Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΛΩΝΑΡΗ ΜΗΝΑ



           

                                                                                    του  Μιχάλη Χαλά

 

   Και ξαφνικά, εκεί που όλα κυλούσανε μακάρια, μέσα στο καταμεσήμερο, έπεσε από το καταγάλανο ουρανό, σαν βολίδα, πάνω στη θημωνιά και ανατάραξε τα στάχυα της, ένα πελώριο κιρκινέζι.

   Η θημωνιά υψωνότανε δίπλα στο πλακόστρωτο αλώνι και ένα μικρός αλωνάρης ξυπόλητος, μαζί με τις τρεις παρδαλόχρωμες αγελάδες του, προσπαθούσε, τεμπέλικα, να κάνουν το στάρι να αποχωριστεί από τα στάχυα και αυτά να γίνουν άχυρα. Από εκεί και μετά , όλα γίνανε μέσα σε δευτερόλεπτα. Μέχρι να συνέλθει ο μικρός αλωνάρης από το ξάφνιασμα, το κιρκινέζι τέντωσε τις δυνατές φτερούγες του, υψώθηκε περήφανο, νικητής και τροπαιούχος και άρχισε να πετάει πάνω από ρεματιανή χαράδρα, κρατώντας στα ατσαλένια τσιγκελωτά του νύχια μια πελώρια δρογκαλιά. μέ έναν δυστυχισμένο ποντικό σφηνωμένο μέσα στο στόμα της. Σπάνιο το θέαμα και κάθε περιγραφή του δε μπορεί να πλησιάσει την πραγματικότητα.

   Πώς να περιγράψεις τις απεγνωσμένες προσπάθειες που έκανε το φίδι για να ξεφύγει από το θανάσιμο γάντζωμα του γερακιού; Όπως ήτανε αυτό μακρύ και ο θηρευτής του το είχε αρπάξει από τον λαιμό, κρεμότανε στον αέρα και από τα απότομα ξεσπάσματά του φαινότανε καθαρά η αδυσώπητη μάχη που έδινε με τον θάνατο.

   Ο ποντικός είχε χάσει κάθε ελπίδα. Μόνο το αεράκι από το πέταγμα του γερακιού τέντωνε την ουρά του. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης σε μια τέλεια εικόνα. Πάντα εν σοφία εποίησε!

δύσμοιρος ποντικός, από τη κακιά αυτή στιγμή που τον ανακάλυψε η δρογκαλιά στη ζεστή φωλιά του μέσα στη πελώρια θημωνιά, έφυγε οριστικά από τη ζωή. Της δρογκαλιάς, λίγα λεπτά μετά το αναπάντεχο πέταγμά της στα ύψη, σίγουρα τέλειωσε και εκείνης η αποστολή, αφού το κιρκινέζι θα τάιζε με αυτήν τα λαίμαργα αετόπουλα του. Το κιρκινέζι αφού ζει περίπου εκατό χρόνια, θα συνέχισε το δικό του πρόγραμμα. Να γεννά αετόπουλα και να τα ταΐζει με δρογκαλιές, ποντικούς, μικρόπουλα και ότι άλλο του ορίζει η φύση. Και ο μικρός αλωνάρης;

   Αυτός συνέχισε να γυρίζει μαζί με τις αγελάδες του στο αλώνι με τα στάχυα, για πολλά ακόμη χρόνια, έτσι τεμπέλικα, μέσα στο λιοπύρι του Ιούλη, μέχρι που έφτασε η ώρα του να κάνει το μεγάλο λάθος! Παρασυρμένος από τα φκιασίδια της μεγάλης πόλης μπήκε στο μεγάλο τσιμεντένιο αλώνι της, που ο αλωνάρης γλυτώνει μόνο σαν πεθάνει! Τώρα γερασμένος πια κάθεται και λογαριάζει. Ποιος θα φύγει άραγε πρώτος για τον άλλο κόσμο; Το κιρκινέζι που ζει εκατό χρόνια ή εκείνος; Μάλλον εκείνος,. Όποιος όμως  και να φύγει πρώτος και οι δύο κάποια στιγμή, έστω καθυστερημένα, μπορεί να συναντήσουνε τον ποντικό και τη δρογκαλιά, που έφυγαν με αυτόν τον περίεργο τρόπο. Τουλάχιστον το γεράκι θα έχει χαρεί αυτό το θείο δώρο που λέγεται ελευθερία! Αλωνάρης μήνας ο Ιούλης, μήνας ευλογημένος, μήνας της σοδειάς και σαν σταθείς κοντά στ’ αλώνι θα καμαρώσεις τους δουλευταράδες, τους νοικοκύρηδες. Γιατί εκτός από τον άνθρωπο νύχτα θα πάει ο λαγός και ο σκαντζόχοιρος να πάρουν το μερτικό τους και πριν χαράξει ξεκινάνε οι στρατιές των μερμηγκιών και κουβαλάνε ασταμάτητα σπόρια και άχυρα. Και σαν ξημερώσει για τα καλά, σύννεφα πέφτουν πάνω στις θημωνιές τα σπουργίτια, οι κατσουλιέρηδες και τα άλλα μικρόπουλα. Μόνο ο τζίτζικας δε δίνει σημασία για όλα αυτά. Τα θεωρεί… αστικές συνήθειες και εφαρμόζει απόλυτα  το: η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη.

   Μήπως αυτός διάλεξε τον καλύτερο τρόπο ζωής;  Μ. Χ.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΚΕΛΑΙΝΩ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ - ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ (BAYSIDE)

 
 
 
 
 
      Το ΚΕΛΑΙΝΩ  στα ράφια της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Bayside της Νέας Υόρκης, την οποία επισκέπτονται καθημερινά Έλληνες ομογενείς, πλήθος μαθητών και ξένοι διανοούμενοι λάτρεις της Ελληνικής γλώσσας. Την φωτογραφία μας απέστειλε από αναγνώστη της περιοχής.
 

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ



 

                        της Νίκης Μιχαήλ Κατσικάδη

 

   Στο φωτεινό χώρο της Μανιάτικης παράδοσης, στον τρόπο αντίταξης κι αποτίναξης Ενετών, Αράβων, Τούρκων, αλλά και κάθε επιδρομέα, διαγράφεται η Ελληνική λαμπρότητα στις σελίδες της Ιστορίας του κόσμου.

 

            «Ήρωες και ηρωίδες, μες της γης αυτή τη σφαίρα,

            πρέπει να ’χουν την Ελλάδα για πατρίδα και μητέρα!»

 

   Όμως, στη διαφορετικότητα του συνόλου υπάρχει, όχι μόνο η Ελευθερία, αλλά και το «Νίκη ή Θάνατος». Αυτό είναι το σύμφυτο της ύπαρξης των ενεών και γενεών της Μάνης, της Μανιάτισσας γυναίκας και Μάνας. Σπονδή ιερή η αρχαϊκή Ελληνική κοινότητα στεφανώνει τη διαφορετικότητα της αδούλωτης Μανιάτισσας, κι έχει εδώ ακριβώς τις ρίζες του το γαλάζιο δέντρο της Ελλάδος.

   Εδώ, δεν υπάρχει ασθενές φύλλο και συσκότιση της έννοιας, της πραγματικής, όμως, τιμής. Εδώ, υπάρχει ψυχή. Υπάρχουν Μανάδες, Αμαζόνες, Ηρωίδες παντοδύναμες, αυτοκρατόρισσες του δικαίου. Η σκληρή αντιμετώπιση του εχθρού ήταν θρίαμβος, συνταίριασμα ανθρώπινου και θείου μεγαλείου.

   Και κατά το λάτρη της Ελλάδος, Γκαίτε, το πιο ωραίο και πιο εύοσμο λουλούδι φυτρώνει στα βράχια! Και, μάλιστα, αυτά τα βράχια κι αυτό τ’ ακούρσευτο Δυρό, που γέννησαν τη Δόξα κι έθαψαν τη βία, είναι η ματωμένη πέτρα που κάρφωσε το δακτυλίδι της η λευτεριά, για να λογοδοθεί με τον ηρωισμό και να φέρουν τις κατοπινές γενιές των γενναίων.

   Μάνα της Μάνης, ηρωίδα του Δυρού, γυναίκα της Μάνης, που υποφέρεις ακόμα και την απώλεια του σπλάχνου σου και πιστεύεις στους ακόλουθους παρήγορους ενδεκασύλλαβους στίχους –Λακωνικής σοφίας-  της Μανιάτισσας για το σκοτωμένο με χειροβομβίδα παιδί στο Λάκκο της Αγίας Βαρβάρας, βγαλμένους από μελέτη των συγγραφέων Πίτερ Γκινχολγκ (Άγγλου) και Έντουαρντ Ηλιόπουλου.

   Γράφουν μεταξύ άλλων:

 

«Την κάθε απώλεια μάθε ν’ αντέχεις, να θρηνείς.

υφάδι της ζωής είναι κι ο πόνος.

Γίνε για τις φωτιές θάλασσα της αναμονής,

δεν είσαι ’συ των στεναγμών ο μόνος».

 

   Μάνα της νεραϊδογέννητης γενιάς, όπου το θάνατο πάτησες μιας πατρίδας αναγεννημένης από την τέφρα της. Ζάλη της Τουρκιάς, καύχημα της Ρωμιοσύνης!

   Αυτή η κώχη της σεμνής προσφοράς έχει δικαίωμα στο μεγαλύτερο έπαθλο, που είναι η αναγνώριση. Ελληνική και Παγκόσμια. Κι όπως είπα ο Λαπαθιώτης:

   «Και τον εαυτό μου, Μάνα μου, / τον αγαπώ γιατί ήτανε παιδί Σου!»

   Κι εμείς, αγαπάμε τη ζωή, και το πνεύμα μεθυσμένο σαλπάρει το κορμί στην ελπίδα… στην ευτυχία, γιατί είμαστε απόγονοι ηρώων. Της Ελλάδος, της Μάνης, του κέντρου του κόσμου.

   Πόσο ταιριάζει το: «εκ γυναικός – Μανιάτισσας – πηγάζει τα κρείττω». Μάνα των λαμπρών προσωπικοτήτων, της Επιστήμης, της Τέχνης, των Γραμμάτων. Το κάλλος της μορφής, του νου, της ψυχής, των παιδιών σου, φωτίζει τον κόσμο που, τι θα ήταν, αλήθεια, χωρίς ΕΣΕΝΑ! Θα ’χε  βουλιάξει, από το πάμβαρο κοράκι του Πόε!         Ν. Μ. Κ.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων




Τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων

                        της Παναγιώτας Ζαλώνη

 

   Απλός παρατηρητής είμαι φαινομένων του σήμερα.

   Άσκοπα κυνήγια ευδαιμονιστικών απολαύσεων της τελευταίας κατηγορίας και μάλιστα καύχηση και περιαυτολογία τρανταχτή περί τούτων.

   «Εμείς πήγαμε διακοπές εκεί, παρέα με τον ψηλό! Προσκεκλημένοι του…! Φάγαμε, στου…

   Τι με νοιάζει εμένα κυρία μου, αν σε κάλεσαν στο Καρπενήσι ή στο Γαϊδουρονήσι ή στο Κουφονήσι; Σε ρώτησα;

   «Τεχνική ζωής» ανθρώπινης, έχεις εφεύρει ή αναπτύξει ή κληρονομήσει;

   Για να μην λυπούνται γι’ αυτή την κατηγορία των ανθρώπων «ευαίσθητοι» παρατηρητές, πρέπει να τους πούμε πως  αυτοί οι άνθρωποι είναι δυστυχείς πέρα για πέρα … και δεν διορθώνονται με τίποτε.

   Μες στα γονίδια τους έχουν και το λακτίζειν, είτε είναι έτσι είτε αλλιώς. Είναι ψυχές κατ’ εμέ και συγχωρήστε μου τον ορισμό   μ η   ε υ λ ο γ η μ έ ν ε ς.

   Αδύνατον να δουν το σύμπαν πάνω απ’ τον ώμο του Θεού.

   Δεν λαμβάνουν μέρος σε ιεροτελεστίες αγάπης. Ο κόσμος της πληρότητάς τους δεν υπάρχει. Ζουν στα περιθώριά του, ζωγραφισμένα με ψεύτικες μπογιές που ξεβάφουν στην πρώτη βροχή και στην πρώτη καταιγίδα, κι εκτοπίζονται ακόμη κι απ’ αυτή την περιθωριακή θέση.

   Δεν αξιώνονται χαρά, αόρατη, θεϊκή, αναλλοίωτη, ατελείωτη που θα την βρουν εύκολα αν κοιτάζουν γύρω τους το σύμπαν, την δημιουργία της σοφίας του Θεού.

   Δεν αλιεύουν την αγάπη στην απλότητα της ομορφιάς κάθε δημιουργήματος και πανηγυρίζουν για την εφήμερη δήθεν δόξα τους (τόσο μικρή κι ασήμαντη πολλάκις), για τα παρδαλοντυσίματά τους, (συγχωρήστε μου την απλοϊκή διάλεκτο) τους… οίκους που τα κατασκευάζουν… κι άλλα.

   Σ’ αυτή την υλιστική εποχή που ζούμε με τις ξενόφερτες, καπιταλιστικών χωρών συνήθειες, δεν εισχωρεί εύκολα η λευκότητα μες στα φυλλώματα των ενστίκτων των ανθρώπων.

  Εδώ παίζουν ρόλο τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων τους.

  Έτσι την παίρνει ο άνεμος και πάει…

  Τρέχουμε όσο μπορούμε να την φτάσουμε, δύτες στον άνεμο για μια στάλα λευκότητα για την γκρίζα ζωή μας. Ανασταίνουμε δύναμη (γιατί την έχουμε μέσα μας) και τρέχουμε να φτάσουμε στην χώρα του ιδεατού, στην χώρα των αληθινών απολαύσεων. Δεν λέμε όχι στην ευδαιμονία όταν είναι αληθινή.

   Μου γεννάται όμως το ερώτημα. Πώς αντιμετωπίζουμε τους «κυνηγούς» που πανηγυρίζουν για τις ευδαιμονιστικές τους απολαύσεις ως το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους;

   Εμείς επηρεαζόμαστε ή παραμένουμε κυνηγοί ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, ενός ωραίου περίπατου στο μώλο τον παλιό, που περπατούσαμε παιδιά, πλημμυρίζουμε ευδαιμονία σ’ ένα μουσείο ή σ’ ένα μεγαλόπρεπο ναό αγγίζοντας με τη βλέψη μας την ομορφιά της Τέχνης; Μας αρκεί μια ήρεμη ζωή γεμάτη φως και ήλιο απ’ την ίδια την αγάπη ή ψάχνουμε ψεύτικους ήλιους, κάλπικους, στιγμιαίους που το χρυσάφι τους ξεφλουδίζει με μια ανατολή;

   Μάλλον οι περισσότεροι αρκούνται στο στιγμιαίο που δύει γρήγορα πριν φθάσει ούτε καν στον εγκέφαλό τους η ζεστασιά του κάλπικου ήλιου τους, που δεν έχει δύναμη. Πώς να ζεστάνει και δη περισσότερο να τους ροδοκάψει όπως ο αληθινός ήλιος του Δημιουργού.

   Υπάρχει περίπτωση αυτά τα τρεχάματα ορισμένων ανθρώπων (μεγάλο ποσοστό) σε λανθασμένους διαδρόμους προς θήραν απολαύσεων, να αναστραφούν, να γνωρίσουν σε ένα βιβλίο, σ’ ένα τραγούδι, σ’ ένα κομμάτι μουσικό του δικού μας του Σαλέα, σ’ ένα έργο τέχνης που οι ίδιοι θα δημιουργήσουν, την αληθινή απόλαυση, την πνευματική ευδαιμονία, που έκταση δεν έχει, μόνο, αλλά και βάρος μεγατόνων, αόρατο για τους άλλους.

   Ίσως ένας καλός παρατηρητής, στη λάμψη των ματιών του, μπορέσει ν’ αναγνώσει γράμμα- γράμμα τη λέξη ευδαιμονία. Γι’ αυτό κυρία μου, σε σένα το λέω που δεν σταματάς να παινεύεσαι πόσα έχεις στην Τράπεζα, πόσα κληρονομάς απ’ τον άκληρο αδελφό σου που αναχώρησε για την αιώνια ευδαιμονία, για σένα που για μια τόση δα δόξα λακτίζεις όποιον νομίζεις πως βρίσκεται στο δρόμο σου εμπόδιο, ενώ είναι το διπλό σου πρόσωπο, το κακό, που βλέπεις στο δρόμο σου και τρομάζεις…

   Ο καθένας μας βαδίζει τον δικό του δρόμο που ο ίδιος χαράζει με τα «θέλω» του.

   Αλλά τα δικά σου θέλω, άλλα τα δικά μου, άλλα των άλλων. Γιατί λοιπόν να μπω στα δικά σου «θέλω»; Δεν θέλω…

   Αγαπώ τα δικά μου «θέλω». Τον δρόμο μου «εσαρωμένον και κεκοσμημένον» προτιμώ να τον βαδίζω με ένα πρόσωπο μονάχα, αυτό που μου ζωγράφισε η ΑΓΑΠΗ με τις πιο ωραίες μπογιές.

   Νομίζω πως… αλλοίμονο, καύχηση και περιαυτολογία… έστω και για παραδειγματικά φαινόμενα. Είναι απαράδεχτες και οι δύο.

   Τα τζάμια λοιπόν, εν κατακλείδι, πώς να τα σπάσουμε; Δυνάμεθα;

   Πρέπει να εισχωρήσει η λευκότητα στα φυλλώματά μας… Πρέπει ν’ αναζητήσουμε πνευματικές αληθινές απολαύσεις, για να είμαστε και να φαινόμαστε ευδαίμονες.

   Εδώ συμβαίνει κάτι περίεργο. Τις αληθινές απολαύσεις τις αποκτάς γρήγορα, με απλό τρόπο, δίχως έξοδα πολλά και σε μεγάλη ποσότητα και σου μετατρέπουν το πρόσωπο σε φεγγάρι! Τις ψεύτικες τις αναζητάς σε δύσβατους χώρους, με σπατάλες πολλές, πολύ κόπο και δεν σου φτουράνε… Γυρίζεις στη μοναξιά και στη δυστυχία.

   Αν μπορείς να διακρίνεις την διαφορά τους, ακολούθησε την πρώτη κατηγορία και δεν θα το μετανιώσεις άνθρωπέ μου σου λέω, και συ ιδιαίτερα κυρία που με ενέπνευσες, να σκεφθώ και να συσκεφθώ με τον εαυτό μου φωναχτά, τόσο φωναχτά, που σας γέμισα τ’ αυτιά ερωτηματικά. Πόσο θάθελα να μ’ απαντούσε κάποιος στα ερωτήματά μου.            Π. Ζ.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Πρόσκληση στην παρουσίαση του έργου του εκλεκτού λογοτέχνη κ. Ντίνου Κουμπάτη - 12/04/2014

Όταν ο Λόγος γίνεται γραφή
Στην άνοιξη των ιδεών ανθίζουν λέξεις
Και γεννά ο λογοτέχνης έργα
Για το έργο της ζωής και του ανθρώπου

Το Λογοτεχνικό μας Εργαστήρι συνεχίζοντας τη σειρά παρουσιάσεων του έργου σύγχρονων Ελλήνων ποιητών και λογοτεχνών, σας προσκαλεί στη νέα μας εκδήλωση.

Το Σάββατο 12 Απριλίου 2014 και ώρα 20:00 θα παρουσιαστεί το έργο του διακεκριμένου λογοτέχνη και σκηνοθέτη κου Ντίνου Κουμπάτη.

Θα χαρούμε να σας καλωσορίσουμε στο χώρο του Ομίλου Εξυπηρετητών, Σαρανταπόρου 9 στα Πατήσια, όπου θα πραγματοποιηθεί η εκδήλωση.

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα.

            

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΠΟΙΗΜΑ




ΜΑ ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

 

Σαν πλησιάζει ο καιρός στο τέλος του να ’ρτει

στην καταχνιά ξεχνιέμαι και γυρίζω λίγο πίσω.

Ένα λαγούμι στον χρόνο ανοίγω

και τους ορίζοντες της καρδιάς μου, την καρδιά της ψυχής μου

στο πρωτόφταστο την φέρνω σημείο του τώρα`

εκεί που πρωτόζησα ετούτες τις πληγές

τότε που πληγωμένη η ψυχή κατάβαθα

αλυχτούσε κι έκλαιγε τη μαύρη προσευχή της

στην αλλοτινή της πορεία

και που ο αντίλαλος ο παλιός, ο χρυσόφαντος της ιστορίας

εισάκουσε το πρόσταγμα το πανάρχαιο

και μοσχομύριστες αντισήκωσε τις καρδιές μας

ως στης Λαύρας το φλάμπουρο της Άγιας.

Μα τότε ήταν το εικοσιένα

κι ήταν ο Γέρος, ο αητός του Μοριά, κι ήταν κι ο Γιώργης Καραϊσκάκης

τ’ αρματολίκια κι η κλεφτουριά! Κι ήταν ακόμα ο Παπαφλέσσας

κι ο Αθανάσιος ήρως, ο Διάκος, και ο καλόγηρος ο Σαμουήλ

και οι Ελεύθεροι στο Μεσολόγγι, πολιορκημένοι εντός των τειχών

μα με ελεύθερη ψυχή και πνέμα όπως ο ήλιος κι η ξαστεριά!

Κι ήταν το Σούλι, τα Δερβενάκια, χορός στο Ζάλογγο, Κούγκι φωτιά!

Κι ήσαν κι ήσαν … οι Έλληνες ραγιάδες,

που ραγιάδες δε θέλαν νά ’ναι

κι ήταν κι ήταν το αστέρι το μισόσβηστο,

μα άσβεστη πόχει την φλόγα στην ψυχή!

Για το ξεπέταγμα! Για τον μεγάλο ξεσηκωμό!

Το αστέρι που τρεμόσβηστο φούντωνε για του Γένους το ξαναγέννημα!

Την ανάσταση των παλιών αιώνων.

Κι ήταν ακόμα τότε που πίναμε τον φόβο και τραγούδι τον εκάναμε στα χείλια

μα πιο πολύ στις καρδιές μας.

Δεν μας έπινε ο φόβος. Δεν μας έπιανε ο φόβος.

Μον’ κρασί τον κάναμε και μπόλι στις ψυχές μας

σαν τον Μιθριδάτη.

Κι έτσι πατήσαμε το δράκο εντός μας που ραγιάς - ραγιάς κοιμότουνε

πνεύμα και θέληση και χέρια ποντισμένα στην υπνονεφέλη του τίποτα,

ραγιάς ραγιά, πισθάγκωνα τον εαυτό του ψυχοδεμένο στο πουθενά καθήλωνε

και, ξάφνω, ραγιάς – ραγιάς κοιμήθηκε και ξύπνησε αληθινός ως ήταν,

ως γεννήθηκε, Έλλην,

ως για την ανθρωπιά του τον έταξε ο Θεός πλαστουργώντας τον

στους ανθρώπους.

Και τώρα, τώρα, ω, τώρα!

Ραγιάς –ραγιά, ραγιαδισμό διδάσκει

και γραικύλους στους αδαείς απιθώνει τους στοχασμούς του

λιγδώνοντας των περασμένων μεγαλείων την ανάμνηση.

Κι ο Μεγάλος Σουλτάνος κι οι Βεζίρηδες,

όλοι τους τυμβωρύχοι των μνημείων της ιστορίας,

της παλιάς και της μελλούμενης,

να δίνουν τον τόνο.

Κι απόξω, μακριάθε, κι από μέσα, εδώθε,

το Μέγα Διευθυντήριο να επιδαψιλεύει επαίνους!

Πρώτα μας βράβευαν για τον Συβαριτισμό μας

αυτόν που ραγιάδες μας έκανε…

Έπειτα μύδρους εναντίον του, για να μας διατηρήσουν ραγιάδες.

Και τώρα… να, τα ζήτω, να, τα μπράβο,

γιατί καταλάβαμε το λάθος μας

που Συβαρίτες μας έκανε

μα, πιο πολύ μας παινεύουν

γιατί δεχτήκαμε να επιστρέψουμε την περηφάνια μας

μαζί με ό,τι είχαμε ως Συβαρίτες!

Και να, τα επιπλέον εύγε και τα χειροκροτήματα

γιατί μάθαμε να λέμε κι ευχαριστώ

που δεχτήκανε την ψυχή μας να την διαφεντέψουν!

Μόνο, που δεν καταλάβαμε ότι η Σύβαρη έπεσε

γιατί δεν είχε μάθει, δεν είχε ακούσει, ποτέ της;

τί σημαίνει «μολών λαβέ»,

γιατί δεν είχε μάθει να λέει όχι στους βάρβαρους.

Στους βάρβαρους εκτός` στους βάρβαρους εντός.

Μα πιο πολύ δεν καταλάβαμε, εμείς,

πως κανείς έξωθεν δεν ημπορεί να μας βλάψει

αν δεν του ανοίξουν την Κερκόπορτα οι εντός, από μέσα.

Αχ, καρδιά μου!

Πόσο πιο πάνω θά ’σουνα, και συ πατρίδα,

αν έθαβες στο χθες όλους εκείνους που πάντα ήσαν χθες.

Αν τους θήλιαζες στο ικρίωμα της ιστορίας

με την επιγραφή που ταιριάζει στους Εφιάλτες: "Προδότης".

Αλλά εσύ, ψυχή μου, πού είσαι;

Πού αλώθηκες ψυχή μου;

Ω, αναστήσου, μέρα χαράς πού ’ναι σήμερα, μέρ’ Αναστάσιμη,

μέρα οπού η Θεοτόκος ευαγγελίζεται!

Να, ο Άγγελος, το μήνυμα που φέρνει το καλό!

Η Παναγιά παραστέκει σε.

Ψυχή μου ορθώσου, στον ουρανό σου!

Ο Κύριος, μετά Σου!

 

                                                                                                                                                                                                                                                Ιωάννης Παναγάκος

 

Από την ποιητική συλλογή " Αχ, Πατρίδα μου, Μάνα Πατρίδα " - Αριστείο μετά Χρυσού Μεταλλίου στον διεθνή διαγωνισμό του περιοδικού Λόγου – Τέχνης – Πολιτισμού «Κελαινώ» και του Λογοτεχνικού Ομίλου «Ξάστερον» 2012.