Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΕΛΑΙΝΩ τεύχος 47




            Όσο υπάρχουν Άνθρωποι

 

Άνθρωπε, «του αρχέγονου κάλλους» έχεις εκπέσει,

τα χαμηλά επέλεξες αντί «άνω να θρώσκεις».

Των δωρεών και εντολών του Πλάστη είσ’ αμνήμων.

Όλων των καθηκόντων σου μακράν και επιλήσμων.

Πολλοί ’ν’ αυτοί π’ απάνθρωπες διεκδικήσεις έχουν,

απώλεσαν ήθος, τιμή, καταπατούν αξίες,

τον αγαθό κι αδύναμο τον καταδυναστεύουν,

κερδοσκοπούν αυθαίρετα, ασχημονούν, ληστεύουν,

βιος για το που δεν κόπιασαν νέμονται ασυστόλως,

φέρνουν σκλαβιά οικονομική, κρίση, εξαθλιώνουν.

Άοπλους κι ακάλυπτους σπρώχνουνε στη μιζέρια.

Ενώ οι τίμιοι και σωστοί – θύματα συμφερόντων –

επαίτες αξιοπρεπείς κι απέλπιδες γυρνάνε.

Μα, όσο υπάρχουν Άνθρωποι, σαν ’κείνους του Μενάνδρου,

με ενσυναίσθηση, καρδιά, θα στέκουν αλληλέγγυοι,

το μαύρ’ άσπρο θα κάνουνε, θλιμμένους θα εμψυχώνουν.

Θ’ ανοίγουν σπίτια εγκάρδια, άστεγους θ’ αγκαλιάζουν,

με τη συμπόνια, προσφορά, προβλήματα θα λύνουν.

Θα κομματιάζουν, σπάζοντας, χαλκάδες της ανέχειας.

Πείνα, ανεργία, πανικό, θα ρίχνουν στον Καιάδα.

Χαρά και γέλιο και ζωή, θα ξαναζωντανεύουν.

Κι αν η ταπείνωση σιωπά, τα έργα θα φωνάζουν,

γιατ’ είν’ η συμπαράσταση – απ’ όποιο μετερίζι –

με το πολύ ή το λίγο της, περίσσευμα αγάπης.

Κι η αγάπη είν’ ελαφριά, συνεκτικοί οι δεσμοί της,

ταχύτατο το βήμα της, βοηθητικό το χέρι,

βάλσαμο κι ανακούφιση για του φτωχού τη χρεία.

Ηχήστε σάλπιγγες παντού, σ’ όλα της γης τα πλάτη

Όσο υπάρχουν Άνθρωποι, η ελπίδα δεν πεθαίνει.

            Ζωή Παπαδημητρίου – Τζιράκη

---

            Ο ποιητής

 

Φράγματα σπάζει ο ποιητής,

και γέφυρες υψώνει,

να λυτρωθούν τα πνεύματα,

με διάβα που να ενώνει…

Ψυχή, πνεύμα, συναίσθημα,

κινεί με λέξεις μόνο,

μεθά τον κόσμο, συγκινεί,

γιατρεύει κάθε πόνο…

Για δρώμενα ή ονείρατα,

άμετρα ή χαοτικά, πάντα ομιλεί,

για παρελθόν, μέλλον, παρόν,

μέσ’ τη ζωή, ή πέρα απ’ αυτή,

για χωροχρόνο,

νανοκοσμικά ή άπειρα υλικά,

νοήματα μαγευτικά,

λακωνικά αναφέρει

και με ευφορία και χαρά,

απλόχερα προσφέρει…
   Κωνσταντίνος Ι. Ρηγόπουλος

 

---

 

            Δε χάθηκε το φως

 

Δε χάθηκε το Φως!

Δε νίκησε το σκοτάδι!

Όσο το χέρι σου

απλώνεις

Συνοδοιπόρε

το δικό μου

θα σε κρατά…

Όσο το δάκρυ σου

φανερώνεις

Φίλε

το δικό μου

θα σου απαντά…

Όσο το όνειρό σου

εμπιστεύεσαι

Αδελφέ

το δικό μου

θα σου γελά…

Όσο υπάρχουν

Άνθρωποι

Σύντροφε

ο κόσμος

θα προχωρά!...

Δε νίκησε το σκοτάδι!

Δε χάθηκε το Φως!...

            Εύα Ντινοπούλου

 

----

            Νανούρισμα

 

Για να ’σαι συ ανέγγιχτος

για να ’σαι συ ολόρθος

σαράντα βίγλες έχτισα

σαράντα βιγλατόρους

να σε φυλάν απ’ το κακό

κι απ’ τους λιμοκοντόρους.

 

Για τη δική σου σιγουριά

για τη δική μ’ ελπίδα

για τα νιογέννητα παιδιά

το μέλλον που δεν είδα

για να ΄χω ’γω εσένανε

κι εσύ να ’χεις πατρίδα.

 

Ν’ αντροπατάς να την κρατάς

στα δυο σου μπράτσ’ ακέρια

σα μάνα να την αγαπάς

να λες γι’ αυτή και να ριγάς

για δε της πρέπουνε δεσμά

ούτ’ άθλια μιζέρια.

 

Μη φοβηθείς, μη βολευτείς

μη πεις χαμένα χρόνια

σαν άλλους μην ξενιτευτείς

δε δείλιασε από ’μας κανείς

ως να περάσει το κακό

να ’ρθούν τα χελιδόνια.

            Κατερίνα Μακρή

 
---
Ακούστε χωριανοί… – Αλέξανδ

            Η αυγή του έρωτα…

 

Άγουρη νιότης κωπηλατεί

στου χρόνου του αείζωου

την άγρυπνη θάλασσα…

Με τη σχεδία της αθωότητας

και νοτισμένα βλέφαρα.

Ξαγρυπνά η αβεβαιότης

Το αέρινο μειδίαμα

της προσδοκίας

λεηλατεί…

Μ’ ερωτικόν οίστρο εξαγνίζει

την απληστία της λαγνείας

πλάι στην παγίδα

της ακοίμητης εφηβείας…

Κι ο πόθος, απ’ το θηκάρι του

ξιφουλκεί.

Σπέρνει παγίδες

του παραμυθιού.

Παροπλισμένη

η αποκαρωμένη αυγή

του έρωτα

μέσ’ την απάνεμη αύρα

του στήθους σου,

ξεκουράζεται…

  Υβόννη Αρνοκούρου-Κερεστετζή.

 

---  

            Ήχοι καρφιών

 

Σε μαύρους, ζούμε, δύσκολους καιρούς

Γιόμισε ο πλανήτης, μισθοφόρους

Ληστές, που παίζουνε τους καθαρούς

Ντύσανε τα παιδιά μας, σταυροφόρους!

 

Πιστούς, πάνε να κάψουν του Αλλάχ

Μικρόψυχοι, που το Χριστό ξεχάσαν

Σαράφηδες, που τρέμουν νέο «κραχ»

Νιάτα, στης φρίκης την αρμάδα, ’μπάσαν!

 

Χρηματιστές, που κέρδη προσμετρούν

Το δίκιο, το πουλάνε με τον πήχη!

Στις πλάνες τις οθόνες, ξεγλιστρούν!

Όμως, ο λύκος, ξεχωρίζει απ’ το νύχι!

 

Στην άμμο, Αγάπη, μπότες σε πατούν!

Με λέιζερ, σου γκρέμισαν τα τείχη

Δεμένο το Χριστό, στην έρημο κρατούν!

Πάλι καρφιών, ακούγονται οι ήχοι!!

            Γιώργος Ευαγγελάτος

 

---

 

Ο έρωτας του ρήματος με το ρήμα

 

Πώς να παραστήσω τη ζωή;

Να υπαινιχθώ δραστήριες επιδόσεις.

Να υποσχεθώ πύργους, στέγες αγάπης.

Να ζωγραφίσω απογειωμένα όνειρα.

 

Θα ’ναι μελένια τα ρήματα.

Οι ρήσεις γλυκές, εξορκισμός στη μιζέρια.

Ο λόγος ηδύς, ηδονικές οι στιγμές του.

Στην άκρη της γλώσσας,

ερωτικές οι δηλώσεις,

ύμνος στον έρωτα, να καρπίσει ζωή.

 

Θα λαλώ αγαπητικά την αγάπη,

όχι με πλάνης ουτοπία.

Ελπιδοφόροι αχοί, να μαζέψουν

της ζήσης τα στείρα ρήματα.

Γλυκόλογα, αναστημένης χαράς βάθρα.

            Νανά Ρουμπελάκη

---

            Η Μοναξιά

 

Η Μοναξιά μαλλί έγινε

που το γνέθω στον αργαλειό

δεν φτούρισε το Στημόνι

και το «Αντί» έσπασε στα δυο.

 

Δανείζομαι κλωστές

απ’ της Θάλασσας τα φύκια

υφαίνω στον αργαλειό

καινούργιες προσδοκίες

βάφω τα κλώστινα  όνειρά μου σε χρώματα

κλεμμένα από πειρατές και από λεηλασίες.

 

Σε κουβέρτα πολύχρωμη θαλασσιά

ύφανα πάνω της κουρσάρικο καράβι

γαλάζιο το πέλαγος, ζωντανή ζωγραφιά

όταν τους κάβους έλυσε

στου γιαλού την ερημιά

έτσι πως το κοιτούσα

κάπνα με γέμισε η τσιμινιέρα του!

            Ζιζή Γερονυμάκη

 

---

 

Έλα να δεις

 

Αριάδνη, έλα να δεις

ένα τριαντάφυλλο στον κήπο σου έχει ανθίσει.

Είναι κόκκινο πορφυρό,

σαν το χιτώνα του Ιησού Χριστού

και σαν το αίμα, που κυλάει στο κορμί Του.

Αριάδνη, έλα να δεις, να το χαρείς,

στα δυο μικρά, αγγελικά σου χέρια

να το αισθανθείς,

χωρίς όμως να το αγγίξεις.

Απόλαυσέ το αν μπορείς,

για λίγο ακόμα στο φως θα θριαμβεύει.

Ω, Θεέ μου, πόσο εφήμερη που είναι η ζωή!

Ίσως το βράδυ να έχει ήδη μαραθεί,

μόλις ο ήλιος βασιλέψει.

            Ιωάννης Σ. Μποζίκης

---

 Το τούνελ

 

Μέσα από τα μαύρα σκοτάδια

του τούνελ

περνάς ή βίαια σε περνούν.

Κανείς

δε σε διαβεβαιώνει

για τα ενδεχόμενα.

Αν βγεις

αυτό που θα γνωρίζεις,

δεν έχει όνομα.

            Χρυσούλα Δημητρακάκη

 

---

 

            Προσπερνώντας

 

Σ’ είχα χάσει χρόνια τώρα

Έτσι ξαφνικά

Καθώς  σε είχα βρει μια μέρα

Να ξεφυλλίζεις ένα παλιό βιβλίο στο Μοναστηράκι.

Κυνηγούσες τη ζωή

Μέσα στο θάνατο

Γι αυτό σ’ αγάπησα…

Σε ξαναβρήκα χτες.

Στα χαλάσματα ενός ξεχασμένου υδραγωγείου

Απομεινάρι κι εσύ ενός χαμένου πολιτισμού

Ν’ αναζητάς μια διαφορετική πραγματικότητα

Αρνούμενη μια θολή αλήθεια των συλημένων τάφων

Μέσα στο σώμα, μακριά απ’ το σώμα

Μια δεν σ’ ακολούθησα.

Ήθελα να ζήσω, να προφτάσω τον καιρό…

            Δημήτρης Ι. Καραμβάλης

 

--- 

Μακεδονία

 

1.Αυτά τα χώματα ήταν πάντα ιερά!

Με αίμα ηρώων χρόνια ποτισμένα,

προπύργιο της πατρίδας στον Βορρά

βαρβάρους αποκρούουν σθεναρά.

Χώματα Ελληνικά, ευλογημένα!

 

2.Εδώ η δόξα έστησε χορό,

εδώ είναι η γη των Μακεδόνων,

εδώ ηχεί απ’ τον αρχαίο τον καιρό

από τα στόματα ένα ΟΧΙ βροντερό

των Αλεξάνδρων, των Βουλγαροκτόνων.

 

3.Εδώ αναστήθηκε ξανά η λευτεριά,

εδώ με σθένος παλικάρια αγωνιστήκαν

δίπλα στους Μακεδόνες, σαν θεριά,

από την Κρήτη, Ρούμελη, Μωριά

και την στερνή πνοή εδώ αφήκαν.

 

4.Σ’ αυτούς τους ήρωες μια υπόσχεση αρκεί,

φόρος τιμής για τις θυσίες, τους αγώνες:

Πάντα θα είμαστε σε επιφυλακή

αυτή η γη να παραμείνει Ελληνική

και σήμερα και αύριο. Στους αιώνες…

            Λευτέρης Μουφτόγλου

Πρώτο βραβείο Ε.Π.Ο.Κ.

 

---

            Σαν δελφινάκια

 

Όταν θα λιώσουνε τα χιόνια στην καρδιά

κι οι λυγαριές ανθίσουνε τριγύρω,

τότε ν’ αρθείς να βρούμε απλωταριά…

Αγάπης να συνάξουμε το μύρο!

 

Όταν θα δεις τα χελιδόνια στις φωλιές

ζευγαρωτά το μόσχο να τρυγάνε,

ν’ ανοίγουν φτερωτές τις αγκαλιές

και στο φιλί με μέλι να μεθάνε…

 

Τότε να πεις είναι καιρός για τη χαρά

Έλα διάπλατα ν’ ανοίξουμε φτερά!

 

Σε μια σπηλιά στη θάλασσα ν’ αράξουμε

μακριά απ’ της ζωής την παραζάλη

Μπόρες κι ανεμοδούρες να ξεχάσουμε

με την αγάπη σ’ ένα ρόδινο ακρογιάλι.

 

Σε μια βαρκούλα με κουπιά τα χέρια μας

ρότα ν’ αλλάξουμε να βάλουμε πυξίδα,

για χώρες φωτεινές μ’ ήλιο τ’ αστέρια μας.

Με σηματάκι της καρδιάς χρυσή ελπίδα!

 

Να τραγουδάμε σ’ αγρογάλαζο σκοπό…

Σαν δελφινάκια. Μ’ αγαπάς! Σε αγαπώ!

            Ελένη Μουζάκη-Μπουρίτσα

 

---

 

            Χαϊκού

 

Βρόντος στην πόρτα

ποιον στ’ αλήθεια προσμένω;

Εμέ, τον ξένο.

            *

Καρδούλα κλειστή,

δράματος πολυτελές

περιτύλιγμα.

            *

Πόσο βροντερή

η σιωπή σου μοναξιά!

Με ξεκουφαίνει.

   Ηρώ-Χρυσάνθη Αλεξανδράκη

 

---

            Μαγεμένα όνειρα

 

Μαγεμένα όνειρα

της Χρυσής Ανατολής τα δώρα,

σε τραπέζι γιορτινό απλώθηκαν

τούτη της Αφύπνισης την Ώρα…

Χαμογελούν οι ουρανοί

στης μετάβασης

το ηλιόπνευστο μεταίχμιο

φωτιές ανάβουν

το βαλς χορεύοντας του αιώνα.

Τραγουδούν οι άγγελοι στα πεδία

του ηλιόχαρου έρωτα

εναέρια λυτρωτικώς,

τα χρυσοφτέρουγά τους

σαλεύουν οικειοθελώς,

υμνολογώντας

του Άχρονου του Άναρχου,

Μοναδικού Χρυσόκτιστου Απείρου

την ουρανοχώρα.

Μαγεμένα όνειρα τους ανθρώπους στη γη

ΠΟΤΕ δεν λησμονούν,

λευκά σεντόνια, σελίδες Αλήθειας,

στα έσω μας ονειροξυπνούν.

Έτσι

για να ξεκινά της καρδιάς μας γιορτή…

Έτσι για να τραγουδά της ψυσής μας φωνή…

            Ανθή Αυγέρη

---

 

Οι στίχοι μου

Βάδιζα στις τέσσερες εποχές της ψυχής,
σα να πουλάω φως στους δρόμους.
Σα να είμαι εγώ που φτιάχνει τα όνειρα,
που μυρίζω το φρέσκο χώμα,
ψάχνοντας να βρω
από που έρχεται αυτό το άρωμα το κατακόκκινο.
Ο καιρός είναι φωτεινός σαν Έρωτας,
το αίμα τρέχει στη γλώσσα που μιλούν
οι αιώνιες φυλλωσιές στο λιβάδι
κι εγώ σ' ονειρεύομαι δίχως χιόνι,
ζυμωμένο με ζαχαρωτά και μέλι,
μέσα στους στίχους μου!....

Καίτη Καγκαράκη

---

Στερνή αφιέρωση

 

Πάνε χρόνια αφότου έφυγες.

Η μνήμη σου χορτάριασε.

Ξεθώριασε.

Συνεστάλη.

Συντρίμμια της μόνο μαζεύω.

Κάτι διάσπαρτα –εδώ και εκεί –

Μπαλώματα.

 

Αν ήξερα, αν μου ’λεγε κάποιος

πόσο εύκολα θα σε νικούσε η λησμονιά,

δάκρυ δε θα ’χυνα στο φευγιό σου,

στίχο δε θα σου απηύθυνα άσκοπα.

Χρήστος  Σκιαδαρέσης

---

  `Απορία

 

Συνηγόρησε η αχνόφεγγη νεότητα

με το μελλούμενων καιρών.

 

Διερωτήθηκε το σύθαμπο του δειλινού

και γιατί είπε σιγανά.

 

Ήρθε το βράδυ η εσπέρα με τ’ αποτελέσματα.

Έτσι έγιναν, ψιθύρισε.

 

Τι να εξηγήσει και τι να πει η νύχτα.

   Σταυρούλα Καμαρινοπούλου-Σακαβέλη

 

---

 

            Αδελφέ μου Άνθρωπε

                        απόσπασμα…

 

Πύκνωνε

και πύκνωνε το σκοτάδι

κι ενώ ζητούσα το φως,

μάζευα περισσότερο σκοτάδι.

 

Από μια χαραμάδα

έβλεπα και μάζευα το φως, πολύ φως.

Άνοιξε ο νους, τα μάτια μου.

Φωτίστηκα.

 

Κι είχα μια επιθυμία! Μια επιθυμία!

Όλο δικό μου να το κάνω.

Κι ως άγγιξαν τα μάτια μου τον ήλιο,

τυφλώθηκα.

 

Θυμάμαι! Ναι! Θυμάμαι,

πως κρατούσα στα χέρια μου,

ολάνθιστο κλαδί της λεμονιάς.

            Νίκος Ανώγης

---

            Παρόν-Αισθητόν

 

«Κεκλασμένη»

η «ευθεία ως το σιμόν»

η κάθε μια γραμμή μας

στο ψυχρόν

ή το θερμόν

επεκταμένη,

απ’ την ψυχή

που παραμένει εν θερμώ

«ετέρω ή ετέρως»

ευτυχώς πυρακτωμένη!

Κρίσις κι απόκρισις

στο παρόν, το αισθητόν,

επιτυχώς, εκτεταμένη!

            Βενετία Σιώντα

---

Της κακίας η... παγωνιά.


 Καλές οι αναμνήσεις
 Και τα μνημόσυνα, χρέος’
 Μα της βιωτής οι απαιτήσεις
Ζητούν και της δράσης το δέος...

Γήρας δεν είναι τόσο

Τα λευκά μας μαλλιά,
Όσο είναι εκείνη η νόσο,
Που λέγεται :Μαύρη καρδιά...

Κακία είναι αρνητικόν άπειρον
Του ηθικού θείου Νόμου
Είναι ένα φάος ανάπηρον
Και ένα χάος του τρόμου!.

Θα είχαμε τριαντάφυλλα
Και μέσ’ το χειμώνα
Αν της κακίας η απέραντη παγωνιά
Της Αγάπης, δεν πάγωνεν τον ροδώνα!!
            π. Γεώργιος Ι. Διαμαντόπουλος

---

            Γυάλινες εποχές

 

- Στις εποχές των γυάλινων καναλιών,

αναζητούσα την αγάπη, ψάχνοντας μέσα σε αριθμούς

και φορώντας φορέματα ραμμένα με τις μηχανές

του μέλλοντος, του δήθεν μοντέρνου…

- Στην οδό των ξεχασμένων τριαντάφυλλων,

ζητούσα τον ρομαντισμό, κυνηγώντας χίμαιρες,

και ψάχνοντας για ανεμόμυλους σαν τον Δον Κιχώτη…

- Μα βρήκα την αγάπη να με περιμένει κρυμμένη,

μέσα σε ένα ηλιοβασίλεμα, κρατώντας ζουμπούλια

κομμένα απ’ τον κήπο της αιωνιότητας και του χθες.

- Την αγάπη βρήκα και φορούσε στεφάνι,

από μαργαρίτες που κάθε χρόνο ανθοβολούσαν,

για να δείξουν ότι ήρθε η άνοιξη…

- Η αγάπη με πήρε απ’ το χέρι και περπατήσαμε

στο ακρογιάλι, ψάχνοντας για κοχύλια και ακούοντας

τον παφλασμό των κυμάτων…

- Και σκέφτηκα… Τι κι αν ζούμε σε γυάλινες εποχές!!!

            Βλάζια Φαϊδά

---

Της θάλασσας φως

 

Κάθισε, ουρανέ,

δίπλα στους σβησμένους ήλιους.

Ίσως επιτρέψουν στον τόπο τους,

στα δάκρυά τους δίπλα, -μείνε-,

να πάρουν το χρώμα σου.

Τόσο εύθραυστα τα όνειρα –

ακόμη και ο ψίθυρος,

τα αφανίζει.

Φως της θάλασσας,

ανεξιχνίαστο της θάλασσας φως –

ξεφυλλίζεις το σκοτάδι

ζητώντας την αλήθεια.

            Σερενές

---

            Ζωή μια στάση

 

Βαρύς σταυρός

καυτός ιδρώς

κυρτός ο ώμος

Μέσ’ το βοριά

θολή ματιά

μακρύς ο δρόμος.

 

Κόσμος πολύς

Κόσμιας στολής

περνά με βιάση

αδιαφορεί

πέρα χοροί

ζωή μια στάση.

            Νίκος Κότσικας

---
 

            Μετακόμισα

 

Μετακόμισα

δύο τετράγωνα από τη γειτονιά σου

μία ευθεία πίσω στο χρόνο.

Δύο κύκλοι στην πλατεία

και να ’σαι.

Ο δρόμος σου πορεία αυτόματου

πιλότου.

Χαιρετάς στο φούρνο

στο περίπτερο τσιγάρα

στάση στο ΑΤΜ.

Κι εγώ με την πλάτη γυρισμένη

τα βήματά σου να μετρώ

στα παπούτσια της βιτρίνας

που αντανακλάσαι.

άνετος, ωραίος

φρόνιμος κάτοικος εντός μου.

            Ελένη Αλεξίου

---

            Μιάμιση ημέρα ευτυχίας

 

Τότε, ήμουν ένας ροδόκηπος χωρίς αγκάθια,

τότε, ο ουρανός ήμουν που δεν ’χε κατακάθια.

Γιατί ήμουν το Σφρίγος και της Ηδονής το ρίγος,

καρδιά με λεύτερα φτερά, με λευκοκύκνειο άσμα,

νους που νανουριζόταν στου παραμυθιού το χάσμα.

Τον εύφλογο Έρωτα η Αφαίρεση είχε αναρριπίσει,

το εγώ ένα τραχύ κουκούλι που είχε τρυπήσει,

στιλπνή η Φυγή το στυγερώπη  Θάνατο είχε πείσει.

Στη γη κει χάμω, παρθενόλυτο είχα κάνει γάμο.

Ο ψίθυρός μου ήταν πνευματορήτωρ, ζωοκλήτωρ.

Με διαπέρασες, Ήλιε, μ’ είχες κάνει μία μάζα,

είχε σβηστεί η φαιότητα, ήμουν τάμπουλα ράζα.

Δεν είχα πια ταμπού, ήμουν Αδάμ στεφανηφόρος,

ολόχαρος, όφις ολόσοφος, πειρασμοβόρος.

            Ιωάννης Φατούρος

---

 

Οι κουρασμένοι άνθρωποι

 

Οι κουρασμένοι άνθρωποι

κατεβάζουν τα μάτια τους στη γη.

Η αίσθηση του γαλάζιου δεν τους συγκινεί.

Είναι σβησμένες φλόγες

που αδειάζουν την ψυχή από όνειρα.

Τα χέρια τους τρέμουν να κρατήσουν

κάτι μεγάλο, γιατί μόλις το σφίγγουν

εκείνο πνίγεται,

γίνεται παγίδα της ζωής.

 

Πού να βρεις παρηγοριά και ζεστή ελπίδα;

Μόνο στη νύχτα, μόνο στη νύχτα

που κάνει τα όνειρα πιο κοντινά.

Εσύ μέσα στο σκοτάδι και στη σιωπή

ν’ αναρωτιέσαι για τη φύση του ανθρώπου,

ποια μοίρα ξεθωριάζει τις ζωές

στο πέρασμα του χρόνου,

γιατί να ξεκινάμε πάντα δυνατοί

και ύστερα να ζητάμε αποδείξεις

της αδυναμίας μας;

 

Αρκεί να ξεδιψάμε

με λίγο νερό απ’ την αιωνιότητα

έστω κι αν τ’ ονομάζουμε ομορφιά.

Λάσκαρης Π. Ζαράρης

---

            Το τζάκι

 

Μπροστά στο τζάκι αγκαλιασμένοι

ένα τραγούδι τα χείλη μας λεν,

το στήθος μας βαριά ανασαίνει

ψελλίζοντας το πρώτο του ρεφρέν.

 

Ξημέρωμα χώρια μου θα ’σαι,

μη με ξεχάσεις όπου κι αν πας,

στον ύπνο σου θα ’ρχομαι σαν κοιμάσαι

να σου θυμίζω να με αγαπάς.

 

Μπροστά στο τζάκι τα δάκρυα τρέχουν

σαν ποταμού το γάργαρο νερό,

και του ρεφρέν τα λόγια έχουν

πόνο, και δηλητήριο σωρό.

            Λένα Φατούρου

---

            Αν μπορούσα

 

Αν μπορούσα,

ένα δρόμο άλλο να χαράξω,

απ’ αυτόν που τώρα Ζω,

με τις αδέκαστες συνήθειές μου πάλι

και μ’ όσα μπόρεσα αληθινή να είμαι,

θα ’θελα απ’ την αρχή να γνωριστώ.

 

Αν οι ώρες μου,

οι μέρες και τα χρόνια

θα ’ταν φύλλα μετρημένα

πλάι σ’ εκείνον π’ αγαπώ,

με τις ίδιες μου συνήθειες πάλι

θα ’θελα το δρόμο μου ν’ ακολουθώ.

            Αλεξάνδρα Βαΐτση-Βάκρου

 

---

 

            Ταξίδι

Στο ταξίδι σου προς τον Αιγόκερω

να προσέχεις και τους κινδύνους που εγκυμονεί,

γιατί ο θάνατος χύνει μέσα του μαύρο

και γίνονται οι προκυμαίες απρόσιτες.

Είναι αλήθεια, πως δεν αλλάζεις στους κινδύνους,

αφού ατρόμητος είσαι, γιατί είσαι νέος,

όμως κύκλωσε σφιχτά ό,τι αγαπάς,

για να ’χεις χαμόγελο στους δύσκολους καιρούς.

 

Πάντα υπάρχει απόσταση στο ταξίδι,

μα τα τελευταία μέτρα είναι δύσκολα

κι η θάλασσα γυμνή πάνω στην άμμο,

θα σε καρτερά στην ανοσία των θορύβων.

Άκουγα πάντοτε για τα ταξίδια κι ένας

φόβος με κυρίευε ακαθόριστος, μα εσύ,

που έχεις βάλει πλώρη για τον Αιγόκερω,

να προσέχεις, γιατί πάντα υπάρχει μια σπίθα

πριν από την πυρκαγιά.

            Δημήτρης Λούκας

---

            θλίψη

Τώρα σε καταλαβαίνω Άστρο

Όταν σε παίρνει η παλίρροια

Καταλαβαίνω τη Θλίψη μου…

Στην υγρή, παγωμένη Άμμο,

Ψελλίζεις όλο απ’ την αρχή

Το ίδιο τραγούδι….

 

Τώρα σε καταλαβαίνω Άστρο

Όταν σε παίρνει η φόρα των κυμάτων

Όταν σε φωνάζει τρομερός βυθός…

 

Σε βλέπω με λαχτάρα

που απλώνεις στα κύματα

Το χρυσό φωτοστέφανο της νιότης σου…

Και παλεύεις, αντιστέκεσαι,

πνίγεσαι, χάνεσαι…

Αφήνοντας ένα χαμόγελο

«της ηλιαχτίδας χαμόγελο»..

Στα λυπημένα του νερού

που σε μαζεύουν τα φτερά μου…

            Βασιλική Καλαχάνη

---

            Χορταριάσαμε

 

Κουραστήκαμε πια…

Μπορούμε να δραπετεύσουμε.

Ίσως βοηθήσει

μια παλιόφιλη, μαύρη πέτρα γι’ αυτό.

Μπορούμε ν’ αλλάξουμε τη μέρα.

Ίσως βοηθήσει η έναστρη νύχτα.

Χορταριάσαμε παράσιτα για τους άλλους,

μα ανθίσαμε για το χώμα μέσα μας.

Κουραστήκαμε πια…

Να προσποιούμαστε πως δουλεύουμε,

μαζεύουμε αγαθά, αγαπάμε αλλήλους

κι αφηνόμαστε

στον χρόνο που αντέχει!

            Βασιλική Νικοπούλου

 

---

Τα χέρια σου

 

Στα χέρια σου

μικρές ανάσες φωλιάζουν

οι σκέψεις μου.

Στα χέρια σου

ανάλαφρο φιλί αφήνω

την ψυχή μου.

Στα χέρια σου

αργά σμιλεύω

τις επιθυμίες μου.

 

Είν' ακριβά τα χέρια σου.

Βαστούν την ύπαρξή μου.

            Γωγώ Μπελεκούκια-Σπανού

---

            Η άγνωστη

 

Την πρόφτασε ξημέρωμα στη σκάλα.

Της λέει:

«Καμιά γυναίκα,

Καμιά γυναίκα δεν μου έδειξε τη θάλασσα.

Του σεντονιού τις αμμουδιές

ακόμα το κορμί σου αυλακώνει.

Ας ήξερα τουλάχιστον

ποιο είναι τ’ όνομά σου»

Του λέει:

«Όνειρο είναι».

            Χάρης Μελιτάς

---

Δεν έχει ειρμό

η θρασύτητα των λόγων,

ούτε ρυθμό

η νύχτα αλήσμονη.

Σμιλεύω τ’ όνειρο

σε πρόσωπο τερπνό

που αμέτρητα

τα δάκρυα κυλώντας

μυρίζουν μάραθο.

Αξεπέραστος ο έρωτας

τη θλίψη να μετρά.

Ανυπέρβατη η θλίψη

τον έρωτα να κρίνει.

Ο χειμώνας της νύχτας

η νύχτα της καρδιάς

μαύρη μπογιά στο λυκαυγές

να στάζει.

            Νίκη Βλάχου

 
---  

            Λατίνος εραστής

 

Προδότρα ζωή

Προδότης κι εσύ

Παιχνίδι σκληρό

κι η ανθρωπιά στη φυλακή

Άθλιος ο εγωισμός σου

κι η σκέψη σου κι ο νους σου

στον περίπατο.

Όμως σ’ αγαπάμε πολύ

και δεν μπορώ να σ’ αρνηθώ

μες στη καρδιά μου

σαν Θεό

για πάντα θε να σε κρατώ

Λατίνε εραστή.

            Γιούλα Σταμέλου

---

 Ερμηνεία και παρερμηνεία

ο Έρωτας

κουρσεύει τα χέρια

αιχμαλωτίζει για μια

και μόνη στιγμή τα μάτια.

Διαγράφει διαπεραστικά

καθαιρεί υποσχέσεις.

Μαρία Περατικού-Κοκαράκη

 

---

            Αργά-αργά

 

Της βρύσης στάζοντας

οι καλαμιές αργά-αργά

θαρρώ το όνομά σου συλλαβίζουν,

τον έρωτα φαντάζομαι

πως τραγουδούν.

 

Και τα πουλάκια

μέσα απ’ τις φτελιές

και τ’ ανθισμένα κλώνια,

ροδόχρυση μαντεύουνε αυγή

και ταίρι-ταίρι στέλνουνε

δοξαστική στον Πλάστη τους μολπή!

            Τίτος Βεργίτης

---

            Εωθινό

 

Πουλιά, άκου πουλιά.

Στάσου, μη λες.

Σσσσς. Τώρα πετάμε.

Πετάμε.

Χέρια, κοίτα τα χέρια.

Άκου, μη λες.

Σσσσς. Τώρα σιωπάμε.

Σιωπάμε.

Φιλιά, άκου φιλιά.

Νιώσε, μη λες.

Σσσσς. Τώρα αγαπάμε.

Αγαπάμε.

            Αντώνης Σαμιωτάκης

---

Τα χέρια σου όλο έκφραση

θυμού και τρυφεράδας.

Τα μάτια σου

μια θάλασσα πιθυμιές

ωκεανοί στοιβαγμένων μυστικών

φωτογραφίζουν

τις λεπτομέρειες των ωρών μας.

Αγαπώ τα μάτια σου.

Αγαπώ τα χέρια σου

που μπορούν να λιώνουν

την άρνησή μου

μέσα από τα «Θέλω» σου

που γίνονται δικά μου.

            Κική Σεγδίτσα

---

            Μια σκηνή μαγική

 

Απόψε να καθίσεις κοντά μου

απ’ το μυαλό σου διώξε τη ζάλη,

θυμήσου ένα κομμάτι παλιό

μαζί να τραγουδήσουμε πάλι.

 

Μες στη μουσική θα χαθώ

θα πάω ως του ονείρου την άκρη

και θα ’θελα με ένα σκοπό

του κόσμου να στεγνώσω το δάκρυ.

 

Αγάπες και ιστορίες παλιές

μες στην καρδιά που ήταν κρυμμένες,

η μουσική τις βγάζει απ’ το χθες

\και είναι οι στιγμές μαγεμένες

            Γιώργος Μαρινάκης

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ προς ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ στον 3ο π.Χ. ΑΙΩΝΑ




ΠΕΝΤΕ ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ προς ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

ΣΤΟΝ 3Ο π. Χ. ΑΙΩΝΑ

 

1.      Ψάξε λέξεις άφθαρτες ή πρωτόγνωρα συγγενικές, έτσι ώστε ο αναγνώστης να πάει αργά και προσεκτικά στην ανάγνωση, που θα του επιτρέψει να απολαύσει το ποιητικό αποτέλεσμα.

2.      Ψάξε νέα ή άγνωστα θέματα. Αν πραγματεύεσαι γνωστά επέλεξε επεισόδια παραγνωρισμένα, ή πλάσε καινούρια. Όχι στους πολυσύχναστους δρόμους

η πολυχρησία, η κατάχρηση φθείρει. Αν πάλι θέλεις να ανοίξεις διάλογο με παλαιότερα κείμενα, με την παράδοση, μη κάνεις στείρα μίμηση, ώστε να καλλιεργήσεις μια νέα αισθητική, έτσι ώστε ο αναγνώστης να διακρίνει με γνώριμα στοιχεία, αλλά ταυτόχρονα δε, να αισθάνεται ότι διαβάζει ένα καινούριο ποίημα.

3.      Προσπάθησε να ανατρέψεις τις καθιερωμένες αξίες. Άσε τους παραδοσιακούς πρωταγωνιστές, θεούς και σπουδαίους ήρωες και δώσε τη θέση τους σε καθημερινά πρόσωπα. Όχι στους μαζικούς τόπους. Πάρε το μονοπάτι. Εκεί μακριά από τους θορύβους θα συναντηθείς με τον εαυτό σου. Η εσωτερικότητα είναι το ζητούμενο. Ο εαυτός με τα αισθήματά του.

4.      Ψάξε νέους αφηγηματικούς τρόπους τόσο στο γενικό σχέδιο δόμησης του έργου, όσο και στην τακτική των επιμέρους επεισοδίων, μπλέξε τους τρόπους μεταξύ  τους. Παίρνε πρωτότυπους και απρόσμενους δρόμους. Όχι στα χνάρια των άλλων. Βρες το δικό σου δρόμο, τον δύσκολο.

5.      Και μα τον Απόλλωνα, μικρές συνθέσεις. Αν σου βγει λίγο μεγαλύτερο, διέσπασε το, σε επιμέρους επεισόδια με αυτοτελή αξία.

   Και μη ξεχνάς ποτέ: Μούσαν Λεπταλέην.

   Τις προτροπές αυτές ακολούθησαν από τότε στη διάρκεια των αιώνων γράφοντας σπουδαία έργα  αρκετοί ποιητές, αρκετοί Λατίνοι ποιητές, καθώς και ο τελευταίος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης.

4ος ΔΙΕΘΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΖΩΟΦΙΛΙΑΣ



 
Ο Φιλοζωικός Σύλλογος Φθιώτιδας και οι εκδόσεις ‘’ΟΙΩΝΟΣ’’ προκηρύσσουν τον 4ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ζωοφιλίας.
 
Ο διαγωνισμός αφορά στα είδη:
 
Ποίηση: 1 ποίημα (σε οποιαδήποτε μορφή ποιητικής έκφρασης) έως 32 στίχους
Δοκίμιο: 1 δοκίμιο έως 2000 λέξεις
 
Κάθε δημιουργός μπορεί να λάβει μέρος και στα δύο είδη.
 
Τα έργα θα πρέπει να είναι ανέκδοτα και αδημοσίευτα, ζωοφιλικού περιεχομένου, στη Νεοελληνική Γλώσσα, σε 5 αντίτυπα, με διπλό διάστημα και γραμματοσειρά Arial μεγέθους 11.
Στη θέση του αποστολέα θα αναγράφεται μόνο το ψευδώνυμο, ενώ τα πλήρη στοιχεία των διαγωνιζομένων (όνομα, επίθετο, ψευδώνυμο, ηλικία, διεύθυνση, τηλέφωνα, e-mail και τίτλοι έργων) θα εσωκλείονται σε ένθετο σφραγισμένο φάκελο, στον οποίο θα αναγράφεται εξωτερικά το ψευδώνυμό και το είδος συμμετοχής.
 
Οι υποψήφιοι μπορούν να αποστείλουν τα έργα τους έως την 30η Ιουνίου 2014 (με απλή, όχι συστημένη επιστολή) στη διεύθυνση: Ηλέκτρας 5, 351 00, Λαμία.
«Για τον 4ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ζωοφιλίας».
 
Η απονομή βραβείων-επαίνων θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014, στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας των Ζώων, σε επίσημη εκδήλωση. Απαιτείται η φυσική παρουσία του διακριθέντος, ή εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου του.
Τα Α ΄ Βραβεία θα συνοδεύονται από γλυπτά έργα της Νίκης Βλάχου και βιβλία των εκδόσεων ‘’ΟΙΩΝΟΣ’’.
Για περισσότερες πληροφορίες: vlachoun@otenet.gr   
 

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΌΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΎΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ


ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ «ΚΑΘΗΡΗΜΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙΑ»

 

Του Χρήστου Σκιαδαρέση
Φιλολόγου
Μεταπτυχιακού αποφοίτου της Ιστορίας της Φιλοσοφίας

 

Η Παναγιώτα Χριστοπούλου - Ζαλώνη είναι μία από τις κορυφαίες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ελλάδας και, σίγουρα, απ’ τις σπουδαιότερες εκπροσώπους της γενιάς της. Μια γνήσια θεραπαινίδα της ποίησης, μια πρωθιέρεια των ελληνικών γραμμάτων. Κι αυτό που λέγεται δεν αποτελεί μια μεγαλόσχημη διατύπωση, αλλά την αποτύπωση μιας αλήθειας πέρα για πέρα πραγματικής.

Στην εξαγωγή τούτης της διαπίστωσης δεν συνηγορεί μόνο το γεγονός ότι έχει γράψει δεκάδες αξιόλογα βιβλία (εξήντα-επτά τον αριθμό), ποσότητα ουδόλως αμελητέα, ίσα ίσα, το ακριβώς αντίθετο θα τολμούσα να ισχυριστώ, καθώς η ποσότητα αυτή προκαλεί ένα αληθινό δέος όχι μόνο για το μέγεθός της, αλλά πολύ δε περισσότερο για την υψηλή και απαράμιλλη ποιότητά της ˙ πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια λογοτέχνιδα που, ουσιαστικά, έκανε την εκτίναξή της στα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας, κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία, γεγονός που όχι μόνο εντυπωσιάζει στο πρώτο του άκουσμα, αλλά θα μπορούσε να θεωρηθεί και ολίγον τι εξωπραγματικό για τα συνήθη δεδομένα ενός μέσου ποιητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όσο χαρισματικός και αν υπήρξε ποτέ αυτός.

Το πόσο εξέχουσα λογοτέχνις είναι δεν πιστοποιείται ούτε μόνο απ’ την εξίσου εντυπωσιακή επισήμανση ότι έχει τιμηθεί με τις ύψιστες διακρίσεις πανελλαδικώς και παγκοσμίως. Αν, δηλαδή, η Ζαλώνη κατέκτησε την κορυφή του ποιητικού Ολύμπου, αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνέβη επειδή, πρωτίστως, άφησε εντονότατο το στίγμα της στα ποιητικά πράγματα της χώρας. Ήταν τόση η νέα πνοή που προσέδωσε στη νεοελληνική ποίηση η μεγάλη αυτή εργογράφος, που κατόρθωσε να ανανεώσει την ίδια της την ποιητική έκφραση με μόνο κι αποκλειστικό όπλο τη μανιέρα της. Και το ισχυρίζομαι αυτό, διότι, καταρχάς, ο οποιοσδήποτε σχολαστικός αναγνώστης ή κριτικός εντρυφήσει στη μελέτη του corpus της, το πρώτο πράγμα στο οποίο θα κοντοσταθεί ευθύς εξαρχής είναι ο άκρως ευρηματικός τρόπος που γράφει και εκφράζεται η εν λόγω ποιήτρια. Τα στιχουργήματά της μιλάνε απευθείας στην καρδιά μας. Δεν πλήττεις ποτέ με την ποίησή της Ζαλώνη. Τα ποιήματά της είναι πραγματικά υποδείγματα γλωσσικής κομψότητας και μουσικής ευλυγισίας. Και θεωρώ ότι θα εκτιμηθεί σίγουρα η ανανεωτική της συμβολή από τους κριτικούς λογοτεχνίας, αν αυτό δεν έχει ήδη ξεκινήσει να γίνεται. Ένα, πάντως, είναι πανθομολογούμενο και σίγουρο. Ότι η Παναγιώτα Ζαλώνη είναι απ’ τους ελάχιστους λογοτέχνες που έκανε την ποίηση μεράκι της. Σε βαθμό που τη βοήθησε να αντέξει τόσο στις καλές εποχές  της χώρας, σ’ αυτές δηλαδή που προηγήθηκαν, όσο και στις κακές, αυτές που διάγουμε σήμερα. Μ’ άλλα λόγια, έχει δοκιμαστεί η ποίησή της και στα εύκολα και στα δύσκολα. Έχει βαστάξει, έχει κρατήσει και βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής επικαιρότητας. Και ετούτη είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να περάσει από κανέναν απαρατήρητη. 

Ένας απ’ τους λόγους που εξηγεί επαρκώς τους διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς που της αποδίδονται κατά καιρούς είναι ότι η Ζαλώνη ενδιαφέρεται -μέσα απ’ τα τεχνουργήματά της- να κατανοήσει πρωτίστως τον ίδιο τον άνθρωπο, την ουσία της φύσης του, την άβυσσο της ψυχής του, τις αδυναμίες και τις αναλλοίωτες αξίες του, τα πάθη του και τις αρετές του, έννοιες που τις επεξεργάζεται σε μεγάλο βάθος, τις ιχνηλατεί και τις σμιλεύει,  για να υπεισέλθει στα άδυτά τους, προσδοκώντας να φέρει στο φως όλα όσα κρύβονται κάτω απ’ την επιφάνεια, να καταστήσει φανερά τα αφανέρωτα και ορατά τα αθέατα για τους πολλούς ˙ μέσα απ’ την ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, η Ζαλώνη μπορεί εύκολα να καταδύεται και στα ενδότερα της δικής της ύπαρξης, ευελπιστώντας ίσως πως, κάποτε, μέσα απ’ την άκρως δημιουργική της αυτοπαρατηρησία, να καταφέρει να αποκαλύψει και η ίδια τις κρυμμένες δυνάμεις που διατηρούσε για χρόνια ανενεργές, ώστε να μπορέσει να τις αναδείξει ξανά στο προσκήνιο και να τις αξιοποιήσει, επιτέλους, και προς την κατεύθυνση της δικής της αναγέννησης, και προς την κατεύθυνση της εκ νέου αναδόμησης της κατακερματισμένης της ζωής. Ας μου επιτραπεί η άποψη, λοιπόν, ότι, για τούτο ακριβώς το λόγο, είναι απ’ τις ελάχιστες ποιήτριες που έκανε αξίωμα της ποιητικής της το «ένδον σκάπτε» του Χίλωνα ή το «γνώθι σαυτόν» του Σωκράτη.

Μεταξύ άλλων, η Παναγιώτα Χριστοπούλου - Ζαλώνη διαθέτει ένα εντελώς μοναδικό και ξεχωριστό προσωπικό ύφος γραφής. Εκτός από το πάθος απ’ το οποίο διακρίνεται, η γραφίδα της είναι και αρκετά ρωμαλέα. Και αν αποδεχόμαστε ότι η γραφή λειτουργεί κι ως ο κατεξοχήν πληρεξούσιος του χαρακτήρα μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η Ζαλώνη είναι ρωμαλέος χαρακτήρας και η ίδια. Η Ζαλώνη, λοιπόν, καινοτομεί , αφού μεριμνά για ύφος και πράττει ύφος. Δεν γράφει απλώς ποίηση, υποβάλλει ψυχικές διαθέσεις. Τα στιχουργήματά της αποτυπώνουν, άλλοτε απροκάλυπτα άλλοτε υποδόρια, άλλοτε απ’ την καλή κι άλλοτε απ’ την ανάποδη, τη θερμοκρασία και την υγρασία των συναισθημάτων της, των κυμαινόμενων διαθέσεών της. Τα ποιήματά της πάλλονται από το λικνιστικό κυμάτισμα του ρυθμού, από ήχους μελωδικούς κι από έντονες εναλλαγές ύφους και εικόνων. Η Ζαλώνη έχει, αν μη τι άλλο, αναπτύξει μια εντελώς δική της, προσωπική, ακόμη και ερωτική, θα τολμούσα να πω, σχέση με την ποίηση, καθώς μεταχειρίζεται μία ξεχωριστή, χαμηλόφωνη και συναισθηματική ιδιόλεκτο, που χαρακτηρίζεται από ποικιλότροπες μίξεις και συζεύξεις, από πρωτότυπους λεκτικούς συνδυασμούς. Οι στίχοι της είναι όλο κίνηση και χρώμα, συναισθηματικές μεταπτώσεις και ψυχικές επιπλοκές. Στιγμές στιγμές δε είναι τόσο παρορμητική και χειμαρρώδης που θαρρείς ότι οι λέξεις της παράγουν σπινθήρες, πόθους καρδιακούς, καημούς βασανιστικούς κι αδιάκοπες συγκρούσεις.  Πάντως, της Ζαλώνη , ούτως ή άλλως, ποτέ δεν της άρεσε η ακινησία και το τέλμα, η στασιμότητα και η απραξία. Κάθε της διανόημα, κάθε της σύλληψη τα έντυνε και τα ντύνει με πρωτόφαντη χάρη, με παραστατική μεγαλοπρέπεια. Οτιδήποτε φωλιάζει μέσα της και κρυφοβοσκάει τα σπλάχνα της, η Ζαλώνη το ανασύρει στην επιφάνεια ολοζώντανο, με τα ατόφια χρώματά του, τη δροσιά του, τον κρουστό του ήχο, την πικρόγλυκη γεύση του.

Ο ποιητικός λόγος της Παναγιώτας Ζαλώνη είναι προικισμένος και με μια σπάνια σκηνοθετική δύναμη. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι στα περισσότερα ποιήματά της ρεμβάζει μέσα από ένα εξωπραγματικό, σχεδόν ονειρικό σκηνικό, που έχει μεγαλόπρεπα στήσει η ίδια. Η Ζαλώνη έχει σκηνοθετήσει κι ένα είδος υπαρξιακής δίνης, μέσα στο οποίο περιελίσσεται, βυθίζεται, χάνεται, αναφύεται και πάει λέγοντας, καταδεικνύοντας εξίσου το πόσο ικανή είναι είτε στο να αναπαριστά με χρώματα γλαφυρά τα βιωματικά της αδιέξοδα είτε στο να αποδίδει με τρόπο ανάγλυφο την τραχύτητα των δοκιμασιών στις οποίες την έχει υποβάλλει ουκ ολίγες φορές η σκληρή συμβατικότητα γύρω της. Εξάλλου, κι ως άνθρωπος, η Ζαλώνη αντιμετωπίζει τη ζωή σαν θεατρική πράξη. Στην ορχήστρα της ζωής της, που έδωσε τόσες και τόσες παραστάσεις πετυχημένες, ετοιμάζεται, όπως χαρακτηριστικά μαρτυρά κι η ίδια σε διάφορα ποιήματά της, να «παίξει την τελευταία της παράσταση», πριν πέσει μια για πάντα «η σκοτεινή αυλαία».

Άλλος ένας πρόσθετος λόγος που καθιστά την ποίηση της Ζαλώνη άκρως καινοτόμα και πρωτοποριακή είναι ότι συνυφαίνει και υπερβαίνει διαδοχικά το φάσμα των ρευμάτων του Συμβολισμού από τη μια και του Υπερρεαλισμού από την άλλη, συναρμόζοντας έντεχνα το φαντασιακό – ονειρικό με τη μνήμη και την αυτοβιογραφία με τη μυθοπλασία. Προκαλεί δε μεγάλη εντύπωση το πόσο εύκολα ταλαντώνεται και συμπτύσσεται, παραληρεί και αυτοαναιρείται, ωραιοποιεί και αποκαθηλώνει, εξιδανικεύει και απομυθοποιεί καταστάσεις, ανθρώπους , συναισθήματα. Αυτή δε η διαπίστωση προσφέρει με τη σειρά της ένα πολύ καλό «πάτημα», προκειμένου να μεταβούμε και σε ένα άλλο θαυμαστό «επίτευγμα» της Ζαλώνη ˙ τα βιβλία της -και πολύ δε περισσότερο τα «Καθηρημένα αστέρια» (εκδόσεις Βεργίνα, 2013)- μοιάζουν με τα περιστρεφόμενα αναλόγια, σαν αυτά που έχουν οι ψάλτες στην εκκλησία. Και το λέω αυτό, διότι στον πυρήνα τους περιλαμβάνουν μια αξιομνημόνευτη ποικιλία από θεμελιώδεις έννοιες, από επαναλαμβανόμενα και αλληλοαναιρούμενα μεταξύ τους θεματικά μοτίβα. Όποιος διαβάσει τις ποιητικές συλλογές της Ζαλώνη και δη την επιτομή όλου του έργου της, που, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι τα «Καθηρημένα αστέρια», δεν θα ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει. Από τη μια πλευρά της πλάστιγγας συναντάς έννοιες με αρνητικό πρόσημο, όπως την απουσία, τη στέρηση, τη μνήμη, τον θάνατο, το υπαρξιακό κενό, την καρτερική απαισιοδοξία, τη ματαιότητα, τη διάψευση, τη μελαγχολική ρέμβη, τη φθορά και από την άλλη πλευρά της πλάστιγγας αλιεύεις έννοιες με θετικό πρόσημο, όπως την αγάπη -που η Ζαλώνη την παρέχει ανιδιοτελή και πλουσιοπάροχη, σε όποιον της τη ζητήσει, μιλάμε για καντάρια αγάπης, αφειδώλευτης και πηγαίας- την ελπίδα, την πίστη (ΥΓ. Σημειωτέον ότι η αγάπη, η ελπίδα και η πίστη είναι οι τρεις έννοιες- κλειδιά που βοηθούν έναν χριστιανό να ανοίξει τις νοητές πύλες, για να εισέλθει στην Άνω Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με το ορθόδοξο χριστιανικό κοσμοείδωλο, γεγονός που, επίσης, καταμαρτυρεί το πόσο επηρέασε η Ορθοδοξία την γραφή και την εν γένει πνευματικότητα της Ζαλώνη), τη φαντασία, τον εξαγνισμό, την αυτοκάθαρση, την ανεκπλήρωτη ευτυχία, τον ανέγγιχτο, εξιδανικευμένο έρωτα, τον διάχυτο, αρχετυπικό και υψιπετή ερωτισμό.

Το άξιο λόγου, φυσικά, δεν είναι μόνο ότι συμπεριέλαβε τόσα πολλά κι αντικρουόμενα θεματικά μοτίβα στην ποίησή της όσο ότι τους προσέδωσε διαστάσεις κοσμογονικές. Και εξηγούμαι. Όλα τα παραπάνω μοτίβα τα μεταμόρφωσε με τη σμίλη της, σε βαθμό ώστε τα εφήμερα να μοιάζουν με αιώνια και τα αιώνια με εφήμερα. Τις ατομικές της εμπειρίες τις κατέστησε βιώματα καθολικά και διαχρονικά. Τα πιο απλά πράγματα, η Ζαλώνη τα γενικεύει και τα προεκτείνει. Τα εξωτερικά αντικείμενα τα μεταβάλλει σε σύμβολα. Όμως, αυτό που την αναβιβάζει στα μάτια μας ως ποιήτρια και τη μεταρσιώνει σε σφαίρες ανώτερες και προεξάρχουσες είναι η προσφιλής τακτική της να σιωπά φωναχτά και να φωνάζει σιωπηρά. Η Παναγιώτα Ζαλώνη είναι απ’ τις ελάχιστες ποιήτριες της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θρηνεί βουβά. Χαρακτηριστικά, αρέσκεται -όσο κανείς άλλος- είτε στο να φωτίζει τη δύναμη της ανθρώπινης αδυναμίας είτε στο να εστιάζει στην αδυναμία της ανθρώπινης δύναμης. Και το πετυχαίνει αυτό με έναν τρόπο μοναδικό. Διαβάζοντας τους στίχους της Ζαλώνη, δεν ξέρεις αν τελικά ο θάνατος είναι η πραγματική ζωή (ή, καλύτερα, η δίοδος προς την πραγματική ζωή) ή αν η ζωή που ζούμε είναι ισοδύναμη του θανάτου, είτε λόγω των ανυπέρβλητων ψυχολογικών αδιεξόδων που συνεπάγεται είτε λόγω των διαδοχικών ματαιώσεων και διαψεύσεων που μας επιδαψιλεύει.

Ένα ακόμη συγκριτικό πλεονέκτημα που εντοπίζει κάποιος προσεκτικός μελετητής του έργου της Παναγιώτας Χριστοπούλου – Ζαλώνη  είναι τα τοπία της ποίησης που εφευρίσκει, για να ξεδιπλώσει, μέσα από αυτά, τις απογοητεύσεις της, τις απογνώσεις της, τις διαψευσμένες προσδοκίες της, τις ελλοχεύουσες ελπίδες της. Τα ποιήματά της είναι απανθίσματα από θρυμματισμένες μνήμες, ερωτικά σπαράγματα, δραματικές κορυφώσεις, παραφορές. Απ’ τα ορυχεία της ψυχής της ανασύρει, κυρίως, λογιών λογιών ερωτικά κτερίσματα, που τα καταγράφει ένα προς ένα και μας τα εκθέτει, με το σεβασμό που επιδεικνύει ένας αρχαιολόγος, όταν η σκαπάνη του βρεθεί ενώπιος ενωπίω με έναν ανυπολόγιστης αξίας αρχαίο θησαυρό. Πάντως, εκείνο που θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ως απαύγασμα της θεώρησης του έργου της Ζαλώνη είναι ότι τα ποιήματά της, στο σύνολό τους τουλάχιστον, είναι τοπία μνήμης, τοπία φευγαλέας διάθεσης και, ενίοτε, χιμαιρικής ενατένισης. Είναι μικρά μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού της που τα περισυνέλεξε από τις προθήκες των εμπειριών και των βιωμάτων της, από τους κάδους -ας μου επιτραπεί η χρήση αυτής της αδόκιμης και άκρως αντιποιητικής λέξης- της πεζής και τετριμμένης της καθημερινότητας, για να μας τα μεταγγίσει με απεριόριστη εκτίμηση και, φυσικά, με μία άνευ προηγουμένου έντονη και «φιλτραρισμένη» στοχαστική διάθεση.

Ποτάμι ασίγητο κι αστείρευτο η φαντασία της Παναγιώτας Ζαλώνη. Τέτοια που της επιτρέπει να δανείζεται τα υλικά του αισθητού κόσμου και να τα μεταπλάθει σε ποιήματα. Μ’ άλλες λέξεις, η Ζαλώνη παίρνει στοιχεία από τη γήινη πρώτη ύλη, για να συγκροτήσει τα παραμύθια της. Αν, φερειπείν, προσέξει κανείς πώς γίνεται στα χέρια της ποιήτριας η απελπισία μαγιά, το πιο ιδανικό προζύμι για να ζυμώσει τα στιχουργήματά της, τότε είναι σίγουρο πως θα κατανοήσει πολύ καλύτερα το αξιέπαινο του όλου εγχειρήματος. Και μια που μιλάμε για «ασίγητες φαντασίες» και «παραμύθια», καλό θα είναι να παραλληλίσουμε τα ποιήματά της με καταγραφές σε σελίδες προσωπικού ημερολογίου. Η Ζαλώνη, στα «Καθηρημένα αστέρια» τουλάχιστον, προβαίνει σε μια ανακεφαλαίωση της ζωής της, σε μια ανασκόπηση, γεμάτη από ερωτικές στιγμές περιπάθειας, απογοητεύσεις και αέναη κυκλοθυμικότητα. Όλα μέσα της αναδομούνται και ιεραρχούνται ξανά και ξανά, όλα μέσα της μένουν συγκεχυμένα και ρευστά. Επικρατεί μια συνεχής παράταξη και αλληλοδιαδοχή υποβλητικών συναισθημάτων και συνειρμών, που λειτουργούν άλλοτε υπόγεια κι άλλοτε φανερά, άλλοτε συνυποδηλωτικά κι άλλοτε αναφορικά. Γι’ αυτό, άλλωστε, κι η ποίησή της μοιάζει άλλοτε φτερωμένη και ανάλαφρη κι άλλοτε χυμώδης και παρορμητική, άλλοτε λεπταίσθητη κι έκδηλα τρυφερή κι άλλοτε, πάλι, τεθλιμμένη και άκρως εξομολογητική, άλλοτε πηγαία κι άλλοτε διυλισμένη, άλλοτε λιτή και δωρική κι άλλοτε περίτεχνα επεξεργασμένη, άλλοτε εμβατήριο χαράς και λύτρωσης κι άλλοτε θρηνητικό άσμα και ελεγεία.

Στο έργο της Ζαλώνη κυριαρχεί σε πρώτο πλάνο η επικοινωνία της μ’ ένα δεύτερο πρόσωπο, με ένα ποιητικό «εσύ» (που δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι ο πραγματικός αποδέκτης της ποιητικής της συλλογής και όχι εμείς, οι αναγνώστες), επικοινωνία που, όμως, η πραγματικότητα τής την αρνείται πεισματικά και επίμονα. Η Ζαλώνη μάχεται να επικοινωνήσει με τον διαψευσμένο, τον ανεκπλήρωτο, τον ανέγγιχτο, τον απροσπέλαστο, τον απρόσιτο, τον αδικαίωτο, τον ουτοπικό, τον εξιδανικευμένο της έρωτα. Αυτή η απόπειρά της είναι και το πρωταρχικό, το κυρίαρχο ζητούμενο στην ποίησή της και, πιθανόν, και η βασικότερη αιτία της θλίψης της. Και, παρά το γεγονός ότι η Ζαλώνη αρέσκεται να δείχνει ή να υποδύεται την ανυπόταχτη φύση και τη ρωμαλέα, την επαναστατική και την ασυμβίβαστη, στα έγκατα της ψυχής της πάλλεται και αναριγεί ακαταπαύστως η άσβεστη επιθυμία της για τον πρωταγρίκητο, τον εξαγνισμένο και ασύλητο -από φτηνούς εκχυδαϊσμούς- έρωτα, αφού και η ίδια παραδέχεται πολλάκις ότι νιώθει ανυπεράσπιστη και ευάλωτη στα βέλη του και, μάλιστα, τόσο ευάλωτη που έχει πάψει πλέον να τρέφει φρούδες ελπίδες ή ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να συμφιλιωθεί αναίμακτα μαζί του ή, έστω, με την ιδέα της προσδοκίας ότι, κάπου πριν το τέλος, θα δικαιωθούν οι διακαείς της πόθοι και θα απολαύσει το όνειρο έτσι όπως ποτέ της στο παρελθόν δεν το απόλαυσε. Πάντως, εμμένει να τονίζει εμφατικά ότι αυτός ο πλατωνικός, ο πνευματόμορφος, ο άυλος έρωτας είναι η μόνη απόλυτη αξία που δίνει νόημα στην επίμοχθη επίγεια ζωή της καθώς και το όποιο διέξοδο στις υπαρξιακές ανησυχίες της. Αισθάνεται, δηλαδή, ότι την ευεργετεί τόσο που την υψώνει, την εμψυχώνει και την μεταρσιώνει σε ουρανούς λυρισμού. Μέσα απ’ τον καθαγιασμό του ερωτικού της συναισθήματος, η Ζαλώνη αποπειράται, ουσιαστικά, να ξαναζωντανέψει τη διαψευσμένη αγάπη. Και ίσως, τελικά, η όλη συναφής ποιητική της διάθεση και δημιουργία να είναι αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της αγάπης, αυτής ακριβώς της σχέσης εξάρτησης που έχει αναπτύξει μαζί της, αυτής της έλξης.

Η Ζαλώνη, όμως, έχει κι άλλες εμμονές. Θέλει να δραπετεύσει απ’ τα στεγανά αυτού του μάταιου κόσμου. Να εξέλθει απ’ τα δεσμά του, απ’ το καθεστώς αιχμαλωσίας στο οποίο έχει περιπέσει. Τη Ζαλώνη την πνίγουν η συμβατικότητα, η αλυσιτελής καθημερινότητα, το χάος που την στοιχειώνει παντού -στις σκέψεις της, στα όνειρά της, στις προδιαθέσεις της- οι βαθύτερες ανησυχίες της, τα πάθη της, τα απωθημένα της, οι παροπλισμένοι πόθοι της. Έτσι όπως εκτυλίσσεται και αποτυπώνεται η ζωή της στα ποιήματά της, μπορεί εύκολα να συνάγει κάποιος ότι η ποιήτρια νιώθει ένα τεράστιο βάρος να την καταδυναστεύει, ότι συνταράχθηκε τόσο απ’ τα προσωπικά της βιώματα που, εντελώς αβασάνιστα και απροκάλυπτα, τα αναγορεύει σε ατομικά δράματα ή τα παραλληλίζει με σκηνές από την Αποκάλυψη. Η Ζαλώνη δεν μπορεί να εγκλιματιστεί άλλο σε αυτό τον κόσμο. Νιώθει φύσει και θέσει αντικομφορμίστρια, εξ ου και επιλέγει, τελικώς, να αντισταθεί, να παλέψει, να δημιουργήσει ένα δικό της φαντασιακό σύμπαν, μήπως και ξεκλέψει λίγες στιγμές ανεμελιάς, μήπως και βρει τη δύναμη να ανασυγκροτήσει το χαμένο χρόνο, δυνατότητα που, απ’ ό,τι φαίνεται, επίσης δεν της πρόσφερε ο συμβατικός χρόνος της πραγματικότητας. Ένα είναι σίγουρο, ωστόσο ˙ ότι δε ζητάει χάρες, αλλά μάχεται αξιοπρεπώς να βρει τα πολύτιμα κομμάτια της ψυχής της που της τα έχουν υφαρπάξει και που, χωρίς αυτά, νιώθει άδεια και απογυμνωμένη. Αναζητά, έστω και ματαιόσπουδα, να πάρει πίσω την κλεμμένη της ευτυχία, να εκπληρώσει όλους εκείνους τους ανικανοποίητους πόθους που ενεδρεύουν στο θυμοειδές της, όσο κι αν «ο νόμος της φθοράς μοιάζει στο τέλος να είναι ο μεγάλος νικητής» και να ματαιώνει την οποιαδήποτε ύστατή της προσπάθεια.  

Όπως και να’ χει, όμως, εκτός από τα προσόντα της διεισδυτικής ψυχογράφου, της εντυπωσιακά πολύτροπης και γλωσσικά πάνοπλης λογοτέχνιδας, η Ζαλώνη, στο τέλος  τέλος, κατορθώνει να ξεχωρίζει και για άλλο ένα της μοναδικό προτέρημα ˙ ότι, εν προκειμένω, οικονομεί το κάθε τι, πετυχαίνοντας να μη φθείρει ποτέ τον εαυτό της, να μην τον σκορπά -ούτε κατά διάνοια- σπάταλα, άρα και να μην τον μαδά. Πρόκειται, άλλωστε, για μια μπαρουτοκαπνισμένη ποιήτρια, μια μαραθωνοδρόμο της ζωής, που έχει καεί τόσες φορές στο χυλό, σε βαθμό που να μην τη φοβίζει καμία απροσδόκητη ανατροπή στη ζωή της πλέον. Η ειλικρίνεια και το πάθος της να ζήσει τα όνειρά της, όσα της στέρησαν τα χτυπήματα μιας άγριας μοίρας, μιας άδικα χαμένης ζωής, σπονδυλώνουν την αμετροεπή λαχτάρα της για λύτρωση, την άγρια κραυγή πόνου και διαμαρτυρίας που αρθρώνει μέσα στην άβυσσο της απόγνωσής της. Έτσι, μιλάει και εκφράζεται ανοιχτά, δεν λιποταχτεί, παρά τους φόβους της, δεν ολιγωρεί ούτε λεπτό, βρίσκει τη δύναμη να ορθώσει ανάστημα, γι’ αυτό και ρίχνει τις μάσκες, αποφεύγει να εκφράζεται υπαινικτικά, δεν οχυρώνεται πίσω από τα στερεότυπα και τους ενδοιασμούς που την περιχαράκωναν στο μεγαλύτερο διάστημα του βίου της, δεν αγκιστρώνεται πίσω από συγκεκαλυμμένες διαθέσεις, απεναντίας γίνεται ηφαίστειο, λάβα που ξεχειλίζει από διάθεση ζωής, να σώσει όπως – όπως το αγιοκέρι της ψυχής της από την άγρια φωτιά της φθοράς και του θανάτου που απειλεί να το λιώσει. Ίσως αυτός να είναι και ένας επιπλέον λόγος που η σπουδαία αυτή ποιήτρια επιλέγει να γράφει με τα μάτια, με την ψυχή, με την καρδιά αλλά όχι με το χέρι. Ίσως, γι’ αυτό και οι στίχοι της μοιάζουν με ψαλμούς, με κραυγές, με λυγμούς και με οιμωγές, βρόχινες οιμωγές, ανακατεμένες με δάκρυα και διάχυτο ελεγειακό τόνο, που διαπερνούν την επιδερμίδα μας και μουσκεύουν από πάνω ως κάτω την ψυχή μας.

Εστιάζοντας δε λιγάκι περισσότερο την προσοχή μας στο ανυπέρβλητο και μοναδικής λογοτεχνικής αξίας επιστέγασμα των έργων της, την ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Καθηρημένα αστέρια», θα εκπλαγούμε ακόμη μία φορά από τα πολυποίκιλα κεντρικά διδάγματα που η ποιήτριά μας εξάγει μέσα από την γόνιμη επισκόπηση των προσωπικών της εμπειριών και παθημάτων. Τα απαριθμούμε με τη σειρά που τα εντοπίσαμε:

-Τα όνειρα των ποιητών μοιάζουν με βαγόνια που δεν φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους, με κομμάτια συλλεκτικά που απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο στους εραστές του ωραίου και του ανέφικτου.

-Οι κανόνες της λογικής και οι άφθαρτοι νόμοι είναι οι κατεξοχήν παράγοντες που ευθύνονται για τη μαυροσέλιδη όψη του βιβλίου της μοίρας των ανθρώπων.

-Η ανιδιοτελής αγάπη και η συγχωρητικότητα δεν βρίσκουν σχεδόν ποτέ ανταπόκριση από τον συνάνθρωπο.

-Όλες οι βαθύτερες αναζητήσεις της ποιήτριας αποδείχτηκαν σκέτη ουτοπία, αφού στη ζωή της δεν είχε ποτέ καθοδήγηση, ούτε εισέπραξε ποτέ της κάποιο ευεργετικό αντίλυτρο, για όσα πόθησε και, εν τέλει, δεν απέκτησε.

-Η αγάπη πάντοτε πεθαίνει, όταν στερεύει από συναισθήματα.

-Ένας έρωτας που δεν ολοκληρώνεται, αφήνει πάντοτε μια αίσθηση αρκετά οδυνηρή, μια βαριά κληρονομιά στην καρδιά και την ψυχή.

-Η φαντασία και το όνειρο είναι οι καλύτερες ασφαλιστικές δικλείδες, τα πιο έμπιστα, τα πιο εχέμυθα καταφύγια για όλους εκείνους που έχουν βιώσει τον πόνο, τη διάψευση και τη ματαίωση στον επίγειο βίο τους.

-Όλη της τη ζωή, η ποιήτρια ανέμενε την εμφάνιση ενός ανέλπιστου θαύματος, που, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

-Αισθάνεται δικαιωμένη που ποτέ της δεν παρασύρθηκε από τις πρόσκαιρες σαρκικές απολαύσεις, ότι έμεινε απαρασάλευτα προσηλωμένη στον πλατωνικό, αρχετυπικό της έρωτα, ότι διατηρήθηκε αγνή και άσπιλη, τόσο που κρίθηκε άξια κι απ’ τον ίδιο το Θεό.

-Θλίβεται απ’ τη διαπίστωση ότι, στην ηλικία που περιδιαβαίνει τώρα, τα συναισθήματά της έχουν ατονήσει και τα όνειρά της έχουν αποκοιμηθεί. Δηλώνει δε έτοιμη για το μεγάλο της άλμα, να αποτραβηχτεί, δηλαδή, με όλους όσοι «περισσεύουν», επειδή παροπλίστηκαν βιολογικά απ’ το μαραθώνιο ετούτης της ζωής.

-Θαυμάζει όλους όσοι (και τον εαυτό της, πιθανόν) απέχουν συνειδητά απ’ τους πόθους τους, επιδεικνύοντας μεγάλη καρτερικότητα απέναντι στο υψηλό τίμημα που εξαργυρώνουν.

-Θεωρεί την καρδιά ένα άκρως εύφλεκτο υλικό που θα πρέπει να το ψύχει κανείς, αν θέλει να βρίσκει την ψυχική του ηρεμία και ισορροπία.

-Δεν μπορεί να πιστέψει πώς ξεθύμαναν τόσα και τόσα συναισθήματα που την συντρόφευαν μια ολόκληρη ζωή και νοηματοδοτούσαν το κάθε της λεπτό, την κάθε της προσωπική στιγμή.

-Δεν βλέπει πουθενά φως γύρω της, ενώ, και το ίδιο της το σύμπαν ακόμη, το παρουσιάζει βυθισμένο στο σκοτάδι, γεμάτο από αστέρια που κρέμονται καθηρημένα και σβησμένα απ’ τον θόλο του.

-Ο έρωτας στα γεράματα μοιάζει με έναν «κουρελιάρη, χορτασμένο ζήτουλα», με έναν πάλαι ποτέ ένδοξο βασιλιά, τον οποίο αδυνατεί η ποιήτριά μας να τον παλινορθώσει στο βάθρο που κατείχε κατά την περίοδο της ακμής του.

-Η μόνη «αλήθεια» που, τελικώς, δικαιώνεται είναι οι απαλλαγμένες από το βαρίδι των αισθήσεων ψυχές, που κάνουν κάθε επίγειο όνειρο να φαντάζει στο τέλος θαμπό και ψευδεπίγραφο.

-Ακόμη κι αν πεθαίνει από καλοσύνη και αγάπη, η ποιήτριά μας αισθάνεται ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν τη λυπάται, επειδή, προφανώς, δεν θέλει να τη λυπηθεί.

-Για την ποιήτριά μας, η ψυχή της μοιάζει πάντοτε με ορθάνοικτο λουλούδι, έτοιμο να προσφέρει -ανά πάσα στιγμή- μια φωλιά, ένα καταφύγιο θαλπωρής στον ερωμένο της για να κουρνιάξει.

-Εξομολογείται ότι διαθέτει ένα τεράστιο αποθεματικό αγάπης και θετικής ενέργειας, που θέλει μεν να το διοχετεύσει εξ ολοκλήρου στον αγαπημένο της, αλλά, τελικώς, διστάζει, πιθανόν από φόβο μήπως αυτός τρομάξει, μόλις συναισθανθεί πόσο πολύ τον αγαπά.

-Το καλύτερο φάρμακο για να αντέξει κάποιος τα φαρμάκια που κερνάει η οχληρή ζωή, είναι να ανατρέξει στις παλιές, ανεκπλήρωτες αγάπες ή σε αντίστοιχες ευχάριστες θύμησες.

-Τα όνειρα είναι πιο αληθινά κι απ’ τις πιο αληθινές επίγειες στιγμές μας, επειδή μόνο εκεί μπορούμε να εκπληρώσουμε και τον παραμικρό φαντασιακό μας πόθο.

-Ζητάει -όσο τίποτε άλλο- το έλεος της θείας αγάπης.

-Το πάθος και ο πόνος είναι αξεχώριστα συναισθήματα στη ζωή της.

-Όταν οι ψυχές των ανθρώπων είναι γυμνές από συναισθήματα, δεν μπορεί να φωλιάσει ποτέ πια μέσα τους η αγάπη.

-Η ποιήτριά μας θέλει να σώσει την υπερηφάνειά της ακέραιη, ακόμη και αν ξέρει ότι, στο τέλος, δε θα δικαιωθούν οι πόθοι και οι ελπίδες της. Παραδέχεται, αν μη τι άλλο, την τρωτότητά της, όμως θέλει να αγωνιστεί για την προσωπική της λύτρωση, να απολαύσει -όσο της επιτρέπουν οι δυνάμεις της- την πολυτέλεια της μοναξιάς της.

-Προσπαθεί να συμφύρει τα μέσα με τα έξω της, τις διαψευσμένες προσδοκίες της με τις παράτολμες ιδέες της. Νιώθει ότι ισορροπεί μεταξύ δύο κόσμων, αυτόν της χλευασμένης της αισθηματικότητας και των μεταξοΰφαντης υπερβατικότητας. Δείχνει μια αμετανόητη επιμονή να διολισθαίνει στα ίδια και τα ίδια λάθη, να ορέγεται τη μετάβασή της στις «προσήλιες ουράνιες γειτονιές» και, τελικώς, να προσγειώνεται ανώμαλα στις επίγειες απογοητεύσεις και ψευδαισθήσεις της.

-Αναρωτιέται πού βρίσκεται το κατοικητήριο της αιώνιας ευτυχίας και λύτρωσης, ώστε να πάει να το βρει. Αναρωτιέται ακόμη ποιος θα είναι ο τελικός νικητής, ο θάνατος ή η ζωή;

-Οργίζεται κάποιες στιγμές για τα παράλογα όνειρα που κάνει και τη μεγάλη αναστάτωση που της προκαλούν. Όμως, το αποδίδει, πρωτίστως, στην απροθυμία της να μεταμελήσει ειλικρινά για τα πάθη της, να προσευχηθεί με πόνο ψυχής και συντριβή γι’ αυτά.

-Υπάρχουν στιγμές που επιθυμεί να ιδρύσει έναν δικό της κόσμο, ένα αποκλειστικής της χρήσεως βασίλειο, στο οποίο μοναδική υπήκοος να είναι η ίδια.

-Ομολογεί πως δεν ξέρει τον τρόπο να προσεγγίσει το πραγματικό κάλλος, την αιώνια ευτυχία.

-Η γεύση του έρωτα είναι πολύ γλυκιά, αλλά, δυστυχώς, κρατάει λίγο, όσο η απόλαυση μιας καραμέλας.

-Κλαίει και οδύρεται, επειδή το αντικείμενο των αδικαίωτων πόθων της ήταν ανέκαθεν άψυχο και άυλο.

-Όλα τα γήινα πράγματα αντανακλούν, εν τέλει, την ομορφιά και την αρχοντιά του πάναγνου και πνευματόμορφου παιδικού της έρωτα.

-Η φαντασία θεωρείται από την ποιήτριά μας ως το πιο βαρύτιμο φυλαχτό  και αντίδοτο τής μέχρι τώρα ζωής της.

-Ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια απ’ την ελπίδα, να αναθερμάνει τους παροπλισμένους πόθους της, να της δώσει κουράγιο και να την παρηγορήσει για τη δυστυχία που έως τώρα εξαργυρώνει στην καθημερινότητά της.

-Μόνο τα όνειρα γιατροπορεύουν την ποιήτριά μας, που, κατά τ’ άλλα, αισθάνεται απαθής και «γονατισμένη» απ’ τις διαψεύσεις που κάθε λίγο και λιγάκι εισπράττει στη ζωή της.

-Η ποιήτριά μας ομολογεί ότι φυλάει ακόμη ορισμένα μυστικά καλά κρυμμένα μέσα της, επειδή τα θεωρεί ως τα έσχατα προσωπικά κειμήλια αξίας που διαθέτει, γεγονός που την υποχρεώνει να παλέψει μέχρι τέλους για να τα προστατέψει απ’ την αναπόδραστη φθοροποιό επίδραση του πανδαμάτορα χρόνου.

-Η ελπίδα στο τέλος ποτέ δεν χάνεται.

-Μπορεί να έζησε μια πολυτάραχη ζωή, να πέρασε χιλιάδες φορές από σαράντα κύματα, αντικρίζοντας άλλοτε τον Θεό κι άλλοτε τον βυθό, αλλά, τελικά, σαφώς ανακουφισμένη, διατρανώνει ότι αντεπεξήλθε και στη βάσανο αυτή, χωρίς να «λυγίσει» ή να πνιγεί.

-Η Ζαλώνη εκμυστηρεύεται ότι σε όλη της τη ζωή επένδυε σε λέξεις- αξίες που άρχιζαν από «άλφα» στερητικό, όπως το ανέγγιχτο, το απρόσιτο, το αμόλυντο, το ανιδιοτελές κ.λπ., οπότε και εκφράζει ανοιχτά το φόβο, μήπως, στο τέλος, πεθάνει, για το λόγο αυτό, δύσμοιρη και πάμφτωχη.

-Δεν έχει το δικαίωμα ο έρωτας να τα θέλει όλα δικά του.

-Ακόμη κι όταν δεν γράφει ποίηση, η Ζαλώνη φιλοτεχνεί το ερωτικό της αρχέτυπο, έτσι όπως της έχει αποτυπωθεί στον αμφιβληστροειδή της ψυχής της.

-Δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι σιγά σιγά αποσύρεται «στης απάθειας την πόλη».

-Ψέγει τον Θεό, επειδή δεν της έριξε ούτε ένα βλέμμα συμπαράστασης και συγκατάνευσης στον συναισθηματικό Γολγοθά που διάγει ως τώρα.

-Θεωρεί ότι τα ελάχιστα που εισέπραξε στη ζωή της μέχρι σήμερα, έχουν την ίδια αντικειμενική αξία με το απόλυτο τίποτα.

-Ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει την απροσμέτρητη δίψα που την κατακαίει για λίγες, έστω, σταγόνες αγάπης.

-Αναρωτιέται και εμμέσως κατηγορεί τον ερωμένο της γιατί δεν τολμάει να ζυμωθεί με τα όνειρά της.

-Απ’ την ώρα που στέρεψε κάθε προοπτική εκπλήρωσης των προσδοκιών της, η ποιήτριά μας αρχίζει και συμβιβάζεται με την ιδέα της καταβύθισής της σε μια ζωή ανίας και αυτοεγκατάλειψης.

-Όσο μεγαλώνει κανείς, ατονούν οι σκέψεις και οι ελπίδες του. Ίσως, γιατί, τελικά, ο νόμος της φθοράς είναι, με κάθε επισημότητα, ο οριστικός μεγάλος νικητής.

-Θέλει να συγχρονιστεί, να ταυτιστεί με τον ερωμένο της, τώρα που διαβλέπει ότι τα όνειρά της διέρχονται από την πιο κρίσιμη καμπή τους.

-Στα μεθεόρτια αυτής της μεγάλης της διαδρομής, η Ζαλώνη αισθάνεται ότι έχει εκπατριστεί από τη γη της επαγγελίας, σαν τον πρόσφυγα, και έχει εξοριστεί σε «τόπους άοσμους, σκληρούς και βραχώδεις». Στο μόνο πλέον που προσδοκά είναι να τη λυπηθεί η τύχη και να της αναθερμάνει τη φλόγα της ελπίδας, μήπως και αναταράξει, έστω και λίγο , τα λιμνάζοντα ύδατα της τετριμμένης της ζωής.

-Επιθυμεί διακαώς απ’ τον αποδέκτη των ερωτικών της καλεσμάτων να συλήσει τα χείλη της και να τη σώσει απ’ την πύρινή της πλημμύρα, παρότι ξέρει ότι ο παρακλήσεις της θα μείνουν ανεπίδοτες και θα πέσουν στο κενό.

-Προσμένει σε ένα ανέλπιστο θαύμα, μήπως και αναβρύσουν ξανά από πόθο οι φλέβες της.

         Το πόσο σπουδαία ποιήτρια είναι η Παναγιώτα Χριστοπούλου – Ζαλώνη καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και από τις persones, τα προσωπεία που επιλέγει για να ενδύσει τον εαυτό της και τον ανεκπλήρωτό της έρωτα. Η ίδια, φερειπείν, αυτοπροβάλλεται σαν θάλασσα που διψάει για τα χάδια της αύρας, σαν παπαρούνα που έχασε τη φωνή της και έπαψε πια να τραγουδά και να υμνεί την αγάπη, σαν αύρα που τα χάδια της δεν βρίσκουν ανταπόκριση, σαν «εκείνη» που προσδοκά την πρωτόπλαστη αγκαλιά του αγαπημένου της, σαν ορθάνοιχτο λουλούδι που περιμένει πώς και πώς να κοινωνήσει απ’ την αγάπη του ερωμένου της, σα βροχή ή διψασμένο όνειρο που ποθεί να φιλήσει το κορμί του, σαν ηλιαχτίδα που λαχταρά να αναπαυτεί στη δροσερή αγκαλιά της θάλασσάς του, σαν τριαντάφυλλο εκρού, που άντεξε τη θαλασσοταραχή και πέρασε τις δοκιμασίες της ζωής με επιτυχία. Απ’ την άλλη, το ερωτικό «εσύ» προβάλλεται σαν πηγή ζωής που ξεδιψά την αγαπημένη του, σαν αστερίας που της κρατά συντροφιά, σαν κύμα που υψώνεται αδιάφορο μπροστά της, σαν ιερουργός του ουρανού που την εξόρισε απ’ το θόλο του, σαν άντρας που «κρατιέται» και δεν την αγγίζει, σαν ανάγνωσμα συναρπαστικό που δεν χορταίνεται, σαν Θεός που δεν τη λυπάται, σαν υπερβατικό πλάσμα που αναδύεται απ’ τη θάλασσα της ψυχής της και την παρηγορεί , σαν άνεμος που τη συντροφεύει, σα θάλασσα που την εποπτεύει, σαν άγαλμα που στολίζει τη γυμνή πλατεία της ζωής της, σαν περιστέρι που κουρνιάζει στον κόρφο της και σαν άστρο που φωταγωγεί τον ουρανό της.

         Συνοψίζοντας κάπου εδώ τις σκέψεις μου, συνειδητοποιώ -για ακόμη μια φορά- πόσα πολλά θα μπορούσαν επιπλέον να γραφούν για την ποίηση της Παναγιώτας Χριστοπούλου – Ζαλώνη. Τα ποιήματά της είναι προσανάμματα που αναζωπυρώνουν την αγάπη για τον πλησίον, την πίστη για το Θεό, την ελπίδα για το αύριο. Είναι φορτία ενθουσιασμού και λύπης, αληθινά εικαστικά έργα, ολοζώντανοι ζωγραφικοί πίνακες. Οι στίχοι της αστραφτεροί, παιχνιδίζουν όλο χάρη, συνταιριάζοντας αγαστά λέξεις απ’ την αστείρευτη φαρέτρα της και χρώματα απ’ την πλούσια παλέτα της. Οι λέξεις της κρουστές και στρογγυλές, ανεβάζουν την ένταση στη διαπασών, σαν μικρές προσευχές, σαν ύμνοι κατανυκτικοί, σαν τροπάρια γιορτινά. Η Ζαλώνη, η ποιήτρια της ταπείνωσης, της συντριβής και της σεμνότητας, της αγάπης, της αλτρουισμού και της συγχωρητικότητας, είναι μια πραγματική Εστιάδα, μια ιέρεια πνευματική, που κρατά άσβεστη μέσα μας τη φλόγα της χαρμονής και της ελπίδας. Είναι δε τόση η αγάπη της για την Ελλάδα, για τους ανθρώπους και για την ποίηση που, όχι μόνο δεν μας σκεπάζει με τον ίσκιο του πυρσού της αλλά, τουναντίον, μας προσανατολίζει, μας χαράσσει ατραπούς, μας ανοίγει δρόμους, όπως ακριβώς κάνει και το φεγγάρι, το καθηρημένο της αστέρι, πάνω στο «άγιο μπλε» και το «όσιο σμαραγδί» της ποίησής της.

            Παναγιώτα Χριστοπούλου – Ζαλώνη, σου είμαστε πραγματικά ευγνώμονες.

            Χρήστος Σκιαδαρέσης