Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΚΟΡΔΕΛΑΚΙ ΤΗΣ ΜΥΡΤΩΣ


της Ευαγγελίας Ρουμελίωτη-Δαρσινού

   Την έβλεπα κάθε μέρα μόλις άνοιγα το παράθυρό μου. Το σπίτι της ήταν δίπλα στο δικό μου, πνιγμένο στο αγιόκλημα και τα γιασεμιά. Έμενε με τη γιαγιά της, που όλη μέρα τριγυρνούσε στην αυλή ποτίζοντας και φροντίζοντας τα λουλούδια.  «Μυρτούλα το γάλα σου, βάλε τη ζακέτα σου, θα μου κρυώσεις. Μυρτούλα πάλι στον κήπο είσαι; Μάζεψε τα τετράδιά σου, αχ, άμα πεθάνω τι θα γίνεις ξεμυαλισμένο μου…»

   Κάθε πρωί, σαν ήταν άνοιξη, ανοίγοντας το παράθυρό μου αντίκριζα τον ξανθό χείμαρρο των μαλλιών της. Σε λίγο έβλεπα το χαμόγελό της και έτρεχα να τη συναντήσω. Δίναμε ραντεβού στην εξώπορτά της και φεύγαμε μαζί για το σχολείο. Σε όλο το δρόμο λέγαμε τα δικά μας, συναντούσαμε κι άλλους συμμαθητές και βαδίζαμε όλοι μαζί. Μόλις φτάναμε στο σχολείο χωρίζαμε – εκείνη πήγαινε σε μικρότερη τάξη. Το χειμώνα, που το παράθυρο παρέμενε κλειστό, πάντα το άσπρο κουρτινάκι ήταν τραβηγμένο με τρόπο τυχαίο στο πλάι κι έτσι ο χρυσός χείμαρρος, πηγαίνοντας πέρα δώθε στο δωμάτιο, μπορούσε λες να χαμογελάσει. Τις αυλές μας χώριζε μια χαμηλή μάντρα, φτιαγμένη από τσιμεντόλιθους.

   Τις νύχτες, εγώ από τη μια μεριά κι εκείνη από την άλλη ακουμπούσαμε τα χέρια μας πάνω στην τραχιά επιφάνεια και ξετυλίγαμε τα όνειρά μας. Της έδειχνα τα αστέρια και εκείνη μου έλεγε ιστορίες για το μέλλον, όταν θα πάμε στην Αθήνα στα μεγάλα και πολλά φώτα…

   - Βάλε λίγο τσιμεντάκι στην επιφάνεια της μάντρας να στρώσει, παραπονιόμουν στον πατέρα μου δείχνοντας τα γρατσουνισμένα μπράτσα μου.

   - Μα είναι ανάγκη να τα λέτε στη μάντρα, σαν τους κατάδικους στα σίδερα της φυλακής; γελούσε πάντα εκείνος.

   - Εκεί έχει ησυχία, κι άλλωστε μας αρέσει. Μπορείς να το τσιμεντώσεις λίγο;

   - Γελούσε τότε πιο πολύ εκείνος, παραφράζοντας τη γνωστή παροιμία: «έρωτας δίχως γρατσουνίσματα, δεν έχει νοστιμάδα».

   - Δεν είμαι ερωτευμένος! θύμωνα κι έφευγα χτυπώντας πίσω μου την πόρτα. Ή μήπως ήμουνα;

   Κάποιο γλυκό ανοιξιάτικο βράδυ χάρισα στη Μυρτώ ένα χρυσό κορδελάκι, να ταιριάζει στα ξανθά μαλλιά της. Το φόρεσε στο κεφάλι της κι ύστερα μου έσφιξε γερά τα χέρια:

   - Θα το έχω πάντα, Μάριε, για να σε θυμάμαι.

   - Δε θέλω να σε χάσω, Μυρτώ κι ένα σφίξιμο μου έδεσε κόμπο το στομάχι.

   Δεν έβλεπα τα μάτια της μα τα ένιωθα να λάμπουν, κι η φωνή της ζεστή στο αυτί μου:

   - Μη φοβάσαι, δε θα με χάσεις, ψιθύρισε και τα χείλη της χάιδεψαν το μάγουλό μου τρυφερά.

   Ύστερα χάθηκε μέσα στη νύχτα σαν νεράιδα του παραμυθιού, με το χρυσό κορδελάκι να λάμπει στα μαλλιά της. Κάθισα κάτω, στα σκαλιά της κι απολάμβανα τις μυρωδιές από τα λουλούδια του κήπου της. Τα αστέρια έπεφταν ένα ένα στην αγκαλιά μου.

   Κι όμως, γρήγορα την έχασα τη Μυρτώ. Στην αρχή έπαψα να βλέπω τη μορφή της από το παράθυρο κι ύστερα δεν ξαναφάνηκε τις νύχτες στη μάντρα μας. Αργότερα, δε φάνηκε στην εξώπορτα για το σχολείο κι οι συμμαθητές μας με ρωτούσαν τι συμβαίνει. Με έτρωγε κι εμένα η αγωνία, γιατί τα βράδια μάταια περίμενα ένα μήνυμά της. Πήγα σπίτι της. Η γιαγιά μόλις με είδε έβαλε τα κλάματα. Ένας φαντάρος, λέει, ήρθε από την Αθήνα και από τότε εκείνη έτρεχε μαζί του τις νύχτες και ξέχασε τους φίλους της, το σχολείο και τη φτωχή της γιαγιά, που θα πεθάνει από την στενοχώρια της.

   - Πρέπει να τη σώσουμε Μάριε, θα μας πάρει μακριά το κορίτσι μας, σπάραζε η καημένη σκουπίζοντας τα γερασμένα μάτια της.

   Αχ! Μυρτώ, χρωματιστή μου πεταλούδα, πας γυρεύοντας να κάψεις τα φτερά σου. Τι μπορούσα να κάνω εγώ, ένας άπειρος έφηβος που την αγαπούσε, μπροστά στο κύμα της ζωής που ορμούσε να την πνίξει; Μάταια περίμενα στη μάντρα μας να φανεί, μάταια πετούσα πετραδάκια στο παράθυρό της να με δει, ούτε στα γράμματά μου δεν απαντούσε. Ο ξανθός μου χείμαρρος δεν ήθελε να σωθεί. Κι όλα τελείωσαν ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, ένα βράδυ από εκείνα που ευνοούν τα πάθη και οι πράξεις των ανθρώπων φτάνουν στα άκρα. Η γιαγιά της ήρθε σπίτι μου:

   - Δε φάνηκε ακόμα, και τα μάτια της ήταν γεμάτα τρόμο.

   Απελπισμένα πήρα τους δρόμους να την ψάχνω. Δεν την είχε δει κανείς. Πήγα στους φίλους μας κι εκείνοι ντράπηκαν να μου πουν πως την είχαν δει να τρέχει προς το δάσος.

   - Μη στεναχωριέσαι, Μάριε, η Μυρτώ σ’ αγαπάει, θα γυρίσει.

   Κι εγώ έτρεχα στους δρόμους σαν χαμένος. «Με αγαπάει», έλεγα, «δεν γίνεται να ξέχασε. Να παίξει θέλει με τα χρώματα της ζωής. Εκείνη όμως μπερδεύτηκε και διάλεξε το μαύρο».

   Δε γύρισε η Μυρτώ. Μεσάνυχτα πέταξαν μπροστά στη μεταλλική πόρτα το ματωμένο σώμα της και το παράτησαν, σαν πληγωμένο πουλί με κομμένα τα φτερά, εκεί που ανθίζουν τα γιασεμιά. Εκεί που έτρεχε με τα σανδάλια της να μαζέψει τα λευκά λουλουδάκια.

   - Μύρισε Μάριε, μου έλεγε κι άπλωνε τη χούφτα της μπροστά στη μύτη μου.

   - Μην τα σφίγγεις, θα τα τσακίσεις, της έλεγα… Κι εκείνη γελούσε και σκόρπιζε τα λευκά λουλουδάκια στον αέρα και στα μαλλιά μου.

   - Πρέπει να μάθω, Μάριε, να βρω πού κρύβεται ο χυμός τους.

   Κανείς δεν ήταν εκεί να τα μαζέψει τα σκισμένα ρούχα της και το χρυσό της κορδελάκι, που τώρα, περασμένο στο λαιμό της, κόντευε να την πνίξει. Μόνο η γιαγιά της έσκουζε μέσα στη νύχτα κι ύστερα τίποτα. Σφάλισαν τα παράθυρα, μαράθηκαν τα γιασεμιά και μια κλωστούλα χρυσή έμεινε στην αυλόπορτα να θυμίζει την άνοιξη.

   Πώς δεν το σκότωσαν το καημένο το κορίτσι, ψιθύριζαν πίσω από τις σφαλιστές πόρτες οι γείτονες.

   - Ποιος τόλμησε να απλώσει χέρι σε αυτόν τον άγγελο; ψιθύριζε η μάνα μου κάνοντας το σταυρό της.

   - Μάριε, εσύ δεν ξέρεις τίποτα; ρωτούσε ο πατέρας μου.

   Κι εγώ έκλεινα τα αυτιά μου να μην ακούω, έκλεινα τα μάτια μου να μη βλέπω την ερημιά και τις ενοχές που γέμιζαν το δωμάτιό μου. Οι φίλοι μου μαζεύονταν σπίτι μου και με παρηγορούσαν:

   -Μην κάνεις έτσι Μάριε, θα το ξεπεράσεις.

   Ούτε μια συμπάθεια για εκείνη, που τις νύχτες άπλωνε μαζί μου τα όνειρά της. Ούτε ένα δάκρυ συμπόνιας για το δικό της πόνο από τους φίλους. Ύστερα έφευγαν κι εγώ έκλεινα πίσω τους την πόρτα φοβισμένος. Κανείς δεν τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα των δύο γυναικών, που μόνες έγλειφαν τις πληγές τους. Κι εγώ λιποτάχτης του έρωτα και της ζωής, κλεισμένος μέσα στο σπίτι μου περίμενα μάταια το κουρτινάκι να ανοίξει, ο ανόητος… Κι ένα πρωί αντικρίσαμε το σπίτι τελείως εγκαταλειμμένο. Κι έτσι έμεινε πια για πολλά χρόνια, ώσπου ξεράθηκαν τελείως τα γιασεμιά κι αράχνες εγκαταστάθηκαν στις πτυχές της μάντρας. Ποιος ξέρει τι απέγιναν οι δυο τους; Χρόνια έζησα με την αγωνία: «Τι θα γινόταν αν χτυπούσα τότε την πόρτα της; Γιατί δεν το έκανα αφού ορκίστηκα πως δεν ήθελα να την χάσω;» Μετά, τα χρόνια πέρασαν και κατάπιαν τις αναμνήσεις και τις ενοχές. Η ζωή σπρώχνει βαθιά όσα δεν θέλει να πληγώσουν τη σκέψη. Κάποια στιγμή, όμως παίρνει την εκδίκησή της. Τότε που η μοναξιά σού χτυπάει την πόρτα κι αναγκάζεσαι μόνος να κοιτάξεις το πρόσωπό σου στον καθρέφτη. Τα θυμήθηκα όλα τούτα απόψε, γιατί είδα τις πρώτες άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου κι ένιωσα ένα φριχτό πόνο στο στομάχι, όπως τότε. Πήρα το αυτοκίνητο κι έκανα μια μεγάλη βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Η Ομόνοια εντελώς αγνώριστη, πιο πέρα όμως υπάρχουν ακόμη περιοχές υποβαθμισμένες, πλατείες ερημικές, σπίτια που ίσως κάποτε αναστυλωθούν. Σε σκοτεινά δρομάκια πρόσφυγες να κοιμούνται πάνω σε χαρτόνια και εφημερίδες. Πού και πού μια σκιά ξεπετιέται στο σκοτάδι. Αλλού κάποια μακιγιαρισμένη ανθρώπινη μάσκα μού κάνει νόημα στα σκοτεινά.

   Και τότε μου φάνηκε πως το είδα! Ναι, ήταν ένα χρυσό κορδελάκι φορεμένο στα μαλλιά μιας ανθρώπινης σκιάς κι έλαμπε στο σκοτάδι. Άνοιξα το παράθυρο: «Μυρτώ!» φώναξα και η άκρη της φούστας χάνεται στη γωνία. Ένας μεθυσμένος κάνει άσεμνες χειρονομίες και ασφαλίζω την πόρτα του αυτοκινήτου ταραγμένος. Δεν ξέρω εάν φταίει η ψυχολογική μου κατάσταση κι, όμως, είμαι σχεδόν σίγουρος πως ναι, εκείνο ήταν το χρυσό κορδελάκι της Μυρτώς. Ε. Ρ. Δ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου