Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΛΩΝΑΡΗ ΜΗΝΑ



           

                                                                                    του  Μιχάλη Χαλά

 

   Και ξαφνικά, εκεί που όλα κυλούσανε μακάρια, μέσα στο καταμεσήμερο, έπεσε από το καταγάλανο ουρανό, σαν βολίδα, πάνω στη θημωνιά και ανατάραξε τα στάχυα της, ένα πελώριο κιρκινέζι.

   Η θημωνιά υψωνότανε δίπλα στο πλακόστρωτο αλώνι και ένα μικρός αλωνάρης ξυπόλητος, μαζί με τις τρεις παρδαλόχρωμες αγελάδες του, προσπαθούσε, τεμπέλικα, να κάνουν το στάρι να αποχωριστεί από τα στάχυα και αυτά να γίνουν άχυρα. Από εκεί και μετά , όλα γίνανε μέσα σε δευτερόλεπτα. Μέχρι να συνέλθει ο μικρός αλωνάρης από το ξάφνιασμα, το κιρκινέζι τέντωσε τις δυνατές φτερούγες του, υψώθηκε περήφανο, νικητής και τροπαιούχος και άρχισε να πετάει πάνω από ρεματιανή χαράδρα, κρατώντας στα ατσαλένια τσιγκελωτά του νύχια μια πελώρια δρογκαλιά. μέ έναν δυστυχισμένο ποντικό σφηνωμένο μέσα στο στόμα της. Σπάνιο το θέαμα και κάθε περιγραφή του δε μπορεί να πλησιάσει την πραγματικότητα.

   Πώς να περιγράψεις τις απεγνωσμένες προσπάθειες που έκανε το φίδι για να ξεφύγει από το θανάσιμο γάντζωμα του γερακιού; Όπως ήτανε αυτό μακρύ και ο θηρευτής του το είχε αρπάξει από τον λαιμό, κρεμότανε στον αέρα και από τα απότομα ξεσπάσματά του φαινότανε καθαρά η αδυσώπητη μάχη που έδινε με τον θάνατο.

   Ο ποντικός είχε χάσει κάθε ελπίδα. Μόνο το αεράκι από το πέταγμα του γερακιού τέντωνε την ουρά του. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης σε μια τέλεια εικόνα. Πάντα εν σοφία εποίησε!

δύσμοιρος ποντικός, από τη κακιά αυτή στιγμή που τον ανακάλυψε η δρογκαλιά στη ζεστή φωλιά του μέσα στη πελώρια θημωνιά, έφυγε οριστικά από τη ζωή. Της δρογκαλιάς, λίγα λεπτά μετά το αναπάντεχο πέταγμά της στα ύψη, σίγουρα τέλειωσε και εκείνης η αποστολή, αφού το κιρκινέζι θα τάιζε με αυτήν τα λαίμαργα αετόπουλα του. Το κιρκινέζι αφού ζει περίπου εκατό χρόνια, θα συνέχισε το δικό του πρόγραμμα. Να γεννά αετόπουλα και να τα ταΐζει με δρογκαλιές, ποντικούς, μικρόπουλα και ότι άλλο του ορίζει η φύση. Και ο μικρός αλωνάρης;

   Αυτός συνέχισε να γυρίζει μαζί με τις αγελάδες του στο αλώνι με τα στάχυα, για πολλά ακόμη χρόνια, έτσι τεμπέλικα, μέσα στο λιοπύρι του Ιούλη, μέχρι που έφτασε η ώρα του να κάνει το μεγάλο λάθος! Παρασυρμένος από τα φκιασίδια της μεγάλης πόλης μπήκε στο μεγάλο τσιμεντένιο αλώνι της, που ο αλωνάρης γλυτώνει μόνο σαν πεθάνει! Τώρα γερασμένος πια κάθεται και λογαριάζει. Ποιος θα φύγει άραγε πρώτος για τον άλλο κόσμο; Το κιρκινέζι που ζει εκατό χρόνια ή εκείνος; Μάλλον εκείνος,. Όποιος όμως  και να φύγει πρώτος και οι δύο κάποια στιγμή, έστω καθυστερημένα, μπορεί να συναντήσουνε τον ποντικό και τη δρογκαλιά, που έφυγαν με αυτόν τον περίεργο τρόπο. Τουλάχιστον το γεράκι θα έχει χαρεί αυτό το θείο δώρο που λέγεται ελευθερία! Αλωνάρης μήνας ο Ιούλης, μήνας ευλογημένος, μήνας της σοδειάς και σαν σταθείς κοντά στ’ αλώνι θα καμαρώσεις τους δουλευταράδες, τους νοικοκύρηδες. Γιατί εκτός από τον άνθρωπο νύχτα θα πάει ο λαγός και ο σκαντζόχοιρος να πάρουν το μερτικό τους και πριν χαράξει ξεκινάνε οι στρατιές των μερμηγκιών και κουβαλάνε ασταμάτητα σπόρια και άχυρα. Και σαν ξημερώσει για τα καλά, σύννεφα πέφτουν πάνω στις θημωνιές τα σπουργίτια, οι κατσουλιέρηδες και τα άλλα μικρόπουλα. Μόνο ο τζίτζικας δε δίνει σημασία για όλα αυτά. Τα θεωρεί… αστικές συνήθειες και εφαρμόζει απόλυτα  το: η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη.

   Μήπως αυτός διάλεξε τον καλύτερο τρόπο ζωής;  Μ. Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου