Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Ο ΟΜΗΡΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΥΦΛΟΣ. ΤΟΝ ΤΥΦΛΩΣΑΝ




                Ο ΟΜΗΡΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΥΦΛΟΣ. ΤΟΝ ΤΥΦΛΩΣΑΝ!
                                                                        γράφει ο Διονύσης Μπώκος

   Το όνομα, που έδωσαν στον μεγάλο ποιητή, «προφητικά» ή όχι, -«Όμηρος» - μετά το εγχείρημά του, δηλαδή, αφ’ ότου βγήκε να ψάλλει το έργο του, το απαγορευμένο, για το ιερατείο και για πολλούς ομηριστές σημαίνει τυφλός. Όμως ουδέποτε θα δεχτεί κανείς ότι τούτο προδιαγράφει την εκ γενετής ύπαρξη αυτής της αναπηρίας. Και οι λόγοι είναι λίγοι μεν, αλλά ισχυροί!

   Εάν λοιπόν ήταν τυφλός και είχε το χάρισμα της απομνημόνευσης, τότε θα έπρεπε να γνωρίζει μόνο όσα του είχαν πει ή ό,τι του έλεγαν. Τίποτα περισσότερο, αφού δεν έβλεπε.

   Εάν ήταν τυφλός, πως θα μπορούσε μόνος του, χωρίς τη παραμικρή βοήθεια, ένα τόσο μεγάλο ποιητικό έργο να το συνθέσει και να βγει –τυφλός- στους δρόμους να το ψάλλει; Διέθετε βοηθό; Ας πούμε κάτι σαν γραμματέα,. Και θα είχε εμπιστοσύνη, αφού γνώριζε ότι αυτό που ετοιμάζει θα προκαλούσε την οργή του ιερατείου και βέβαια γνωρίζοντας και τις συνέπειες, αν διέρρεε;

   Εάν ήταν τυφλός, πως θα το έγραφε, ή και θα διάβαζε αυτό που «είδε»;

   Εάν ήταν τυφλός και τελικά συνέθεσε, «έγραψε» και έψαλλε ένα τόσο μεγάλο ποίημα, αυτό σημαίνει ότι ήταν από τους εύπορους και είχε τη δυνατότητα να διατηρεί, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, γραμματέα ή γραμματείς, δηλαδή ομάδα ανθρώπων και συνοδό κατά την έξοδό του, στους δρόμους; Ο εύπορος όμως είναι και δυνατός. Είναι υπολογίσιμος, στην όποια κοινωνία…

   Στο «βιογραφικό» του όμως δεν αναφέρεται πως είναι οτιδήποτε άλλο, εκτός από αοιδός και φυσικά ποιητής.

   Αντίθετα, τον Ησίοδο, τον λένε τσοπάνη! Βέβαια, η λέξη τσοπάνης, με την σημερινή έννοιά της, ενέχει κάτι το «υποτιμητικό». Για την εποχή εκείνη όμως φαίνεται να είναι το πιο αποδοτικό επάγγελμα. Άλλωστε και ο βασιλιάς Οδυσσέας, τσέλιγκας είναι, με τα τόσα κοπάδια που κατέχει. Ακόμη και ο «θεός» Ήλιος τσοπάνης ήταν, με κουτελάτες αγελάδες «..όπου βόσκουν  / βόδια και πρόβατα παχιά του κοσμογυριστή Ήλιου» (Μ 127-128)

   Βέβαια, τον Ησίοδο τον σκότωσαν («κατά λάθος») και εν πάσει περιπτώσει ξεμπέρδεψε. Η ποινή όμως του Ομήρου, ήταν διπλή και τριπλή, για το δικό του ανόμημα. Του «χάρισαν» το αιώνιο σκοτάδι εν ζωή! Και έτσι απομακρύνθηκε έκτοτε, από τον κόσμο, φτάνοντας στην Ίο, όπου όπως λέγεται και πέθανε ξεχασμένος.

   Αλλά, ας δούμε το θέμα και από μια άλλη οπτική γωνία. Στους χώρους λοιπόν, που το «απόρρητο» είναι το πρώτο  μέλημα – στο άδυτο – ένας ανάπηρος και μάλιστα τυφλός δεν θα επιλεγόταν εύκολα, λόγω της αναπηρίας αυτής, που θα απαιτούσε παράλληλα και φροντίδα ιδιαίτερη. Έτσι, θεωρείται αδύνατο, να τον επέλεξαν τυφλόν, όσο και ταλέντο να ήταν ο Όμηρος, όταν εκεί χρειάζονταν αεικίνητοι με «αυτί και μάτι»!

   Να τον συνέλαβαν αργότερα και εκεί μέσα, μακριά από τα μάτια του κόσμου, μακριά από μαρτυρίες, και να τον τύφλωσαν, αυτό είναι μια πιθανότητα. Όπως επίσης είναι μια πιθανότητα, αργότερα να τον ελευθέρωσαν ή και να τον εξόρισαν στην Ίο…

   Δεν ήταν λοιπόν τυφλός ο Όμηρος μέχρι που σύνθεσε, έγραψε, έψαλλε και «κατοχύρωσε» το έργο του, γυρνώντας παντού. Τότε, και στον τόσο χρόνο, όσο το ιερατείο ήταν δεύτερο σε ισχύ, δηλαδή αποδυναμωμένο. Αργότερα, όταν και οι δύο ισχυρές τάξεις, ευγενείς και ιερατείο τον κυνηγούν μαζί, τότε δεν αποφεύγει την ποινή του. Τότε, «επηρώθη τας όψεις»!

  Το ότι κάποιο «προφητικά» τον ονόμασαν «όμηρο» δηλαδή τυφλό, αυτό είναι κάτι «αδιευκρίνιστο», αλλά βεβαίως μια πικρή και σκληρή ίσως πραγματικότητα…           Δ. Μ.

___________

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΛΩΝΑΡΗ ΜΗΝΑ



           

                                                                                    του  Μιχάλη Χαλά

 

   Και ξαφνικά, εκεί που όλα κυλούσανε μακάρια, μέσα στο καταμεσήμερο, έπεσε από το καταγάλανο ουρανό, σαν βολίδα, πάνω στη θημωνιά και ανατάραξε τα στάχυα της, ένα πελώριο κιρκινέζι.

   Η θημωνιά υψωνότανε δίπλα στο πλακόστρωτο αλώνι και ένα μικρός αλωνάρης ξυπόλητος, μαζί με τις τρεις παρδαλόχρωμες αγελάδες του, προσπαθούσε, τεμπέλικα, να κάνουν το στάρι να αποχωριστεί από τα στάχυα και αυτά να γίνουν άχυρα. Από εκεί και μετά , όλα γίνανε μέσα σε δευτερόλεπτα. Μέχρι να συνέλθει ο μικρός αλωνάρης από το ξάφνιασμα, το κιρκινέζι τέντωσε τις δυνατές φτερούγες του, υψώθηκε περήφανο, νικητής και τροπαιούχος και άρχισε να πετάει πάνω από ρεματιανή χαράδρα, κρατώντας στα ατσαλένια τσιγκελωτά του νύχια μια πελώρια δρογκαλιά. μέ έναν δυστυχισμένο ποντικό σφηνωμένο μέσα στο στόμα της. Σπάνιο το θέαμα και κάθε περιγραφή του δε μπορεί να πλησιάσει την πραγματικότητα.

   Πώς να περιγράψεις τις απεγνωσμένες προσπάθειες που έκανε το φίδι για να ξεφύγει από το θανάσιμο γάντζωμα του γερακιού; Όπως ήτανε αυτό μακρύ και ο θηρευτής του το είχε αρπάξει από τον λαιμό, κρεμότανε στον αέρα και από τα απότομα ξεσπάσματά του φαινότανε καθαρά η αδυσώπητη μάχη που έδινε με τον θάνατο.

   Ο ποντικός είχε χάσει κάθε ελπίδα. Μόνο το αεράκι από το πέταγμα του γερακιού τέντωνε την ουρά του. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης σε μια τέλεια εικόνα. Πάντα εν σοφία εποίησε!

δύσμοιρος ποντικός, από τη κακιά αυτή στιγμή που τον ανακάλυψε η δρογκαλιά στη ζεστή φωλιά του μέσα στη πελώρια θημωνιά, έφυγε οριστικά από τη ζωή. Της δρογκαλιάς, λίγα λεπτά μετά το αναπάντεχο πέταγμά της στα ύψη, σίγουρα τέλειωσε και εκείνης η αποστολή, αφού το κιρκινέζι θα τάιζε με αυτήν τα λαίμαργα αετόπουλα του. Το κιρκινέζι αφού ζει περίπου εκατό χρόνια, θα συνέχισε το δικό του πρόγραμμα. Να γεννά αετόπουλα και να τα ταΐζει με δρογκαλιές, ποντικούς, μικρόπουλα και ότι άλλο του ορίζει η φύση. Και ο μικρός αλωνάρης;

   Αυτός συνέχισε να γυρίζει μαζί με τις αγελάδες του στο αλώνι με τα στάχυα, για πολλά ακόμη χρόνια, έτσι τεμπέλικα, μέσα στο λιοπύρι του Ιούλη, μέχρι που έφτασε η ώρα του να κάνει το μεγάλο λάθος! Παρασυρμένος από τα φκιασίδια της μεγάλης πόλης μπήκε στο μεγάλο τσιμεντένιο αλώνι της, που ο αλωνάρης γλυτώνει μόνο σαν πεθάνει! Τώρα γερασμένος πια κάθεται και λογαριάζει. Ποιος θα φύγει άραγε πρώτος για τον άλλο κόσμο; Το κιρκινέζι που ζει εκατό χρόνια ή εκείνος; Μάλλον εκείνος,. Όποιος όμως  και να φύγει πρώτος και οι δύο κάποια στιγμή, έστω καθυστερημένα, μπορεί να συναντήσουνε τον ποντικό και τη δρογκαλιά, που έφυγαν με αυτόν τον περίεργο τρόπο. Τουλάχιστον το γεράκι θα έχει χαρεί αυτό το θείο δώρο που λέγεται ελευθερία! Αλωνάρης μήνας ο Ιούλης, μήνας ευλογημένος, μήνας της σοδειάς και σαν σταθείς κοντά στ’ αλώνι θα καμαρώσεις τους δουλευταράδες, τους νοικοκύρηδες. Γιατί εκτός από τον άνθρωπο νύχτα θα πάει ο λαγός και ο σκαντζόχοιρος να πάρουν το μερτικό τους και πριν χαράξει ξεκινάνε οι στρατιές των μερμηγκιών και κουβαλάνε ασταμάτητα σπόρια και άχυρα. Και σαν ξημερώσει για τα καλά, σύννεφα πέφτουν πάνω στις θημωνιές τα σπουργίτια, οι κατσουλιέρηδες και τα άλλα μικρόπουλα. Μόνο ο τζίτζικας δε δίνει σημασία για όλα αυτά. Τα θεωρεί… αστικές συνήθειες και εφαρμόζει απόλυτα  το: η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη.

   Μήπως αυτός διάλεξε τον καλύτερο τρόπο ζωής;  Μ. Χ.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΚΕΛΑΙΝΩ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ - ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ (BAYSIDE)

 
 
 
 
 
      Το ΚΕΛΑΙΝΩ  στα ράφια της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Bayside της Νέας Υόρκης, την οποία επισκέπτονται καθημερινά Έλληνες ομογενείς, πλήθος μαθητών και ξένοι διανοούμενοι λάτρεις της Ελληνικής γλώσσας. Την φωτογραφία μας απέστειλε από αναγνώστη της περιοχής.
 

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΑΝΙΑΤΙΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ



 

                        της Νίκης Μιχαήλ Κατσικάδη

 

   Στο φωτεινό χώρο της Μανιάτικης παράδοσης, στον τρόπο αντίταξης κι αποτίναξης Ενετών, Αράβων, Τούρκων, αλλά και κάθε επιδρομέα, διαγράφεται η Ελληνική λαμπρότητα στις σελίδες της Ιστορίας του κόσμου.

 

            «Ήρωες και ηρωίδες, μες της γης αυτή τη σφαίρα,

            πρέπει να ’χουν την Ελλάδα για πατρίδα και μητέρα!»

 

   Όμως, στη διαφορετικότητα του συνόλου υπάρχει, όχι μόνο η Ελευθερία, αλλά και το «Νίκη ή Θάνατος». Αυτό είναι το σύμφυτο της ύπαρξης των ενεών και γενεών της Μάνης, της Μανιάτισσας γυναίκας και Μάνας. Σπονδή ιερή η αρχαϊκή Ελληνική κοινότητα στεφανώνει τη διαφορετικότητα της αδούλωτης Μανιάτισσας, κι έχει εδώ ακριβώς τις ρίζες του το γαλάζιο δέντρο της Ελλάδος.

   Εδώ, δεν υπάρχει ασθενές φύλλο και συσκότιση της έννοιας, της πραγματικής, όμως, τιμής. Εδώ, υπάρχει ψυχή. Υπάρχουν Μανάδες, Αμαζόνες, Ηρωίδες παντοδύναμες, αυτοκρατόρισσες του δικαίου. Η σκληρή αντιμετώπιση του εχθρού ήταν θρίαμβος, συνταίριασμα ανθρώπινου και θείου μεγαλείου.

   Και κατά το λάτρη της Ελλάδος, Γκαίτε, το πιο ωραίο και πιο εύοσμο λουλούδι φυτρώνει στα βράχια! Και, μάλιστα, αυτά τα βράχια κι αυτό τ’ ακούρσευτο Δυρό, που γέννησαν τη Δόξα κι έθαψαν τη βία, είναι η ματωμένη πέτρα που κάρφωσε το δακτυλίδι της η λευτεριά, για να λογοδοθεί με τον ηρωισμό και να φέρουν τις κατοπινές γενιές των γενναίων.

   Μάνα της Μάνης, ηρωίδα του Δυρού, γυναίκα της Μάνης, που υποφέρεις ακόμα και την απώλεια του σπλάχνου σου και πιστεύεις στους ακόλουθους παρήγορους ενδεκασύλλαβους στίχους –Λακωνικής σοφίας-  της Μανιάτισσας για το σκοτωμένο με χειροβομβίδα παιδί στο Λάκκο της Αγίας Βαρβάρας, βγαλμένους από μελέτη των συγγραφέων Πίτερ Γκινχολγκ (Άγγλου) και Έντουαρντ Ηλιόπουλου.

   Γράφουν μεταξύ άλλων:

 

«Την κάθε απώλεια μάθε ν’ αντέχεις, να θρηνείς.

υφάδι της ζωής είναι κι ο πόνος.

Γίνε για τις φωτιές θάλασσα της αναμονής,

δεν είσαι ’συ των στεναγμών ο μόνος».

 

   Μάνα της νεραϊδογέννητης γενιάς, όπου το θάνατο πάτησες μιας πατρίδας αναγεννημένης από την τέφρα της. Ζάλη της Τουρκιάς, καύχημα της Ρωμιοσύνης!

   Αυτή η κώχη της σεμνής προσφοράς έχει δικαίωμα στο μεγαλύτερο έπαθλο, που είναι η αναγνώριση. Ελληνική και Παγκόσμια. Κι όπως είπα ο Λαπαθιώτης:

   «Και τον εαυτό μου, Μάνα μου, / τον αγαπώ γιατί ήτανε παιδί Σου!»

   Κι εμείς, αγαπάμε τη ζωή, και το πνεύμα μεθυσμένο σαλπάρει το κορμί στην ελπίδα… στην ευτυχία, γιατί είμαστε απόγονοι ηρώων. Της Ελλάδος, της Μάνης, του κέντρου του κόσμου.

   Πόσο ταιριάζει το: «εκ γυναικός – Μανιάτισσας – πηγάζει τα κρείττω». Μάνα των λαμπρών προσωπικοτήτων, της Επιστήμης, της Τέχνης, των Γραμμάτων. Το κάλλος της μορφής, του νου, της ψυχής, των παιδιών σου, φωτίζει τον κόσμο που, τι θα ήταν, αλήθεια, χωρίς ΕΣΕΝΑ! Θα ’χε  βουλιάξει, από το πάμβαρο κοράκι του Πόε!         Ν. Μ. Κ.