Τρίτη 8 Ιουλίου 2014
Σάββατο 5 Ιουλίου 2014
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014
Ο ΟΜΗΡΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΥΦΛΟΣ. ΤΟΝ ΤΥΦΛΩΣΑΝ
Ο ΟΜΗΡΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ
ΤΥΦΛΟΣ. ΤΟΝ ΤΥΦΛΩΣΑΝ!
γράφει ο Διονύσης Μπώκος
Το όνομα, που έδωσαν στον μεγάλο ποιητή,
«προφητικά» ή όχι, -«Όμηρος» - μετά το εγχείρημά του, δηλαδή, αφ’ ότου βγήκε να
ψάλλει το έργο του, το απαγορευμένο, για το ιερατείο και για πολλούς ομηριστές
σημαίνει τυφλός. Όμως ουδέποτε θα δεχτεί κανείς ότι τούτο προδιαγράφει την εκ
γενετής ύπαρξη αυτής της αναπηρίας. Και οι λόγοι είναι λίγοι μεν, αλλά ισχυροί!
Εάν λοιπόν ήταν τυφλός και είχε το χάρισμα
της απομνημόνευσης, τότε θα έπρεπε να γνωρίζει μόνο όσα του είχαν πει ή ό,τι
του έλεγαν. Τίποτα περισσότερο, αφού δεν έβλεπε.
Εάν ήταν τυφλός, πως θα μπορούσε μόνος του,
χωρίς τη παραμικρή βοήθεια, ένα τόσο μεγάλο ποιητικό έργο να το συνθέσει και να
βγει –τυφλός- στους δρόμους να το ψάλλει; Διέθετε βοηθό; Ας πούμε κάτι σαν
γραμματέα,. Και θα είχε εμπιστοσύνη, αφού γνώριζε ότι αυτό που ετοιμάζει θα
προκαλούσε την οργή του ιερατείου και βέβαια γνωρίζοντας και τις συνέπειες, αν
διέρρεε;
Εάν ήταν τυφλός, πως θα το έγραφε, ή και θα
διάβαζε αυτό που «είδε»;
Εάν ήταν τυφλός και τελικά συνέθεσε,
«έγραψε» και έψαλλε ένα τόσο μεγάλο ποίημα, αυτό σημαίνει ότι ήταν από τους
εύπορους και είχε τη δυνατότητα να διατηρεί, όπως σημειώσαμε πιο πάνω,
γραμματέα ή γραμματείς, δηλαδή ομάδα ανθρώπων και συνοδό κατά την έξοδό του,
στους δρόμους; Ο εύπορος όμως είναι και δυνατός. Είναι υπολογίσιμος, στην όποια
κοινωνία…
Στο «βιογραφικό» του όμως δεν αναφέρεται πως
είναι οτιδήποτε άλλο, εκτός από αοιδός και φυσικά ποιητής.
Αντίθετα, τον Ησίοδο, τον λένε τσοπάνη!
Βέβαια, η λέξη τσοπάνης, με την σημερινή έννοιά της, ενέχει κάτι το
«υποτιμητικό». Για την εποχή εκείνη όμως φαίνεται να είναι το πιο αποδοτικό
επάγγελμα. Άλλωστε και ο βασιλιάς Οδυσσέας, τσέλιγκας είναι, με τα τόσα κοπάδια
που κατέχει. Ακόμη και ο «θεός» Ήλιος τσοπάνης ήταν, με κουτελάτες αγελάδες «..όπου βόσκουν / βόδια και πρόβατα παχιά του κοσμογυριστή
Ήλιου» (Μ 127-128)
Βέβαια, τον Ησίοδο τον σκότωσαν («κατά
λάθος») και εν πάσει περιπτώσει ξεμπέρδεψε. Η ποινή όμως του Ομήρου, ήταν διπλή
και τριπλή, για το δικό του ανόμημα. Του «χάρισαν» το αιώνιο σκοτάδι εν ζωή!
Και έτσι απομακρύνθηκε έκτοτε, από τον κόσμο, φτάνοντας στην Ίο, όπου όπως
λέγεται και πέθανε ξεχασμένος.
Αλλά, ας δούμε το θέμα και από μια άλλη
οπτική γωνία. Στους χώρους λοιπόν, που το «απόρρητο» είναι το πρώτο μέλημα – στο άδυτο – ένας ανάπηρος και
μάλιστα τυφλός δεν θα επιλεγόταν εύκολα, λόγω της αναπηρίας αυτής, που θα
απαιτούσε παράλληλα και φροντίδα ιδιαίτερη. Έτσι, θεωρείται αδύνατο, να τον
επέλεξαν τυφλόν, όσο και ταλέντο να ήταν ο Όμηρος, όταν εκεί χρειάζονταν
αεικίνητοι με «αυτί και μάτι»!
Να τον συνέλαβαν αργότερα και εκεί μέσα,
μακριά από τα μάτια του κόσμου, μακριά από μαρτυρίες, και να τον τύφλωσαν, αυτό
είναι μια πιθανότητα. Όπως επίσης είναι μια πιθανότητα, αργότερα να τον
ελευθέρωσαν ή και να τον εξόρισαν στην Ίο…
Δεν ήταν λοιπόν τυφλός ο Όμηρος μέχρι που
σύνθεσε, έγραψε, έψαλλε και «κατοχύρωσε» το έργο του, γυρνώντας παντού. Τότε,
και στον τόσο χρόνο, όσο το ιερατείο ήταν δεύτερο σε ισχύ, δηλαδή
αποδυναμωμένο. Αργότερα, όταν και οι δύο ισχυρές τάξεις, ευγενείς και ιερατείο
τον κυνηγούν μαζί, τότε δεν αποφεύγει την ποινή του. Τότε, «επηρώθη τας όψεις»!
Το ότι κάποιο «προφητικά» τον ονόμασαν
«όμηρο» δηλαδή τυφλό, αυτό είναι κάτι «αδιευκρίνιστο», αλλά βεβαίως μια πικρή
και σκληρή ίσως πραγματικότητα… Δ.
Μ.
___________
ΜΝΗΜΕΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΛΩΝΑΡΗ ΜΗΝΑ
του Μιχάλη Χαλά
Και ξαφνικά, εκεί που όλα κυλούσανε μακάρια,
μέσα στο καταμεσήμερο, έπεσε από το καταγάλανο ουρανό, σαν βολίδα, πάνω στη
θημωνιά και ανατάραξε τα στάχυα της, ένα πελώριο κιρκινέζι.
Η θημωνιά υψωνότανε δίπλα στο πλακόστρωτο
αλώνι και ένα μικρός αλωνάρης ξυπόλητος, μαζί με τις τρεις παρδαλόχρωμες
αγελάδες του, προσπαθούσε, τεμπέλικα, να κάνουν το στάρι να αποχωριστεί από τα
στάχυα και αυτά να γίνουν άχυρα. Από εκεί και μετά , όλα γίνανε μέσα σε
δευτερόλεπτα. Μέχρι να συνέλθει ο μικρός αλωνάρης από το ξάφνιασμα, το
κιρκινέζι τέντωσε τις δυνατές φτερούγες του, υψώθηκε περήφανο, νικητής και
τροπαιούχος και άρχισε να πετάει πάνω από ρεματιανή χαράδρα, κρατώντας στα
ατσαλένια τσιγκελωτά του νύχια μια πελώρια δρογκαλιά. μέ έναν δυστυχισμένο
ποντικό σφηνωμένο μέσα στο στόμα της. Σπάνιο το θέαμα και κάθε περιγραφή του δε
μπορεί να πλησιάσει την πραγματικότητα.
Πώς να περιγράψεις τις απεγνωσμένες
προσπάθειες που έκανε το φίδι για να ξεφύγει από το θανάσιμο γάντζωμα του
γερακιού; Όπως ήτανε αυτό μακρύ και ο θηρευτής του το είχε αρπάξει από τον
λαιμό, κρεμότανε στον αέρα και από τα απότομα ξεσπάσματά του φαινότανε καθαρά η
αδυσώπητη μάχη που έδινε με τον θάνατο.
Ο ποντικός είχε χάσει κάθε ελπίδα. Μόνο το
αεράκι από το πέταγμα του γερακιού τέντωνε την ουρά του. Το αίσθημα της
αυτοσυντήρησης σε μια τέλεια εικόνα. Πάντα εν σοφία εποίησε!
δύσμοιρος ποντικός,
από τη κακιά αυτή στιγμή που τον ανακάλυψε η δρογκαλιά στη ζεστή φωλιά του μέσα
στη πελώρια θημωνιά, έφυγε οριστικά από τη ζωή. Της δρογκαλιάς, λίγα λεπτά μετά
το αναπάντεχο πέταγμά της στα ύψη, σίγουρα τέλειωσε και εκείνης η αποστολή,
αφού το κιρκινέζι θα τάιζε με αυτήν τα λαίμαργα αετόπουλα του. Το κιρκινέζι
αφού ζει περίπου εκατό χρόνια, θα συνέχισε το δικό του πρόγραμμα. Να γεννά
αετόπουλα και να τα ταΐζει με δρογκαλιές, ποντικούς, μικρόπουλα και ότι άλλο
του ορίζει η φύση. Και ο μικρός αλωνάρης;
Αυτός συνέχισε να γυρίζει μαζί με τις
αγελάδες του στο αλώνι με τα στάχυα, για πολλά ακόμη χρόνια, έτσι τεμπέλικα,
μέσα στο λιοπύρι του Ιούλη, μέχρι που έφτασε η ώρα του να κάνει το μεγάλο
λάθος! Παρασυρμένος από τα φκιασίδια της μεγάλης πόλης μπήκε στο μεγάλο
τσιμεντένιο αλώνι της, που ο αλωνάρης γλυτώνει μόνο σαν πεθάνει! Τώρα
γερασμένος πια κάθεται και λογαριάζει. Ποιος θα φύγει άραγε πρώτος για τον άλλο
κόσμο; Το κιρκινέζι που ζει εκατό χρόνια ή εκείνος; Μάλλον εκείνος,. Όποιος
όμως και να φύγει πρώτος και οι δύο
κάποια στιγμή, έστω καθυστερημένα, μπορεί να συναντήσουνε τον ποντικό και τη
δρογκαλιά, που έφυγαν με αυτόν τον περίεργο τρόπο. Τουλάχιστον το γεράκι θα
έχει χαρεί αυτό το θείο δώρο που λέγεται ελευθερία! Αλωνάρης μήνας ο Ιούλης,
μήνας ευλογημένος, μήνας της σοδειάς και σαν σταθείς κοντά στ’ αλώνι θα
καμαρώσεις τους δουλευταράδες, τους νοικοκύρηδες. Γιατί εκτός από τον άνθρωπο
νύχτα θα πάει ο λαγός και ο σκαντζόχοιρος να πάρουν το μερτικό τους και πριν
χαράξει ξεκινάνε οι στρατιές των μερμηγκιών και κουβαλάνε ασταμάτητα σπόρια και
άχυρα. Και σαν ξημερώσει για τα καλά, σύννεφα πέφτουν πάνω στις θημωνιές τα
σπουργίτια, οι κατσουλιέρηδες και τα άλλα μικρόπουλα. Μόνο ο τζίτζικας δε δίνει
σημασία για όλα αυτά. Τα θεωρεί… αστικές συνήθειες και εφαρμόζει απόλυτα το: η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη.
Μήπως αυτός διάλεξε τον καλύτερο τρόπο
ζωής; Μ. Χ.
Κυριακή 8 Ιουνίου 2014
Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
της
Νίκης Μιχαήλ Κατσικάδη
Στο φωτεινό χώρο
της Μανιάτικης παράδοσης, στον τρόπο αντίταξης κι αποτίναξης Ενετών, Αράβων,
Τούρκων, αλλά και κάθε επιδρομέα, διαγράφεται η Ελληνική λαμπρότητα στις σελίδες
της Ιστορίας του κόσμου.
«Ήρωες και ηρωίδες, μες της γης αυτή τη
σφαίρα,
πρέπει να ’χουν την Ελλάδα για
πατρίδα και μητέρα!»
Όμως, στη
διαφορετικότητα του συνόλου υπάρχει, όχι μόνο η Ελευθερία, αλλά και το «Νίκη ή
Θάνατος». Αυτό είναι το σύμφυτο της ύπαρξης των ενεών και γενεών της Μάνης, της
Μανιάτισσας γυναίκας και Μάνας. Σπονδή ιερή η αρχαϊκή Ελληνική κοινότητα
στεφανώνει τη διαφορετικότητα της αδούλωτης Μανιάτισσας, κι έχει εδώ ακριβώς
τις ρίζες του το γαλάζιο δέντρο της Ελλάδος.
Εδώ, δεν υπάρχει
ασθενές φύλλο και συσκότιση της έννοιας, της πραγματικής, όμως, τιμής. Εδώ,
υπάρχει ψυχή. Υπάρχουν Μανάδες, Αμαζόνες, Ηρωίδες παντοδύναμες, αυτοκρατόρισσες
του δικαίου. Η σκληρή αντιμετώπιση του εχθρού ήταν θρίαμβος, συνταίριασμα
ανθρώπινου και θείου μεγαλείου.
Και κατά το
λάτρη της Ελλάδος, Γκαίτε, το πιο ωραίο και πιο εύοσμο λουλούδι φυτρώνει στα
βράχια! Και, μάλιστα, αυτά τα βράχια κι αυτό τ’ ακούρσευτο Δυρό, που γέννησαν
τη Δόξα κι έθαψαν τη βία, είναι η ματωμένη πέτρα που κάρφωσε το δακτυλίδι της η
λευτεριά, για να λογοδοθεί με τον ηρωισμό και να φέρουν τις κατοπινές γενιές
των γενναίων.
Μάνα της Μάνης,
ηρωίδα του Δυρού, γυναίκα της Μάνης, που υποφέρεις ακόμα και την απώλεια του
σπλάχνου σου και πιστεύεις στους ακόλουθους παρήγορους ενδεκασύλλαβους στίχους
–Λακωνικής σοφίας- της Μανιάτισσας για
το σκοτωμένο με χειροβομβίδα παιδί στο Λάκκο της Αγίας Βαρβάρας, βγαλμένους από
μελέτη των συγγραφέων Πίτερ Γκινχολγκ (Άγγλου) και Έντουαρντ Ηλιόπουλου.
Γράφουν μεταξύ
άλλων:
«Την κάθε απώλεια μάθε
ν’ αντέχεις, να θρηνείς.
υφάδι της ζωής
είναι κι ο πόνος.
Γίνε για τις φωτιές
θάλασσα της αναμονής,
δεν είσαι ’συ των
στεναγμών ο μόνος».
Μάνα της
νεραϊδογέννητης γενιάς, όπου το θάνατο πάτησες μιας πατρίδας αναγεννημένης από
την τέφρα της. Ζάλη της Τουρκιάς, καύχημα της Ρωμιοσύνης!
Αυτή η κώχη της
σεμνής προσφοράς έχει δικαίωμα στο μεγαλύτερο έπαθλο, που είναι η αναγνώριση.
Ελληνική και Παγκόσμια. Κι όπως είπα ο Λαπαθιώτης:
«Και τον εαυτό μου, Μάνα μου, / τον αγαπώ
γιατί ήτανε παιδί Σου!»
Κι εμείς,
αγαπάμε τη ζωή, και το πνεύμα μεθυσμένο σαλπάρει το κορμί στην ελπίδα… στην
ευτυχία, γιατί είμαστε απόγονοι ηρώων. Της Ελλάδος, της Μάνης, του κέντρου του
κόσμου.
Πόσο ταιριάζει
το: «εκ γυναικός – Μανιάτισσας – πηγάζει
τα κρείττω». Μάνα των λαμπρών προσωπικοτήτων, της Επιστήμης, της Τέχνης,
των Γραμμάτων. Το κάλλος της μορφής, του νου, της ψυχής, των παιδιών σου,
φωτίζει τον κόσμο που, τι θα ήταν, αλήθεια, χωρίς ΕΣΕΝΑ! Θα ’χε βουλιάξει, από το πάμβαρο κοράκι του Πόε!
Ν. Μ. Κ.
Πέμπτη 29 Μαΐου 2014
Τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων
Τα διπλά και τριπλά τζάμια των
παραθύρων
της
Παναγιώτας Ζαλώνη
Απλός παρατηρητής είμαι φαινομένων του σήμερα.
Άσκοπα κυνήγια ευδαιμονιστικών απολαύσεων
της τελευταίας κατηγορίας και μάλιστα καύχηση και περιαυτολογία τρανταχτή περί
τούτων.
«Εμείς πήγαμε διακοπές εκεί, παρέα με τον
ψηλό! Προσκεκλημένοι του…! Φάγαμε, στου…
Τι με νοιάζει εμένα κυρία μου, αν σε κάλεσαν
στο Καρπενήσι ή στο Γαϊδουρονήσι ή στο Κουφονήσι; Σε ρώτησα;
«Τεχνική ζωής» ανθρώπινης, έχεις εφεύρει ή
αναπτύξει ή κληρονομήσει;
Για να μην λυπούνται γι’ αυτή την κατηγορία
των ανθρώπων «ευαίσθητοι» παρατηρητές, πρέπει να τους πούμε πως αυτοί οι άνθρωποι είναι δυστυχείς πέρα για
πέρα … και δεν διορθώνονται με τίποτε.
Μες στα γονίδια τους έχουν και το λακτίζειν,
είτε είναι έτσι είτε αλλιώς. Είναι ψυχές κατ’ εμέ και συγχωρήστε μου τον
ορισμό μ η ε υ λ
ο γ η μ έ ν ε ς.
Αδύνατον να δουν το σύμπαν πάνω απ’ τον ώμο
του Θεού.
Δεν λαμβάνουν μέρος σε ιεροτελεστίες αγάπης.
Ο κόσμος της πληρότητάς τους δεν υπάρχει. Ζουν στα περιθώριά του, ζωγραφισμένα
με ψεύτικες μπογιές που ξεβάφουν στην πρώτη βροχή και στην πρώτη καταιγίδα, κι εκτοπίζονται
ακόμη κι απ’ αυτή την περιθωριακή θέση.
Δεν αξιώνονται χαρά, αόρατη, θεϊκή,
αναλλοίωτη, ατελείωτη που θα την βρουν εύκολα αν κοιτάζουν γύρω τους το σύμπαν,
την δημιουργία της σοφίας του Θεού.
Δεν αλιεύουν την αγάπη στην απλότητα της
ομορφιάς κάθε δημιουργήματος και πανηγυρίζουν για την εφήμερη δήθεν δόξα τους
(τόσο μικρή κι ασήμαντη πολλάκις), για τα παρδαλοντυσίματά τους, (συγχωρήστε
μου την απλοϊκή διάλεκτο) τους… οίκους που τα κατασκευάζουν… κι άλλα.
Σ’ αυτή την υλιστική εποχή που ζούμε με τις
ξενόφερτες, καπιταλιστικών χωρών συνήθειες, δεν εισχωρεί εύκολα η λευκότητα μες
στα φυλλώματα των ενστίκτων των ανθρώπων.
Εδώ παίζουν ρόλο τα διπλά και τριπλά τζάμια
των παραθύρων τους.
Έτσι την παίρνει ο άνεμος και πάει…
Τρέχουμε όσο μπορούμε να την φτάσουμε, δύτες
στον άνεμο για μια στάλα λευκότητα για την γκρίζα ζωή μας. Ανασταίνουμε δύναμη
(γιατί την έχουμε μέσα μας) και τρέχουμε να φτάσουμε στην χώρα του ιδεατού,
στην χώρα των αληθινών απολαύσεων. Δεν λέμε όχι στην ευδαιμονία όταν είναι
αληθινή.
Μου γεννάται όμως το ερώτημα. Πώς
αντιμετωπίζουμε τους «κυνηγούς» που πανηγυρίζουν για τις ευδαιμονιστικές τους
απολαύσεις ως το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους;
Εμείς επηρεαζόμαστε ή παραμένουμε κυνηγοί
ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, ενός ωραίου περίπατου στο μώλο τον παλιό, που
περπατούσαμε παιδιά, πλημμυρίζουμε ευδαιμονία σ’ ένα μουσείο ή σ’ ένα
μεγαλόπρεπο ναό αγγίζοντας με τη βλέψη μας την ομορφιά της Τέχνης; Μας αρκεί
μια ήρεμη ζωή γεμάτη φως και ήλιο απ’ την ίδια την αγάπη ή ψάχνουμε ψεύτικους
ήλιους, κάλπικους, στιγμιαίους που το χρυσάφι τους ξεφλουδίζει με μια ανατολή;
Μάλλον οι περισσότεροι αρκούνται στο
στιγμιαίο που δύει γρήγορα πριν φθάσει ούτε καν στον εγκέφαλό τους η ζεστασιά
του κάλπικου ήλιου τους, που δεν έχει δύναμη. Πώς να ζεστάνει και δη
περισσότερο να τους ροδοκάψει όπως ο αληθινός ήλιος του Δημιουργού.
Υπάρχει περίπτωση αυτά τα τρεχάματα ορισμένων ανθρώπων (μεγάλο ποσοστό)
σε λανθασμένους διαδρόμους προς θήραν απολαύσεων, να αναστραφούν, να γνωρίσουν
σε ένα βιβλίο, σ’ ένα τραγούδι, σ’ ένα κομμάτι μουσικό του δικού μας του Σαλέα,
σ’ ένα έργο τέχνης που οι ίδιοι θα δημιουργήσουν, την αληθινή απόλαυση, την
πνευματική ευδαιμονία, που έκταση δεν έχει, μόνο, αλλά και βάρος μεγατόνων,
αόρατο για τους άλλους.
Ίσως ένας καλός παρατηρητής, στη λάμψη των
ματιών του, μπορέσει ν’ αναγνώσει γράμμα- γράμμα τη λέξη ευδαιμονία. Γι’ αυτό
κυρία μου, σε σένα το λέω που δεν σταματάς να παινεύεσαι πόσα έχεις στην
Τράπεζα, πόσα κληρονομάς απ’ τον άκληρο αδελφό σου που αναχώρησε για την αιώνια
ευδαιμονία, για σένα που για μια τόση δα δόξα λακτίζεις όποιον νομίζεις πως
βρίσκεται στο δρόμο σου εμπόδιο, ενώ είναι το διπλό σου πρόσωπο, το κακό, που
βλέπεις στο δρόμο σου και τρομάζεις…
Ο καθένας μας βαδίζει τον δικό του δρόμο που
ο ίδιος χαράζει με τα «θέλω» του.
Αλλά τα δικά σου θέλω, άλλα τα δικά μου,
άλλα των άλλων. Γιατί λοιπόν να μπω στα δικά σου «θέλω»; Δεν θέλω…
Αγαπώ τα δικά μου «θέλω». Τον δρόμο μου
«εσαρωμένον και κεκοσμημένον» προτιμώ να τον βαδίζω με ένα πρόσωπο μονάχα, αυτό
που μου ζωγράφισε η ΑΓΑΠΗ με τις πιο ωραίες μπογιές.
Νομίζω πως… αλλοίμονο, καύχηση και
περιαυτολογία… έστω και για παραδειγματικά φαινόμενα. Είναι απαράδεχτες και οι
δύο.
Τα τζάμια λοιπόν, εν κατακλείδι, πώς να τα
σπάσουμε; Δυνάμεθα;
Πρέπει να εισχωρήσει η λευκότητα στα
φυλλώματά μας… Πρέπει ν’ αναζητήσουμε πνευματικές αληθινές απολαύσεις, για να
είμαστε και να φαινόμαστε ευδαίμονες.
Εδώ συμβαίνει κάτι περίεργο. Τις αληθινές απολαύσεις
τις αποκτάς γρήγορα, με απλό τρόπο, δίχως έξοδα πολλά και σε μεγάλη ποσότητα και
σου μετατρέπουν το πρόσωπο σε φεγγάρι! Τις ψεύτικες τις αναζητάς σε δύσβατους
χώρους, με σπατάλες πολλές, πολύ κόπο και δεν σου φτουράνε… Γυρίζεις στη
μοναξιά και στη δυστυχία.
Αν μπορείς να διακρίνεις την διαφορά τους,
ακολούθησε την πρώτη κατηγορία και δεν θα το μετανιώσεις άνθρωπέ μου σου λέω,
και συ ιδιαίτερα κυρία που με ενέπνευσες, να σκεφθώ και να συσκεφθώ με τον
εαυτό μου φωναχτά, τόσο φωναχτά, που σας γέμισα τ’ αυτιά ερωτηματικά. Πόσο
θάθελα να μ’ απαντούσε κάποιος στα ερωτήματά μου. Π. Ζ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


