' αντερείσματα που ορθώνονταν μπροστά,

μ’ ανάκρουστα τα έσιαζε η προσευχή, Χριστέ μου,

κι ανθοβολούσαν ήρεμα, στο τέλος, γελαστά.

 

Πόσες δεν εμπατάρισα, φορές, μες στα μπουγάζια,

καταντικρύ στη Χάρυβδη, στης Σκύλλας το θυμό,

Σειρήνες, κι αν δεν γνώρισα, στου χάρου τα περβάζια

και Κίρκες που με μάγεψαν στου ωραίου το λιμό!

 

Σαρακωμένο το σκαρί στου κύματος το βλέμμα,

μες στην ψυχή μου μαχαιριές τα λόγια του καιρού,

φουρτούνες με λαβώσανε στου ταξιδιού το γέμα,

μα δεν κουρσέψαν την ψυχή και τ’ άστρο του οχυρού.

 

Από την πλώρη η πίστη μου, από την πρύμνη η ελπίδα,

τραγούδισμα του όνειρου να ακούσω ιερό,

το βασιλιά Αλέξανδρο, μετά την καταιγίδα,

μες στης Ιθάκης την ακτή να νιώσω καρτερώ.

Ιωάννης Παναγάκος

Α΄ Διαγωνισμός

Α΄ Βραβείο

 

 

 

======================================

 

 

                Καπετάνισσα

 

Με βήμα άγριο, πάνω σε πύρινη άμμο,

ακολούθησα το γαλάζιο της δικής μου ζωής!

Τρικυμισμένη θάλασσα το μπλε μου,

περίμενε να με αγκαλιάσει.

 

Δελφίνι πλανεμένο παιχνίδιζα με ηλιαχτίδες,

που άπιαστες κρυβόντουσαν στο βάθος μου.

ακολουθώντας πολύχρωμα εκπληκτικά μονοπάτια,

γεμάτα ίριδες από την αθωότητα της ψυχής μου.

 

Πόσες φορές να σκιάχτηκε τάχα η σκέψη μου

αντικρίζοντας το σκοτάδι του μαύρου βυθού μου;

Πόσες άλλες, πάλι, να φωτίστηκε από χαράς χαμόγελα

συναντώντας τρυφερές αποχρώσεις του έρωτα μου;

 

Πόσες αλήθεια, αποκοιμήθηκα

στην αγκαλιά της θάλασσάς μου;

Να με λικνίζει το κύμα.. νανούρισμα

τα απαλά αγγίγματα των χειλιών της!

Γάργαρο νερό οι λέξεις. ψίθυρος

κελαριστός στα αυτιά μου!

 

Πόσες φορές δεν πόνεσα άραγε

από την δύναμη των «σ’ αγαπώ»,

που ορμητικά πάφλαζαν

στην αμμουδιά του μυαλού μου!...

 

Εκεί, τις ήσυχες νύχτες,

κάτω από τα λαμπυρίσματα του φεγγαριού,

να με ταξιδεύεις τολμηρή καπετάνισσα,

σε όνειρα δικά μου!

Γεμάτα ευτυχία και μικρές αγγελικές φωνούλες!

 

Τις άγριες νύχτες όμως,

θαλασσόλυκος να προσπαθώ ασπίδα μου να γίνω,

από τ' απανωτά κτυπήματα των κεραυνών,

που ανελέητα έπεφταν

πάνω στο κουρελιασμένο κορμί μου!

 

Μέρες μετά, μεσοπέλαγα,

στο αφρισμένο ξεθύμασμα της ζωής μου,

με φωτισμένο πρόσωπο και υγρές ρυτίδες,

ξεκινούσα πάντα για ένα νέο ταξίδι.

Με ρότα τον Ήλιο. Ακολουθώντας τους γλάρους.

            Κατερίνα Καρυπίδου

 

Β΄ Διαγωνισμός

Γ΄ Βραβείο  (Αποδήμων)

 

====================================

Παρακαλούνται όλοι οι διακριθέντες στον διαγωνισμό να αποστείλουν ηλεκτρονικά ( με e-mail) το βραβευμένο ποιήμά τους, εάν θέλουν να δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του ΚΕΛΑΙΝΩ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου