Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων




Τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων

                        της Παναγιώτας Ζαλώνη

 

   Απλός παρατηρητής είμαι φαινομένων του σήμερα.

   Άσκοπα κυνήγια ευδαιμονιστικών απολαύσεων της τελευταίας κατηγορίας και μάλιστα καύχηση και περιαυτολογία τρανταχτή περί τούτων.

   «Εμείς πήγαμε διακοπές εκεί, παρέα με τον ψηλό! Προσκεκλημένοι του…! Φάγαμε, στου…

   Τι με νοιάζει εμένα κυρία μου, αν σε κάλεσαν στο Καρπενήσι ή στο Γαϊδουρονήσι ή στο Κουφονήσι; Σε ρώτησα;

   «Τεχνική ζωής» ανθρώπινης, έχεις εφεύρει ή αναπτύξει ή κληρονομήσει;

   Για να μην λυπούνται γι’ αυτή την κατηγορία των ανθρώπων «ευαίσθητοι» παρατηρητές, πρέπει να τους πούμε πως  αυτοί οι άνθρωποι είναι δυστυχείς πέρα για πέρα … και δεν διορθώνονται με τίποτε.

   Μες στα γονίδια τους έχουν και το λακτίζειν, είτε είναι έτσι είτε αλλιώς. Είναι ψυχές κατ’ εμέ και συγχωρήστε μου τον ορισμό   μ η   ε υ λ ο γ η μ έ ν ε ς.

   Αδύνατον να δουν το σύμπαν πάνω απ’ τον ώμο του Θεού.

   Δεν λαμβάνουν μέρος σε ιεροτελεστίες αγάπης. Ο κόσμος της πληρότητάς τους δεν υπάρχει. Ζουν στα περιθώριά του, ζωγραφισμένα με ψεύτικες μπογιές που ξεβάφουν στην πρώτη βροχή και στην πρώτη καταιγίδα, κι εκτοπίζονται ακόμη κι απ’ αυτή την περιθωριακή θέση.

   Δεν αξιώνονται χαρά, αόρατη, θεϊκή, αναλλοίωτη, ατελείωτη που θα την βρουν εύκολα αν κοιτάζουν γύρω τους το σύμπαν, την δημιουργία της σοφίας του Θεού.

   Δεν αλιεύουν την αγάπη στην απλότητα της ομορφιάς κάθε δημιουργήματος και πανηγυρίζουν για την εφήμερη δήθεν δόξα τους (τόσο μικρή κι ασήμαντη πολλάκις), για τα παρδαλοντυσίματά τους, (συγχωρήστε μου την απλοϊκή διάλεκτο) τους… οίκους που τα κατασκευάζουν… κι άλλα.

   Σ’ αυτή την υλιστική εποχή που ζούμε με τις ξενόφερτες, καπιταλιστικών χωρών συνήθειες, δεν εισχωρεί εύκολα η λευκότητα μες στα φυλλώματα των ενστίκτων των ανθρώπων.

  Εδώ παίζουν ρόλο τα διπλά και τριπλά τζάμια των παραθύρων τους.

  Έτσι την παίρνει ο άνεμος και πάει…

  Τρέχουμε όσο μπορούμε να την φτάσουμε, δύτες στον άνεμο για μια στάλα λευκότητα για την γκρίζα ζωή μας. Ανασταίνουμε δύναμη (γιατί την έχουμε μέσα μας) και τρέχουμε να φτάσουμε στην χώρα του ιδεατού, στην χώρα των αληθινών απολαύσεων. Δεν λέμε όχι στην ευδαιμονία όταν είναι αληθινή.

   Μου γεννάται όμως το ερώτημα. Πώς αντιμετωπίζουμε τους «κυνηγούς» που πανηγυρίζουν για τις ευδαιμονιστικές τους απολαύσεις ως το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους;

   Εμείς επηρεαζόμαστε ή παραμένουμε κυνηγοί ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, ενός ωραίου περίπατου στο μώλο τον παλιό, που περπατούσαμε παιδιά, πλημμυρίζουμε ευδαιμονία σ’ ένα μουσείο ή σ’ ένα μεγαλόπρεπο ναό αγγίζοντας με τη βλέψη μας την ομορφιά της Τέχνης; Μας αρκεί μια ήρεμη ζωή γεμάτη φως και ήλιο απ’ την ίδια την αγάπη ή ψάχνουμε ψεύτικους ήλιους, κάλπικους, στιγμιαίους που το χρυσάφι τους ξεφλουδίζει με μια ανατολή;

   Μάλλον οι περισσότεροι αρκούνται στο στιγμιαίο που δύει γρήγορα πριν φθάσει ούτε καν στον εγκέφαλό τους η ζεστασιά του κάλπικου ήλιου τους, που δεν έχει δύναμη. Πώς να ζεστάνει και δη περισσότερο να τους ροδοκάψει όπως ο αληθινός ήλιος του Δημιουργού.

   Υπάρχει περίπτωση αυτά τα τρεχάματα ορισμένων ανθρώπων (μεγάλο ποσοστό) σε λανθασμένους διαδρόμους προς θήραν απολαύσεων, να αναστραφούν, να γνωρίσουν σε ένα βιβλίο, σ’ ένα τραγούδι, σ’ ένα κομμάτι μουσικό του δικού μας του Σαλέα, σ’ ένα έργο τέχνης που οι ίδιοι θα δημιουργήσουν, την αληθινή απόλαυση, την πνευματική ευδαιμονία, που έκταση δεν έχει, μόνο, αλλά και βάρος μεγατόνων, αόρατο για τους άλλους.

   Ίσως ένας καλός παρατηρητής, στη λάμψη των ματιών του, μπορέσει ν’ αναγνώσει γράμμα- γράμμα τη λέξη ευδαιμονία. Γι’ αυτό κυρία μου, σε σένα το λέω που δεν σταματάς να παινεύεσαι πόσα έχεις στην Τράπεζα, πόσα κληρονομάς απ’ τον άκληρο αδελφό σου που αναχώρησε για την αιώνια ευδαιμονία, για σένα που για μια τόση δα δόξα λακτίζεις όποιον νομίζεις πως βρίσκεται στο δρόμο σου εμπόδιο, ενώ είναι το διπλό σου πρόσωπο, το κακό, που βλέπεις στο δρόμο σου και τρομάζεις…

   Ο καθένας μας βαδίζει τον δικό του δρόμο που ο ίδιος χαράζει με τα «θέλω» του.

   Αλλά τα δικά σου θέλω, άλλα τα δικά μου, άλλα των άλλων. Γιατί λοιπόν να μπω στα δικά σου «θέλω»; Δεν θέλω…

   Αγαπώ τα δικά μου «θέλω». Τον δρόμο μου «εσαρωμένον και κεκοσμημένον» προτιμώ να τον βαδίζω με ένα πρόσωπο μονάχα, αυτό που μου ζωγράφισε η ΑΓΑΠΗ με τις πιο ωραίες μπογιές.

   Νομίζω πως… αλλοίμονο, καύχηση και περιαυτολογία… έστω και για παραδειγματικά φαινόμενα. Είναι απαράδεχτες και οι δύο.

   Τα τζάμια λοιπόν, εν κατακλείδι, πώς να τα σπάσουμε; Δυνάμεθα;

   Πρέπει να εισχωρήσει η λευκότητα στα φυλλώματά μας… Πρέπει ν’ αναζητήσουμε πνευματικές αληθινές απολαύσεις, για να είμαστε και να φαινόμαστε ευδαίμονες.

   Εδώ συμβαίνει κάτι περίεργο. Τις αληθινές απολαύσεις τις αποκτάς γρήγορα, με απλό τρόπο, δίχως έξοδα πολλά και σε μεγάλη ποσότητα και σου μετατρέπουν το πρόσωπο σε φεγγάρι! Τις ψεύτικες τις αναζητάς σε δύσβατους χώρους, με σπατάλες πολλές, πολύ κόπο και δεν σου φτουράνε… Γυρίζεις στη μοναξιά και στη δυστυχία.

   Αν μπορείς να διακρίνεις την διαφορά τους, ακολούθησε την πρώτη κατηγορία και δεν θα το μετανιώσεις άνθρωπέ μου σου λέω, και συ ιδιαίτερα κυρία που με ενέπνευσες, να σκεφθώ και να συσκεφθώ με τον εαυτό μου φωναχτά, τόσο φωναχτά, που σας γέμισα τ’ αυτιά ερωτηματικά. Πόσο θάθελα να μ’ απαντούσε κάποιος στα ερωτήματά μου.            Π. Ζ.