Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

SARANDE-ART PA KUFIJ-Διεθνές Φεστιβάλ Θεατρικού Μονολόγου «ΤΕΧΝΗ ΔΙΧΩΣ ΣΥΝΟΡΑ





 
 
SARANDE
Διεθνές Φεστιβάλ Θεατρικού Μονολόγου «ΤΕΧΝΗ ΔΙΧΩΣ ΣΥΝΟΡΑ» 10 Μαΐου 2015
ART  PA  KUFIJ
(Nën kujdesin e Kryetarit të Bashkisë Sarandë z. Stefan Ҫipa)
Υπό την Αιγίδα του Ομίλου UNESCO Πειραιώς και Νήσων ( Γιάννης Μαρωνίτης)
 
Προεξάρχοντες της διοργάνωσης του Φεστιβάλ οι σκηνοθέτες:
ANASTAS NIKA,   ΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΜΠΑΤΗΣ

                   
 
   Ερμηνεύτηκαν αποσπάσματα κλασσικών έργων όπως: ΙΟΝΕΣΚΟ.ΣΑΙΞΠΗΡ, ΜΟΛΙΕΡΟΥ  αλλά και των σύγχρονων συγγραφέων όπως: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ,
ΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΜΠΑΤΗ,  ΣΕΝΤΙ ΜΠΕΡΙΣΣΑ. 
   Τιμητικά ερμήνευσαν ΓΚΟΓΚΟΛ  και ΕΥΡΙΠΙΔΗ αντίστοιχα Ο ΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΜΠΑΤΗΣ και η δόξα του Αλβανικού Θεάτρου ROSA ANAGNOSTI. και ο ANASTAS NIKA ερμήνευσε ΣΑΙΞΠΗΡ.
   Te ftuar spesiali
            Ο Shaip Emerllahu (Τέτοβο) Πρόεδρος του Φεστιβάλ του Naimit
            Η Παναγιώτα Ζαλώνη (Ελλάδα) Πρόεδρος του ’Ξάστερον-Κελαινώ
            Ο Kristaq Shabani (Αλβανία) Πρόεδρος του LNPSHA  PEGASI  
            Ο Γιάννης Μαρωνίτης (Ελλάδα) Πρόεδρος UNESCO Πειραιώς και Νήσων.

 
 
      Διαγωνίσθηκαν οι ηθοποιοί:
            Peshat Saitaj (Belzike)
            Ismet Krasniqi Lala (Kosovo)
            Χαρά Κολιού (Κύπρος)
            Μήτση Χριστοδούλου, με τον Δημήτρη Παγάραλη  (Σαλαμίνα)
            Χριστίνα Μανδέκη (Ελλάδα)
            Θέμη Κοσιώρη (Ελλάδα)
            Daniel Leuwers (France)

 

 
Α΄ Βραβείο γυναικείου ρόλου απέσπασε η
                                      ΧΡΙΣΤΙΝΑ  ΜΑΝΔΕΚΗ
 
για τον Θεατρικό Μονόλογο της ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ
«ΕΓΚΛΗΜΑ  ΣΤΟ  ΠΑΡΚΟ»
      σε σκηνοθεσία ΝΤΙΝΟΥ  ΚΟΥΜΠΑΤΗ
                                                          ******
Α΄ Βραβείο ανδρικού ρόλου απέσπασε
ο Ismet Krasniqi Lala(Kosovo)
συγγραφέας: SEJDI  BERISHA
Σκηνοθεσία: Sylejman Lokaj
 

Α΄ Βραβείο  σκηνοθεσίας απέσπασε: ο ΑΝΑΣΤΑΣ  ΝΙΚΑ
 
 
 
            Δεν δόθηκαν άλλα βραβεία.
 
 
 
 
 



 
ΕΓΛΗΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
Θεατρικός Μονόλογος
 
της ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ
 
 
Μπροστά στα συντρίμματά σου άγαλμά μου,
χύνω τα δάκρυά μου,
στο λευκό σου αίμα,
στα βασιλεμένα μάτια σου,
στα σβησμένα όνειρά μου.
Σου  πλένω τα λευκά σου μέλη
με το κρασί που μου περίσσεψε
το μοσχοσταφυλένιο,
ενώ ο παπάς χτυπάει λυπητερά
στην «Πλατεία Θυσίας», τις καμπάνες.
Οι άνεμοι, τα βουνά και τα νερά,
που άλλοτε προσκαλούσα
σε συμπόσια ερωτικά,
έφτασαν για την ταφή σου.
Ντυμένη εγώ, με το φόρεμά μου το παλιό,
το ξεφτισμένο, (που δεν μου πάει) θυμάμαι…
Τότε που γέμιζα τα βάζα του σπιτιού μου
προσμονές, και τραβούσα στο πλάι
τις κουρτίνες του ενδοιασμού.
Τότε που ο καιρός ήταν ζεστός
και δεν έβρεχε στο πάρκο,
όπου ήσουν στημένο μοναχό,
αλαβάστρινο είδωλο σμιλευμένο
με τις ευαισθησίες της ψυχής μου.
Τι όμορφο που ήσουν.
Σ΄ αγαπούσα.
Κι όσο σ’ αγαπούσα,
γινόσουν ομορφότερο.
Σε έντυνα να μην κρυώνεις τα βράδια,
πάντοτε μ’ ένα άσπρο σακάκι.
Σου στόλιζα το κεφάλι γιασεμιά
και το φιλί μου μαργαριτάρι ροζ
κρεμούσα στον λαιμό σου.
Σε καμάρωνα…
«Ψυχή μου», έλεγα…
Μα, συ, δεν είχες ψυχή, μήτε κίνηση,
μονάχα ένα χαμόγελο,
έτσι όπως το σμίλεψα εγώ.
Σ’ άγγιζα…
Τολμούσα.
Χορεύαμε μαζί.
Το φεγγάρι και η Κελαινώ,
χόρευαν κι αυτοί στον Ουρανό.
Σαν ξημέρωνε,
ο ουρανός μπορούσε και γευόταν
τη λάμψη των ματιών σου
και το θελκτικό χαμόγελό σου.
Τα γευόμουν κι εγώ, κι ολόκληρη η γη.
Ακινητούσα τις στιγμές… Μπορούσα.
Και άνθιζα!
Περιφλεγόμουν με πρωτόγνωρες αισθήσεις.
Μεθούσα, τραγουδούσα και ξεφάντωνα.
Σου ’λεγα:
«Το χέρι σου έρημο κρυώνει,
εγώ θα στο κρατώ να μη παγώνει
 
Ήταν Χριστούγεννα κι έκανε παγωνιά.
Κρύωνες άγαλμά μου
στου πάρκου την ερημιά.
Τα μαρμάρινα χέρια σου
με τα δικά μου, ένα πλέγμα.
Σε ζέσταινα…
Ήταν νύχτα, νύχτα Χριστουγέννων.
«Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ να μου φύγεις»
σου ψιθύριζα…
«Με το λευκό σου χρώμα
θα σου ζωγραφίζω κάτασπρα τριαντάφυλλα,
να μοιραζόμαστε τη μυρουδιά τους».
Εσύ εκεί ευθυτενές, άκαμπτο άγαλμα,
με τη ματιά τη γευστική, … συναρπαστική.
Φοβόμουν ώρες, ώρες, μη σ’ εύρει πυρετός,
μη σε χτυπήσει κεραυνός,
μη σ’ εύρει θάνατος αιφνίδιος, σκληρός.
Και να ’σαι  τώρα είδωλό μου νεκρό.
Πώς να σε ξεχάσω;
Πώς να ξεχάσω τα τρυφερά αγγίγματα
της Παπαρούνας
που ’χε φυτρώσει εκεί στα ριζά σου,
κάθε φορά που γονάτιζα,
να σου σκουπίζω τα πόδια,
απ’ την χωμάτινη βροχή,
κι επιθυμίες αλλόφρονες, μαγεμένες, ξεστράτιζαν
κι απελπισμένα προσπαθούσα να τις πειθαρχήσω.
Έψαχνα τότε στην τσάντα μου για τα κλειδιά
Κάποιο ίσως να ταίριαζε,
να σου ξεκλειδώσω τα παγωμένα χείλη σου.
Να γελάσουμε μαζί.
Να προσευχηθούμε μαζί.
 
Με μωβαλιά μεταξωτά σε σκέπαζα
να κοιμηθείς
και καλούσα της νύχτας τ’ αηδόνι
να σου τραγουδεί.
Κι έλιωνε η καρδιά μου…
Η δική σου, άτεγκτη…
Ούτε με τ’ αηδονιού τη μουσική
δεν έλεγε να συγκινηθεί.
Θάμπος των ματιών μου!
Άγαλμά μου!
Ήσουν ωραίο…
Έστελνα σμήνος περιστέρια
να σε σηκώσουν στα φτερά τους,
να σε μετακινήσουν, να σ’ ανεβάσουν
πάνω απ’ των προκαταλήψεων τα βουνά,
στην εύφορη κοιλάδα του πόθου, να σε φέρουν.
Έτσι, για να νικήσουμε τον θάνατο.
Ω, ώρα του τρυφερού πόθου,
του γλυκού πόνου, απόκοσμη κι ευωδερή.
Ώρα που η ψυχή ανυψωνόταν ως τ’ αστέρια,
για να βρει λύτρωση στων άστρων τη φωτοβολή.
Ώρα σιωπής προκλητικής, ερωτικής…
Τρέμουν τα πέταλα της Παπαρούνας της μοναχικής,
την έκφραση της δικής μου της ψυχής.
Έτσι, εγώ κι ο Έρωτας παίζαμε στο κορμί σου,
κι αυγατίζαμε τις ώρες της πληρότητάς μας.
Μας ζήλευαν, η μέρα, η νύχτα,
τ’ αγεράκι τ’ απαλό, ο ήλιος
και της Πούλιας η ωραία Κελαινώ.
 
Σώπαινα πολλές φορές, για να νιώθω,
ν’ αφουγκράζομαι την ψυχή σου.
Είχες;
Ποιος Θεός σου την έδωσε;
Πίστευα πως είχες, και σε κοιτούσα…
Σε κοιτούσα τρυφερά
σαν η μάνα το μωρό.
Ένα άγαλμα μωρό.
Τρελή η φαντασία του ποιητή!
Σε μπούκωνα μέλι και ροδόσταμο
και σε νανούριζα μωρό μου:
            «Στα μάτια μου γείρε,
            στα χείλη μου ανάσαινε,
            κοιμήσου μωρό μου,
            στ’ όνειρό μου κοιμήσου…»
Στ’ όνειρό μου…
Το παρακαλούσα να μην ακούει
της μέρας την φυσαρμόνικα.
«Έχει πίκρες η μέρα», σου ’λεγα…
 
Το ’ξερα…
Το ’ξερα πως θα ξημέρωνε
η μέρα της πραγματικότητας
και θα σιωπούσαν οι ήχοι
των αυλών που μελώδιζαν.
Τα ωραιόμαλα κοράσια
που μας έκαναν παρέα
τις νύχτες στο πάρκο,
η Ερατώ, η Χαρά, η Ευτυχία, η Ομορφιά,
θα ’φευγαν.
Έτσι γίνεται πάντα.
Οι επισκέψεις τους, δεν κρατούν πολύ,
δεν μονιμοποιούνται οι κυρίες…
 
Κι εγώ, να συνεχίζω
να δονούμαι και να περιδονούμαι
γύρω απ’ την τροχιά σου…
Ν’ απλώνω τα χέρια μου,
θρασύτατη κλέφτρα
στα λευκά σμιλεμένα μαλλιά σου…
 
Ανάβω τώρα λαμπάδες χλωμές
στο παλιό το μανουάλι,
μπροστά στα συντρίμματα  σου, Άγαλμά μου.
Εγώ η ίδια το ’κανα.
Σε σκότωσα…
Έπρεπε είπαν…
Κι εγώ τους άκουσα.
Σε λίγο θα σε κάψω.
Έχω προσάναμμα.
Το ξέρεις πως δεν σβήνει εύκολα η φωτιά
όταν ανάβει στην δική μου την καρδιά.
Θα πιω για να μεθύσω,
κι ύστερα μοιρολόι θ’ αρχινίσω,
να με ακούσουν όλοι της γης οι προδομένοι,
όλοι της αληθινής ζωής οι ερωτευμένοι.
 
Σ’ αγαπούσα
κι ας σε κομμάτιασα είδωλό μου.
Κοιτάζω τα κομμάτια σου.
Τα μάτια σου, ακόμη
μου λένε…
Ακόμη τα διαβάζω…
Κλαις;
Ακούω μέσα απ’ τα συντρίμμια σου
φωνές, ικεσίες, προσευχές.
Με λυπάσαι…
Θα με κλείσουν φυλακή.
Πόσο Θέ μου λες θ’ αντέξει;
Τόσο φως πού θα χαθεί;
Μα, το πρόσταξε η ζωή.
Δίχως ήλιο και βροχή,
δίχως τη δική σου ασπράδα,
το δικό σου λευκό φως, πώς;
Πες μου τώρα, πώς;
Πώς ν’ ανοίξει κάποιος παραθύρια
την Πανσέληνο να δει;
Πώς τον Έρωτα να τον ταΐσεις,
πώς να τον ποτίσεις, πώς;
 
Πλημμύρα τα δάκρυά μου,
στα συντρίμμια σου, Άγαλμά μου.
Σου προστάζω:
«Ανέπνεε»
Σε ικετεύω:
«Κλάψε»
Σε παρακαλώ:
«Τάραξέ μου το φως»
Τους παλμούς μου, εκατό,
«αφουγκράσου».
Μη με κοιτάζεις έτσι,
δίχως κίνηση καμιά.
«Σφίξε μου τα χέρια»,
στο ζητάω απελπιστικά.
           
«Δεν σου αρμόζει»
μου είπε μια μέρα, η κακή μου μοίρα.
«Εξάλλου μια αγάπη είναι ουτοπία,
όσο κι αν φαίνεται στα μάτια σου μαγεία».
Μόνη τον δρόμο σου θα τον τραβήξεις,
δίχως αγάλματα που θα τα ζωγραφίσεις.
Έτσι είναι κόρη μου,
μην ψάχνεις γι’ άλλο δρόμο.
Άσε τα πάρκα , τα αγάλματα,
τα δάκρυα τα μεθυστικά,
δεν είν’ της μόδας σήμερα όλα αυτά,
ούτε να καίγεσαι σαν τον Βασίλη…
Το χοροστάσι που ’στεισες
εντός σου, τ’ Απριλιάτικο,
γκρέμισέ το.
Άδειασε τα «εντός» σου,
και μην ακούς τον Νίκο,
τον Αντώνη, τον Αλέξανδρο,
τον Τάσο, τη Μυρτώ,
και κάθε άλλο ποιητή ερωτικό.
           
Ονειρευόμουν ένα καράβι με άσπρα πανιά
να ταξιδεύουμε μαζί μακριά,
μέχρι να φθάσουμε στον κόκκινο ωκεανό.
Είν’ όμορφο να φεύγεις…
Να ταξιδεύεις με τ’ αμπάρια σου
γεμάτα αγάπη
και στον δικό σου Ουρανό
να φτάνει μόνο μία Κελαινώ,
στην πιο ερωτική πορεία, να σε συνοδεύει.
Η ΚΕΛΑΙΝΩ!
Πόσο αγάπησα, την Κελαινώ.
Κι εσύ την αγαπούσες,
όταν ο Μορφέας σου ’δινε αίμα
να κινείσαι, να αισθάνεσαι, ν’ αγαπάς.
Αλήθεια, τι δεν ζήσαμε χάριν του Μορφέα…
Και πού δεν μας σεργιάνισε ο καλός θεός.
Πόσες δεν ανεβήκαμε κορφές βουνών.
           
Σε σκότωσα.
Φαρμακώθηκα.
Πού να σταθώ;
Η γη δεν με χωράει.
Τα μάτια μου γέμισαν άβυσσο.
Λάθος παραμύθι γράψαμε, Άγαλμά μου.
Ίσως το πεπρωμένο να το απαιτούσε,
Ίσως…
Προσπαθώ τώρα ν’ αποδεχθώ τη συντέλεια.
Τι θ’ απογίνει η γη,
δίχως το φως της αγάπης μας;
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
τέτοια πραγματικότητα;
Ο καημός καίει βαθιά ως το κόκαλο.
Η κόκκινη Παπαρούνα σπαρταράει στο Πάρκο.
Συναισθήματα ματωμένα και ματαιωμένα.
Πού χάθηκαν οι αμίλητες λέξεις σου;
Ω, Μοίρες δύστροπες!
Βαριά η ψυχή μου, σκοτισμένη.
Οργώνω τη νύχτα με λυγμούς,
αγγίζοντας τον λυσίκομο πόνο
στη φτερούγα του στίχου.
Ο βόγγος της ψυχής μου
ξεφεύγει απ’ τα όριά του.
Πέφτω στη γη γονατιστή.
Γιατί ρωτώ;
Ύστερα πάλι, σιωπώ.
Δεν βρίσκω λέξεις ούτε υπαινιγμούς.
Σε συνέθλιψα είδωλό μ ου
με την σιδερένια μπότα της αξιοπρέπειας.
Σε λίγο θα ξεκινήσει
η πομπή του ενταφιασμού σου
μαζί και της ψυχής μου.
Να σε φροντίζω στον Άδη…
Να σου λέω: Μη… Μη…
Πάντα υπερπροστατευτική.
Το σύνδρομο της Μάνας.
           
Η ζωή μου πλέον
θα είναι πάλι ασήμαντη
όπως πριν σε σμιλεύσω,
στης φαντασίας μου το Πάρκο
να σε στήσω
Μια μόνο ύστατη ελπίδα
θα κρατά τα μάτια μου στη γη.
Η Ανάσταση!
Λες; Λες να σε ξαναδώ στο Πάρκο,
γελαστό και πάλι, με σάρκα κι αίμα;
Ίσως…
Να ζω πιστεύοντας σ’ αυτό;
Ως τότε είδωλό μου, μες στην καρδιά μου
θε να ζεις σιωπηλό
και θα σε τρέφω με χιλιάδες σ’ αγαπώ.
           
Δεν σου είχα ποτέ εκμυστηρευθεί
πως σ’ έβλεπα συχνά στα όνειρά μου,
στην αγκαλιά μου πως κοιμόσουνα,
κι η πλάση γύρω ανάσαινε
απ’ την δική σου ανάσα.
Σου τραγουδούσα ποιήματα
που ’γραφα με το χνώτο σου
και μύρα απ’ το κορμί σου.
Ρόδιζαν της ψυχής μου οι βυθοί.
Ύστερα,
πάλι ξυπνητή μπροστά στο άγαλμά σου
με το ακίνητο κορμί
κάτω από ήλιο και βροχή
άλλοτε να κρυώνεις
κι άλλοτε να ζεσταίνεσαι πολύ.
Οι αισθήσεις μου άυλες, αλλ’ επίμονες, πιστές.
Η όσφρηση κι η γεύση πρόσμεναν.
Τι πρόσμεναν;
Τι μπορεί να προσμένει κανείς
από ένα άγαλμα,
όσο κι αν ο ίδιος το ’χει σμιλέψει;
Άψυχο το μάρμαρο.
Ωστόσο συνδαύλιζα τις στιγμές μου μαζί σου
και ευωδίαζα σε ωδές μέλινες
που αναδύονταν απ’ τα παγερά σου μάτια.
Γινόμουν γίγαντας και ψαλμός!
 
Ψυχρό τώρα το φεγγάρι των συλλογισμών μου.
Σκάβω το σκοτάδι με τα χέρια
ν’ ανοίξω δρόμους να διαβεί η ψυχή σου
την ημέρα της γιορτής των λουλουδιών
που ελπίζω ν’ αναστηθείς.
Εγώ, έκανα το χρέος μου
απέναντι στην απαίτηση της αξιοπρέπειας.
Σε σκότωσα…
Πώς με κοιτάζεις έτσι;
Τι και γιατί λυπάσαι;
Είπαμε θα πάω φυλακή,
αλλά μη νοιάζεσαι,
η ψυχή μου και εκεί,
την Ανάστασή σου θα καρτερεί.
Να πάει στο διάολο η αξιοπρέπεια.
Εκεί θα της αρμόζει.
Λέω, πως κάποια νύχτα μαγική
θα γεμίσω ξανά με χαρά
την έρημή μου την καρδιά,
πως θα μ’ αγγίξει άνεμος λυτρωτικός,
ο ίδιος άνεμος
που τα οδοφράγματα των ονείρων γκρεμίζει.
Θα ’ρθει στο Πάρκο μου ξανά,
με σάρκα, αίμα και μαλλιά,
να στεφανώνουμε μαζί την κάθε αυγή
και να χτυπάμε τις καμπάνες
για γιορτή ερωτική.
 
Ουρλιάζω…
Τα ρούχα μου σχίζω.
Χτυπιέμαι να  πονάω.
Θρηνώ με δάκρυα τ’ αιμάτου
Κι η Κελαινώ δεν βγήκε απόψε στον Ουρανό.
Ποιος να με παρηγορήσει;
Μονάχα εκείνη ξέρει το δικό μου μυστικό.
«Η ενόραση της μορφής σου
εκεί, στη θέση της πληγής,
πάνω απ’ το σημείο της ψυχής,
μέσα στην αγκαλιά μου».
Άγαλμά μου…
Θα μου λείψεις…
Το Πάρκο αδειανό.
Πες μου, με τι ψυχή τα όνειρά μου
να μαζέψω απ’ τα κύματα;
Τι θα χαϊδεύει ο ήλιος
και θα φιλάει η βροχή;
Φεύγεις… Μου φεύγει κι η ψυχή.
Δεν έχω άλλη πια αντοχή.
Πέρασαν και τα χρόνια…
Με σκέπασαν τα χιόνια.
Παρόλα αυτά,
«Προχώρα» λέει το μέσα μου,
«Πώς» απαντά τ’ απέξω μου,
«Γιατί» λένε τα χείλη μου,
«Κρατήσου» λέει η Κελαινώ..
Διαβατικός ο πόνος.
Και μέλλεται κάποια στιγμή,
το άγαλμα ν’ αναστηθεί,
η πονεμένη σου καρδιά
για πάντα να μερέψει.
Πάντα με τον καλό της λόγο η Κελαινώ.
Ξόδεψες τόσον ήλιο, τόσον άνεμο
για το άγαλμά σου.
Τι κι αν έμειναν
τα ορυχεία της αγάπης σου δίχως εργάτες.
Τι κι αν τόσο χρυσάφι, σου πάει χαμένο.
Το ψωμί σου, τα τριαντάφυλλά σου,
τα χαμένα σου θέλω.
Αναζήτησε κανόνες ζωής,
μην ολιγοψυχείς.
Με ποιον θα συνομιλεί η Κελαινώ;
           
“Άνοιξε το παράθυρο
κατά τις ορτανσίες
να ονειρευτείς…”
λέει σ’ ένα ποίημά του
ο Αντώνης Σαμιωτάκης.
Έτσι και έκανα.
Δεν φταίω, είμαι αθώα.
Πες μου για τα χαμόγελα
που έχεις φυλαγμένα.
Δείξε το φως από τα μάτια σου
Έτσι το Πάρκο φωτίσθηκε με μιας
σαν έριξα το φως μου, στα δυο σου μάτια.
Κι ούτε που σ’ άφησα ορφανό από αφή.
Κι ούτε την όσφρησή σου δίχως τ’ αρώματά μου.
Να ξέρεις όμως,
πως τις στιγμές μας στο πάρκο
δεν θα τις πνίξει κανείς.
Ούτε τα λευκά μου κεριά
π’ άναβα στο παλιό το μανάλι
κανένας θα σβήσει.
Αιώνια θα καίνε…
Αιώνια θα ξαναζώ τις στιγμές μας,
γιατί ήταν αλήθεια.
Δεν ήταν λάθος.
Ήταν πέρα απ’ την αλήθεια.
Πέρα κι απ’ το πολύ.
Πέρα από κρυφό όνειρο.
Δεν νύχτωσε ούτε άλλαξε η μέρα.
Μονάχα ώρες νύχτας έχει τώρα η μέρα μου.
Θα περάσουν…
Μες στη μέρα, μες στην αλήθεια
μες στο πολύ, θα ζει η αγάπη μου
για σένα Άγαλμά μου.
Ω, συμφορά μου.
Κοιτάζω πάλι τα συντρίμματά σου
ανάμεσα στα νεκρά σου μέλη.
Τι ήσουν;
Άντρας, Θεός ή μια ΙΔΕΑ;
Αναρωτιέμαι κι εγώ,
γιατί να σ’ αγαπώ.
 
«Σ’ ΑΓΑΠΩ»
Χιλιάδες σ’ αγαπώ
στις αλέες της σιωπής.
Ταξίδια στο φεγγάρι με έξι γράμματα,
σε αρχαίες Πολιτείες,
στα βάθη του ωκεανού,
σε άλλους γαλαξίες.
Η φαντασία του Ποιητή!
Άξιζαν…
Η χαρά με γλύκανε πολλές φορές
κι ήπια μαζί σου μοσχοστάφυλο κρασί
σε μέρες γιορτινές.
Στιγμές στο πάρκο αληθινές!
           
Ω, μη φύγεις απ’ τα ονείρατά μου
Δεν θέλω να σε χάσω.
Ας μας ενώνει ο Μορφέας,
όποτε αυτός επιθυμεί.
Θα σου τραγουδάω το τραγούδι μας
που απ’ το αίμα μου ξεκίνησε το άλικο
έφτασε στην φωνή μου,
κι έγινε μοσχοστάφυλο κρασί
γιορτή και πανηγύρι.
Αλήθεια, πώς τόση Αγάπη
χώρεσε «εντός» μου;
Μονάχα ο ήλιος  την αντίκρισε
κι η φίλη του το ξέρει, η Κελαινώ,
που της το διηγήθηκε πριν βγει τη νύχτα
στον έναστρο ουρανό.
Εφτασφράγιστο κρατάει το μυστικό.
Ποιος πήρε από ποιον το φως;
Εσύ από την Άνοιξη ή
η Άνοιξη από Σένα;
Μάτια μου σμιλεμένα,
πρόσωπό μου ολόλευκο τριαντάφυλλο,
του Έρωτα το θαύμα,
σ’ αντέγραψα από Άντρα ή Θεό
ή απ’ τον Έρωτα τον ίδιο;
Ζωή είσαι στις φλέβες μου.
Τι κι αν σε συνέτριψα,
όπως η αξιοπρέπεια το επιθυμούσε,
που με διέταξε κρατώντας όπλο φονικό
η άκαρδη, να σε συντρίψω.
«Κυκλοφορείς μέσα στις φλέβες μου σαν αίμα
κι είσαι ολόκληρο το είναι μου εσύ»,
όπως τότε που μου χάριζες
όλο τον κόσμο μ’ ένα σου βλέμμα.
 
Ασκητεύω τώρα,
στην Ιερή Μονή του Πόνου,
με ηγουμένη την Αγία Φθορά.
Μεταλαβαίνω την ανάμνησή σου
κι ύστερα, αντίδωρο τη θλίψη.
Με το φονικό όργανο της λογικής
που σε σκότωσα, γονατίζω
στην ιερή γη του Πάρκου
και κοιτάζω τον ήλιο.
Σκύβει το κεφάλι του μελαγχολικός κι αυτός
μπροστά στο συντριμμένο σου σώμα.
Τον προδώσαμε…
Αγαπούσε πολύ την εικόνα μας.
Εσύ άτεγκτο ευθυτενές άγαλμα,
κι εγώ στα πόδια σου
ν’ αγγίζω τα τρυφερά πέταλα της παπαρούνας,
που πότιζα με δάκρυα πόθου στα ριζά σου.
Στη θέση σου τώρα, ένα τριζόνι μοιρολογεί,
και κλαίει το φεγγάρι.
Η παπαρούνα έγειρε τον μίσχο της,
τα δάκρυά μου περιμένει.
Μόλις σε θάψω, στο πάρκο θα γυρίσω,
στην Ιερή Μονή τ’ Άγιου Πόνου που ίδρυσα,
ν’ ανάβω τα χλωμά μου τα κεριά
σ’ εκείνο το παλιό το μανουάλι,
κι απ’ την πληγή μου που αιμορραγεί,
η παπαρούνα μας θα ζει.
Ίσως το πούνε ουτοπία οι αξιοπρεπείς,
μα ο ευαίσθητοι θα πούνε, τι μαγεία!
 
Η λευκότητά σου εισχωρούσε
μες στα φυλλώματα των ενστίκτων μου
κι έσφιγγα το στήθος μου σφιχτά
μέχρι που να ματώσει..
Φοβόμουν…
Είδωλο της ψυχής μου!
Ναι, φοβόμουν.
Δεν είχα άδικο.
Δίχως ανταύγειες πλέον, τί λέω;
Ω, να μπορούσες να φωτίσεις την ψυχή μου.
Έχω αφήσει ανοιχτά τα παραθύρια,
και το μανάλι το παλιό
γεμάτο με λευκά κεριά,
το φως σου πάντοτε θα περιμένει.
Το φως σου που με την φαντασία μου έπλασα,
μαζί με το κορμί σου, το όμορφο κεφάλι σου,
τα χέρια σου! Τα πόδια σου!
Έναν θεό ή έναν άγγελο;
Ένα φεγγάρι να ανάβει τις λαμπάδες μου.
 
Το θάρρος μου, έχασα
και κάθομαι να δικασθώ για έγκλημα.
Την παγερή την τιμωρία για εξιλέωση,
τη νοιώθω να με σφίγγει σαν τανάλια.
Εγώ, που έκανα πεντάχορδη τη λύρα μου
και σου τραγούδαγα, τραγούδια αγαπημένα,
εγώ, που άνοιγα φτερούγες
και σου σκέπαζα τις πλάτες,
από των πονηρών τα βέλη να σε προφυλάξω.
Εγώ που γέμιζα του πάρκου τις πηγές νερά,
να θρέφονται τα δένδρα του,
στον ίσκιο τους δροσιά να βρίσκεις.
 
Τι νύχτα κι αυτή!
Πνίγεται σε λίμνες στοχασμών μωβαλιές.
Οι ώρες περνούν βασανιστικές,
άδειασε και το πάρκο από ποιητές
κι ούτε οι παπάδες κάνουν προσευχές.
Στέρεψαν της ευδαιμονίας οι πηγές.
Μονάχα δάκρυα που καίνε
και σκάβουν το κορμί βαθιά ως το κόκαλο.
Ας μη γίνουν άλλα εγκλήματα.
«Έλεος…»
Από το τελικό του σίγμα
κρατιέμαι απελπισμένα.
Όχι άλλες ουλές στη ραχοκοκαλιά μου.
Φέρτε μου σας παρακαλώ,
το όχημα του στοχασμού,
του πόνου και της θλίψης,
του γήινου εξαγιασμού,
να περιπλανηθώ στον ουρανό, να λυτρωθώ.
Τα κύτταρά μου να υποτάξω,
να μην ηχούν ερωτικά.
Μα, φταίνε οι καμπάνες
που συνεχίζουν προσκλητήρια πανηγυρικά
και… Τρελαίνομαι.
Είσαι και συ στη γη
μ’ αυτά τα πελώρια μάτια, όλο παράπονο.
Σου το είπα: Μου το επέβαλλε η αξιοπρέπεια,
δεν ήθελα να σε σκοτώσω.
 
Σου ’γραφα στιχάκια
και σου τραγουδούσα
τις νύχτες που τα πόδια σου αγκάλιαζα
και μ’ άγγιζε η παπαρούνα.
            «Τα μάτια μου, στα μάτια σου,
            βαρκούλα κολυμπάνε.
            Παίζω με τους αγέρηδες
            που γύρω σου φυσάνε.
 
            Κοιμήσου αγγελένιε μου
            στης μοίρας σου τον κόρφο,
            ταξίδεψε στο όνειρο
            μες στον δικό μου πόθο».
Κι έπαιρνε ο Μορφέας τα στιχάκια μου
σου τα ’φερνε στο πάρκο
και σ’ αποκοίμιζε γλυκά.
Σαν ξύπναγες με έψαχνες.
«Που είσαι,
σαν μάνα μου να με κοιτάς,
μαζί μου να πονάς;».
Της μοναξιάς με κατατρώει το σαράκι.
Σαν θα ’ρθεις, να μου κρατάς
το πι’ όμορφα χαμόγελά σου.
Έλα να με ντύσεις χαρά
και να μου πεις τραγούδι της αγάπης
με τη φυσαρμόνικά σου.
Έλα να μου φορέσεις τ’ άσπρο μου σακάκι
να πάμε ένα περίπατο μαζί,
πιασμένοι χέρι, χέρι.
Μονάχα συ με τη φαντασία σου
μπορείς να με μετακινήσεις, μέχρι
που να χορέψω και ταγκό,
ψηλά να σε σηκώνω ως τον ουρανό
και να χορεύουμε ως το πρωί
μέχρι η οπτασία μας να κλείσει.
 
Συνέχισα και σου ’γραφα
τα πι’ όμορφα στιχάκια
στον Παρετζόγλου τα ’δινα
τα ’κανε τραγουδάκια.
 
            Το κορμί σου με μύρα
            έλα να πλύνω
            να γεμίσω ποτήρια
            να μεθάω, να σβήνω.
 
            Να χορεύω να χάνομαι
            στων ματιών σου τους χάρτες
            να με καίνε οι ανάσες σου
            στο κορμί μου επιβάτες.
 
            Το κορμί σου με μύρα
            Άγαλμά μου θα πλύνω,
            στον παλμό της δροσιάς του
            σαν αυγή ν’ ανατείλω.
 
            Να χορεύω να χάνομαι
            στην λευκή αγκαλιά σου,
            να κρεμιέμαι στους πόθους σου
            να μετρώ τα φιλιά σου.
 
Εκεί μέσα στο όνειρο
που ’χτισα με αρώματα
και άναψα φωτιά
και τα εξουσιάζω όλα,
μακριά απ’ τη γη
κι έπαιζε όλη μέρα η βιόλα.
Πάνω απ’ τα σύννεφα
μα κάτω απ’ τον ουρανό,
λεύτεροι ταξιδεύαμε
για αόρατη ένωση
μ’ αόρατα στέφανα,
δίχως ψαλτάδες
κόσμο και παπάδες,
για να ζήσουμε μαζί,
σ’ οντότητα θεϊκή,
χρώματος γαλάζιου
σε θέση τιμητική.
Νους με νου,
σκέψη με σκέψη, βαθιά «συνημμένα»
Αλλά…
Ακούστηκε το τραγούδι του «ανεκπλήρωτου»
κι άρχισαν να μαραίνονται
και να σκορπίζονται
τα φύλλα των δένδρων του πάρκου.
Ξύπνησα…
Φοβήθηκα μη σου χωθεί
γυμνό κλαδί στα μάτια.
Στα μάτια σου!
Γέμιζα τις χούφτες μου απ’ τα μάτια σου
και περίμενα να περάσει η θύελλα.
Ω, φως μου!
Ήθελα να σε σώσω,
το κορμί σο τ’ αγαλμάτινο, ΕΣΕΝΑ.
Ήταν ΛΑΘΟΣ;
 
Πόσο γλυκό το δειλινό
στο πάρκο μαζί σου.
Μ’ εύρισκε στο κορμί σου
σφιχτά να το κρατώ,
και μ’ ένωνε με το γλυκό του
το χρυσοκόκκινο φως.
Κυλούσε το τραγούδι μου γλυκά
μέσα στις φλέβες σου τις μαρμαρένιες
κι εγώ τρυγούσα ευδαιμονία.
Έπλεκα τα μαλλιά μου με κορδέλες
κόκκινες και ροζ
κι ερχόντανε το μισοφέγγαρο
και στόλιζε το ντεκολτέ μου.
Κι εσύ, καμάρωνες…
Μα τι μάτια ήταν αυτά!
Άψυχα ήταν ή γεμάτα φωτιά;
Ω, Άγαλμά μου πώς να σε ξεπεράσω;
Πες μου πού να βρω κρασί
να πιω να σε ξεχάσω;
Κοίτα… Να, δάκρυσε κι ο ήλιος,
το φεγγάρι και η Κελαινώ.
 
Καμάρωνες…
Σ’ έντυνα στα λευκά
κι έμοιαζες μ’ άγγελος,
άγγελος με λευκό σακάκι
και λευκό καπέλο.
Ακουμπούσα στα χέρια σου
τα δικά μου τα «θέλω»
και συ μοσχοβολιές έσπερνες
«εντός» μου.
Ήταν τόσο όμορφα έλεγες,
αγγελικά πλασμένα.
 
Έτσι απλά σε κοίταζα
και ταξίδευα στον Παράδεισο,
στην αγκαλιά του ασύλληπτου,
στις φτερούγες της ηδονής…
Άγγελος και Γυναίκα!
Θάλασσα και φωτιά!
Στα μαρμάρινα χέρια σου
κρατούσες με δύναμη
άνοιξης ορχήστρες
και εξέπεμπες θαλπωρής πλημμύρα.
Την αρμονία του κορμιού σου
τύλιγα με καντρίλιες
κι εκείνο ακτινοβολούσε…
Έρωτα γεννούσε.
Το πάρκο γέμιζε φωνές
από γοργόνες
που ’βγαιναν στην ξηρά
νομίζοντας πως είσαι
ο Μέγας Αλέξανδρος.
Κι οι φιλαρμονικές
από τις γύρω περιοχές
πλημμύριζαν με νότες τον αγέρα.
Τώρα, γονατιστή αμίλητη
μπρος στα συντρίμμια σου
με μάτια πικρά
γεμάτα ερωτηματικά,
κλαίω τραγουδώντας.
Με κοιτάζεις με λύπη.
Θέλεις να μου πεις:
«Άγγελε μην κλαις…
Βγες απ’ τα στενάδια της απελπισίας».
Αφού, έπρεπε…
 
Έτσι απλά δε σου μιλούσα,
γιατί σε αισθανόμουν.
Δεν σε ρωτούσα γιατί σε ένοιωθα.
Δεν σε άκουγα…
Χιλιάδες μελωδίες
συνωστίζονταν στ’ αυτιά μου.
Δεν σε θωρούσα
γιατί έπρεπε να σχίσω την καρδιά μου.
Αν μου ’πεφτες και χτύπαγες;
Όλο μια μάζα ήσουν μέσα μου
γαλήνιο και δροσερό.
Κολυμπούσες στο αίμα μου
και γέμιζε ευδαιμονία η υπόστασή μου.
 
Τώρα ουρλιάζω…
«Ζωντάνεψε άγαλμα,
σ’ έχω ανάγκη.
Ήσουν μια αιτία να υπάρχω…»
Τώρα,
δίχως πλεύσεις στο όνειρο;
Τιμωρία μου η ακινησία;
Και το ταξίδι που λογάριαζα
στ’ απέραντο Αιγαίο;
Έλα τώρα, συγχώρεσέ με
και ζωντάνεψε…
Γίνε άντρας, σου πάει.
Θα μοιάζεις στον Μ. Αλέξανδρο.
Έλα τώρα… Αφού….
 
Η μνήμη μου δεν θ’ ατροφήσει ποτέ,
στο υπόσχομαι.
Τ’ απομεσήμερο θα ψάχνω τη φιγούρα σου,
σκιά στα σημάδια σου,
χαρακιές στην ψυχή μου.
Ήταν το μερτικό στον πόνο
για μένα, αρκετό.
Το δέχθηκα, ήταν απ’ τον Θεό.
Εξάλλου δεν είμαι η μόνη
που πορεύεται στις μέρες της
με πόνου σπαραγμό.
Φραγμένα της ευτυχίας
και για μένα τα μονοπάτια
Είμαι και άχαρη, δειλή
και δύναμη δεν έχω,
τραγούδια για να γράφω
και να σε θρηνώ,
πάνω στο χώμα που θα σε σκεπάζει.
Εσένα, μια ιδέα, έναν παλμό,
του κεντρικού αισθησιακού μου συστήματος.
Μια κολώνα από πεπιεσμένα θαυμαστικά.
Ένα κλειδί της πόρτας του νου,
της φαντασίας μου.
Εσύ, μια εικόνα δυνατή
μέσα στα μάτια μου ασημοκολλητή.
Εσύ, γεννήτορας ύλης μαγικής, άφθαρτης,
που μετουσιώνεται σε αίσθημα βαθύ
«εντός» μου.
 
Θα εξαφανισθείς.
Θα ’ρθουν και θα σε πάρουν.
Μα η ψυχή σου, (άρα είχες ψυχή
κι ας ήσουν άγαλμά μου)
θα μείνει εδώ,
θα καρτερώ, σμίξιμο θεϊκό
δίχως μαρμάρινο κορμό
και παγωμένο βλέμμα.
Ν’ αναδευθεί και πάλι
το δειλινό μου φως,
κι οι στίχοι μου ξανά
θα πάρουν μορφή χρυσής βροχής,
εκεί που νόμιζαν πολλοί πως θα χαθούν.
Θ’ ανοίξουν πάλι οι εκκλησιές
και οι παπάδες θα φορέσουν
τις χρυσαφιές τους τις στολές.
Θα στολισθούν για γάμο,
με πέπλα ρουμπινιά οι ψυχές,
θα σμίξουνε για πάντα.
Ανήμποροι, το φεγγάρι και η Κελαινώ
Να σας χαρώ!
Τι όμορφο ζευγάρι!
Ψυχή μου δεν τους κάναμε τη χάρη.
 
Θα μαδήσω τον ήλιο αχτίδα-αχτίδα,
να συγκεντρώσω υλικό,
φωλιά να χτίσω στον ωκεανό,
εκεί που τα συντρίμματά σου θα σκορπίσω
να πάνε στον βυθό,
να ’ρχονται οι γοργόνες να θρηνούν
την ομορφιά σου τη χαμένη.
Εγώ, μες στη φωλιά
την ψυχή σου θα σφιχτοκρατώ
γιατί αυτή μου ανήκει.
Εγώ σου έδωσα ψυχή
Άγαλμα ήσουν μόνο.
Εγώ, τις νύχτες σου ’δινα κίνηση
σάρκα, αίμα, χαμόγελο
και χόρευες και τραγουδούσες
για μένα μόνο.
Νομίζουν όλοι πως έχασα,
πως δεν δοξάσθηκε η αγάπη μας.
Με σπρώχνουν στο εδώλιο οι δικαστές,
μα δεν φοβάμαι, όχι.
Ποιο το αμάρτημα;
Γιατί μια τιμωρία;
Λένε πως το μοντέλο που αντέγραψα
ήτανε ξένο, από του θαυμασμού
τη χώρα αρπαγμένο.
Μα, ο θαυμασμός κι αυτός δικός μου ήταν.
Ψάχνουν να βρουν άλλο αμάρτημα,
τάχα πως δεν σεβάστηκα νόμους ενάντιους.
Ένοχη ή όχι;
 
Αν μπορούσες εσύ να μου πεις…
Θέλουν να με καταδικάσουν
σε «συναισθηματικό αποκλεισμό».
Τον κακό τους τον καιρό.
Τι να πω…
Στα μάτια μου κρατώ
το βήμα που σου έδινα
σαν κύλισμα τ’ ανέμου,
την φωνή σου, πηγή ανατριχίλας.
Τα μάτια σου, γεμάτα γραφές.
Και ζω.
Ζω.
Μπορεί με τη συντριβή σου
να ματαιώθηκαν οι νύχτιες εκδρομές
σ’ εξωτικές ονειροχώρες.
Μα τα αισθήματά μου όμως, όχι.
Απλά ματαιώθηκαν.
Θα τα γιατροπορέψω και θα ζήσω
μαζί με την ψυχή σου
στις ακτές του φεγγαριού μας.
Όσο για το κώνειο που μου πρόσφερε
η δήθεν «αξιοπρέπεια»,
θα το πιω να γίνω ψυχή.
Άϋλοι κι οι δυο,
δίχως σάρκα και αίμα.
 
Με δηλητηριάζουν,
γιατί είμαι ΓΥΝΑΙΚΑ
γιατί είμαι ΑΓΑΠΗ.
Οι φονιάδες…
Δεν γνωρίζουν βλέπεις
καθόλου, οι αγράμματοι,
τη γλώσσα των αισθημάτων.
Το θέμα είναι ένα,
πως ευλογηθήκαμε και ήπιαμε κρασί
από τον ίδιο αμφορέα.
Πως οι μουζικάντηδες
στα πανηγύρια μας στο πάρκο
δεν έπαιζαν νότες λανθασμένες,
πως ήταν μοσχοσταφυλένιο το κρασί
απ’ το παλιό,
για μας απ’ την αγάπη φυλαμένο.
Μεθούσαμε…
Σφυρίζαμε τραγούδια
καταμεσής τ’ ωκεανού.
Αστέρια γεννούσαμε,
με της ψυχής σου τον σπόρο.
 
Στην άχνα του καφέ
στον καπνό του τσιγάρου μου
πνίγω τις λέξεις μου.
Πρέπει να το κάνω.
Πρέπει ν’ αντέξω
ως τον επόμενο καφέ
ως το επόμενο τσιγάρο,
ώσπου να κινηθεί το χαμόγελό σου,
απ’ τις θαμπωμένες θύμησες,
να το πιω όλο μονορούφι,
όπως συνήθιζα.
Θέλω να ξεκολλήσω
απ’ τις τραυματισμένες λέξεις μου
Μάτωσε το στόμα μου.
Κουράστηκα.
Θα κλάψω τώρα να τις λούσω,
να λυτρωθώ.
Μα, μήπως πληγώσω το νου μου.
Τον θέλω υγιή για να σε σκέφτομαι.
Τότε, αρχίζω τις κραυγές.
Να έτσι:
Σ’ ΕΝΙΩΣΑ, Σ’ ΑΓΑΠΗΣΑ, ΕΖΗΣΑ.
Θα γδάρω το λαρύγγι μου, ε;
Τότε, να πέσω στην απόλυτη σιωπή.
Ίσως να κοιμηθώ.
Τα μάτια μου, γεμάτα πόνο, βαραίνουν.
Η ψυχή μου, λιγοθυμάει.
Μου λείπεις.
Κλαίει κι ο ουρανός.
Γελούσε όταν (νόμιζε πως) γέλαγες,
εκεί στο πάρκο, τόσες νύχτες,
τόσες μέρες, τόσα απόβραδα.
Πού μ’ αφήνεις απόκληρη της χαράς,
μετέωρη στην ανάσα του σκοταδιού;
Λυπήσου με και αναστήσου.
Έτσι γίνεται πάντα στις δυνατές αγάπες.
Λυπήσου με.
Σε χρειάζομαι.
Το κόκκινο τραίνο που ζωγράφισα
μας περιμένει επιβάτες.
 
Μη σ’ ανησυχεί κανένας φόβος.
Υπάκουσε στην ακράτητη αγάπη μου.
Χιονοστιβάδα πέρα απ’ τ’ αδύνατο.
Έλα να βλέπεις το σύμπαν
πάνω απ’ τον ώμο μου.
Να πετάμε μαζί πάνω από εδάφη και ουρανό,
κρατώντας τα σκήπτρα της δύναμής μας,
στων επιθυμιών μας τα χωράφια.
Κυρίαρχοι του αδύνατου.
Δύτες στη γοητεία της ενοχής.
Σκλάβοι της παράφορης αγάπης.
Στα χωράφια μας σκόρπιζα χιλιάδες εικόνες.
Χιλιάδες κεριά άναψα
για να κατοικούμε εμείς, θεοί,
στον δικό μας κόσμο πληρότητας,
μακαριότητας, αρετής.
Στον κόσμο του ιδεατού.
Ψυχές ευλογημένες.
Πρέπει να ζήσουμε, μ’ ακούς;
Συγχώρεσέ με κι αναστήσου.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες
σε μοιρολογώ.
Η ζωή είναι το πι’ όμορφο παιχνίδι,
δεν είναι ουτοπία,
ούτε η αγάπη μας… Λοιπόν;
Αναστήσου.
Μετάνιωσα.
Θα κοιμόμαστε στην πηγή του ονείρου.
Στο λυκόφως που αναρριχάται προς τον μύθο.
Θα γενόμαστε καθάριο νερό, χαρούμενοι.
Οι ημέρες μας θα τρέχουν
ανάμεσα στις ζωγραφιές
που σκόρπισα στη γη μας,
στη δική μας γη,
όπου το παιχνίδι των συγκινήσεων
έχει τη δύναμη του γρανίτη
και τη λεπτότητα του εφήμερου φτερού.
Τα μάτια μου κουράστηκαν
να κοιτούν τα συντρίμμια σου.
Κουράστηκα να γυρίζω στις μνήμες μου.
Πιστεύω στο μεγαλείο μιας νέας αρχής.
Ακούω, απάντησέ μου.
Διαλύομαι σε παράλογη υπερβολή,
σκεπτόμενη πως μπορούμε να περάσουμε
στην ευλογημένη αρμονία,
στην αιωνιότητα που μας γέννησε.
Έλα να καθίσουμε,
κάτω απ’ το δένδρο της τόλμης
ενωμένοι με την κληρονομιά των λαθών,
να εξομολογούμε το γλυκό φως
που θα περιλούζει τη γη μας.
Ποιος ποιητής έγραψε πως εμείς
οπωσδήποτε δεν μπορούμε να είμαστε…
 
Λάθη, χωρίς απολογίες,
φλόγες τύψεων της συνείδησης,
βλέπουσες σκέψεις,
κι ανάμεσά τους, χιλιάδες καμπαναριά
τρελά να κωδωνίζουν.
Τρελαίνομαι.
Θεέ μου, ας αναστηθεί το χαμόγελό σου
το συντριμμένο του παράστημα.
Διψάω για συγχώρεση.
Ζωντάνεψε, άγαλμα.
Οδυνηρά καταπιέζομαι
απ’ την πέτρα της πραγματικότητας.
Οδυνηρά πονάω απ’ τ’ αγκάθι
που παραμένει στη σάρκα μου
απ’ τ’ άγγιχτα τριαντάφυλλα
των αισθήσεών μου.
Άκουσε το κάλεσμα
απ’ τις ζωγραφιές που σκόρπισα.
Όλες, μα όλες, με μια στοργική αγκαλιά
σε βυσσινί φόντο, σε περιμένουν.
Κι εγώ, που ’μαθα να σ’ αγαπάω,
πώς να σκορπίσω τα συντρίμμια σου
στον ωκεανό;
Σε παρακαλώ, έλα
να γεμίσουμε ζευγαρωμένα φιλιά το άπειρο.
 
Όλα φωνάζουν.
Γύρνα στο πάρκο ξανά.
Αγγίζω την παπαρούνα
εκεί στα ριζά σου Άγαλμά μου.
Είναι μονάχη όπως κι εγώ.
Εκεί που άκαμπτο
το λευκό μαρμάρινο σου σώμα,
μεγαλόπρεπα ατενίζει το άπειρο.
Εκεί που σπρώχνονται τα φιλιά μας
να καταλάβουν μια μικρή θέση.
Τι να πεις;
Η Αγάπη κι Εγώ, μόνες μας ξαγρυπνάμε
σε γιαπιά δυτικών προαστίων.
Μ’ αναμμένη της προσμονής τη φωτιά,
σπρώχνουμε τη συμφορά
να τσακιστεί, να φύγει.
Σχίζουμε με μανία τα σκούρα φορέματα
της Μοναξιάς.
Ψάχνουμε μες στο πέλαγος
το πνιγμένο φεγγάρι να το πιούμε.
Λέμε πως η ζωή
θα μας κάνει τη χάρη.
Θα ’ρθει καράβι να μας πάρει.
Γι’ αυτό τραγουδάμε
μισομεθυσμένες, μισοξυπνητές.
Στυφό το κρασί
Πίνουμε, πίνουμε, πίνουμε,
δίχως να πατάμε στη λογική.
 
Θα ’ρθει καράβι να μας πάρει;
Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη