Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΠΟΙΗΜΑ




ΜΑ ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

 

Σαν πλησιάζει ο καιρός στο τέλος του να ’ρτει

στην καταχνιά ξεχνιέμαι και γυρίζω λίγο πίσω.

Ένα λαγούμι στον χρόνο ανοίγω

και τους ορίζοντες της καρδιάς μου, την καρδιά της ψυχής μου

στο πρωτόφταστο την φέρνω σημείο του τώρα`

εκεί που πρωτόζησα ετούτες τις πληγές

τότε που πληγωμένη η ψυχή κατάβαθα

αλυχτούσε κι έκλαιγε τη μαύρη προσευχή της

στην αλλοτινή της πορεία

και που ο αντίλαλος ο παλιός, ο χρυσόφαντος της ιστορίας

εισάκουσε το πρόσταγμα το πανάρχαιο

και μοσχομύριστες αντισήκωσε τις καρδιές μας

ως στης Λαύρας το φλάμπουρο της Άγιας.

Μα τότε ήταν το εικοσιένα

κι ήταν ο Γέρος, ο αητός του Μοριά, κι ήταν κι ο Γιώργης Καραϊσκάκης

τ’ αρματολίκια κι η κλεφτουριά! Κι ήταν ακόμα ο Παπαφλέσσας

κι ο Αθανάσιος ήρως, ο Διάκος, και ο καλόγηρος ο Σαμουήλ

και οι Ελεύθεροι στο Μεσολόγγι, πολιορκημένοι εντός των τειχών

μα με ελεύθερη ψυχή και πνέμα όπως ο ήλιος κι η ξαστεριά!

Κι ήταν το Σούλι, τα Δερβενάκια, χορός στο Ζάλογγο, Κούγκι φωτιά!

Κι ήσαν κι ήσαν … οι Έλληνες ραγιάδες,

που ραγιάδες δε θέλαν νά ’ναι

κι ήταν κι ήταν το αστέρι το μισόσβηστο,

μα άσβεστη πόχει την φλόγα στην ψυχή!

Για το ξεπέταγμα! Για τον μεγάλο ξεσηκωμό!

Το αστέρι που τρεμόσβηστο φούντωνε για του Γένους το ξαναγέννημα!

Την ανάσταση των παλιών αιώνων.

Κι ήταν ακόμα τότε που πίναμε τον φόβο και τραγούδι τον εκάναμε στα χείλια

μα πιο πολύ στις καρδιές μας.

Δεν μας έπινε ο φόβος. Δεν μας έπιανε ο φόβος.

Μον’ κρασί τον κάναμε και μπόλι στις ψυχές μας

σαν τον Μιθριδάτη.

Κι έτσι πατήσαμε το δράκο εντός μας που ραγιάς - ραγιάς κοιμότουνε

πνεύμα και θέληση και χέρια ποντισμένα στην υπνονεφέλη του τίποτα,

ραγιάς ραγιά, πισθάγκωνα τον εαυτό του ψυχοδεμένο στο πουθενά καθήλωνε

και, ξάφνω, ραγιάς – ραγιάς κοιμήθηκε και ξύπνησε αληθινός ως ήταν,

ως γεννήθηκε, Έλλην,

ως για την ανθρωπιά του τον έταξε ο Θεός πλαστουργώντας τον

στους ανθρώπους.

Και τώρα, τώρα, ω, τώρα!

Ραγιάς –ραγιά, ραγιαδισμό διδάσκει

και γραικύλους στους αδαείς απιθώνει τους στοχασμούς του

λιγδώνοντας των περασμένων μεγαλείων την ανάμνηση.

Κι ο Μεγάλος Σουλτάνος κι οι Βεζίρηδες,

όλοι τους τυμβωρύχοι των μνημείων της ιστορίας,

της παλιάς και της μελλούμενης,

να δίνουν τον τόνο.

Κι απόξω, μακριάθε, κι από μέσα, εδώθε,

το Μέγα Διευθυντήριο να επιδαψιλεύει επαίνους!

Πρώτα μας βράβευαν για τον Συβαριτισμό μας

αυτόν που ραγιάδες μας έκανε…

Έπειτα μύδρους εναντίον του, για να μας διατηρήσουν ραγιάδες.

Και τώρα… να, τα ζήτω, να, τα μπράβο,

γιατί καταλάβαμε το λάθος μας

που Συβαρίτες μας έκανε

μα, πιο πολύ μας παινεύουν

γιατί δεχτήκαμε να επιστρέψουμε την περηφάνια μας

μαζί με ό,τι είχαμε ως Συβαρίτες!

Και να, τα επιπλέον εύγε και τα χειροκροτήματα

γιατί μάθαμε να λέμε κι ευχαριστώ

που δεχτήκανε την ψυχή μας να την διαφεντέψουν!

Μόνο, που δεν καταλάβαμε ότι η Σύβαρη έπεσε

γιατί δεν είχε μάθει, δεν είχε ακούσει, ποτέ της;

τί σημαίνει «μολών λαβέ»,

γιατί δεν είχε μάθει να λέει όχι στους βάρβαρους.

Στους βάρβαρους εκτός` στους βάρβαρους εντός.

Μα πιο πολύ δεν καταλάβαμε, εμείς,

πως κανείς έξωθεν δεν ημπορεί να μας βλάψει

αν δεν του ανοίξουν την Κερκόπορτα οι εντός, από μέσα.

Αχ, καρδιά μου!

Πόσο πιο πάνω θά ’σουνα, και συ πατρίδα,

αν έθαβες στο χθες όλους εκείνους που πάντα ήσαν χθες.

Αν τους θήλιαζες στο ικρίωμα της ιστορίας

με την επιγραφή που ταιριάζει στους Εφιάλτες: "Προδότης".

Αλλά εσύ, ψυχή μου, πού είσαι;

Πού αλώθηκες ψυχή μου;

Ω, αναστήσου, μέρα χαράς πού ’ναι σήμερα, μέρ’ Αναστάσιμη,

μέρα οπού η Θεοτόκος ευαγγελίζεται!

Να, ο Άγγελος, το μήνυμα που φέρνει το καλό!

Η Παναγιά παραστέκει σε.

Ψυχή μου ορθώσου, στον ουρανό σου!

Ο Κύριος, μετά Σου!

 

                                                                                                                                                                                                                                                Ιωάννης Παναγάκος

 

Από την ποιητική συλλογή " Αχ, Πατρίδα μου, Μάνα Πατρίδα " - Αριστείο μετά Χρυσού Μεταλλίου στον διεθνή διαγωνισμό του περιοδικού Λόγου – Τέχνης – Πολιτισμού «Κελαινώ» και του Λογοτεχνικού Ομίλου «Ξάστερον» 2012.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΕΛΑΙΝΩ Τεύχος 48




             
Κατοχικά παιδιακίσματα

Μου τα θύμισε πριν λίγο
τ’ αδελφάκι μου.
Και παρά τα τόσα χρόνια,
το μεράκι μας
ξεχειλίζει. Κι έτσι πάλι
στο σπιτάκι μας
ξαναβρίσκομαι μαζί του.
Και θυμόμαστε οι δυο μας
τα παιχνίδια μας,
σαν αρχίζαμε τη μέρα
με τα ίδια μας
τ’ αδιάκοπα τερτίπια.
Με τις μικρο - μπαταρίες
για τα φώτα μας,
ή σχισμών ηλιο-αχτίνες
απ’ τα νώτα μας,
διαφάνειες στον τοίχο
κάπως τις προβάλαμε.
Και περνούσαμε τις ώρες
στ’ απογέματα,
με φωνές ή φαντασίες
και με ψέματα,
μέχρι που να βαρεθούμε.
Σαν μας έπιαν’ υπνηλία,
τότε το διαλούσαμε.

Ανδρέας  Γ. Σειρηνάκης

---

            Χαϊκού

 

Σήμερα βρέχει

Δεν είσαι από ζάχαρη

Δε λειώνεις, έλα.

            *

Σύννεφα γκρίζα

Στο νησί της ψυχής μου

Θα βρέξει πάλι

            *

Βουνά και κάμποι

Τρέχουν μες στη ματιά σου

Κι ο ήλιος λάμπει.

    Γιούλα Σταμέλλου

 

---

            Σε σένα…

 

Κόκκινο το χρώμα της αγάπης

και το ταξίδι γλυκασμός,

ποτάμι που ακινητεί μα κυλάει,

ρίγος που διατρέχει το κορμί,

κήπος που καλείται μυστικός

κι ύστερα ίσκιοι αεικίνητοι

κι απωλεσμένες μνήμες,

μνήμες των λόγων, μνήμες της αφής

και το άπειρο των χειλιών σου

ν’ ανθίζει, όπως ο λευκός κρίνος

κι η θάλασσα των αισθημάτων σου

μια γλύκα αχόρταγη…

            Δημήτρης Η. Λούκας

 

---

            Μη μου σφαλίζετε

τις ρωγμές των ματιών μου

 

Αθωράκιστα τα μάτια στης αγρύπνιας την έγνοια

στις ρωγμές των σκιών κάποιου ήλιου αχτίδα

λίγος φως στου ερέβους το σκότος, ελπίδα

μ’ ευχή αναζήτησα, μα ουδέποτε είδα.

 

Με οργή αντιστάθηκα στου ολέθρου το χάος

ουρλιάζοντας «ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω»

διεψεύσθη κι ο νους στις κραυγές του Νταχάου

και το πρόσταγμα έχει το δικό τους το veto.

 

Στα σκληρά κολαστήρια των «εμών» ημερών μας

αναξύπνησαν θύμισες τραγικών γεγονότων

Μάαντ Χάουζεν Άουσβιτς, κατοχής συμφερόντων

και ανέλπιδα όνειρα στις στιγμές των ωρών μας.

            Βαλαβάνης Κυριάκος

 

---

Ένα σκιάχτρου απομεινάρι

είναι τούτο το φεγγάρι.

Μία θάλασσα «γιατί»

αφοπλίζει τη σκηνή.

Ένα ζωνάρι όλη η γη

με την αγάπη για τροφή.

Μια ρίζα ελιάς κάπου φυτρώνει

την Ιστορία ξεδιπλώνει.

Σπίθα φωτιάς που όλο ζυγώνει.

            Μαρία Κονταλή

---
 

            Πρόσεχε

 

Αυτή, δεν το υποψιάζεται ή και αδιαφορεί.

Όμως τα γυμνά της πέλματα φωτίζουν το σοκάκι

και μαζί της ανεβαίνουμε στο λόφο.

Στην κορυφή το φωταγωγημένο εκκλησάκι,

χωρίς πόρτα, χωρίς παράθυρα, μας περιμένει.

Πρόσεχε που πατάς. Κάθε πυρωμένο πετραδάκι

κρύβει δικό μας μυστικό. Την καρδιά μας.

Η μονοτονία του Παράδεισου κούρασε τον ποιητή

και ψάχνει τον τρόπο να δραπετεύσει. Κι εσύ

δεν κάθισες ν’ ακούσεις μέχρι τέλους το μαντείο.

Τα βράδια βγαίνουν απ’ το βυζαντινό λαγούμι

τα στάσιμα, τα κοντάκια, τα μεγαλυνάρια.

Ψυχική αγαλλίαση και άσωτο φως. Γαλήνη.

Εδώ λοιπόν σταμάτησα ν’ αγαπηθούμε.

            Κώστας Χελμός

 

---

Έτσι έγινε

 

Όρθωνα τις αμόλευτες σκέψεις μου,

έκλεινα στα βάθη μου τη σιωπή

κι όλες τις λέξεις και τις συλλαβές

που καταργούν τα σύνορα του νου.

Φυγάδευα τη φωνή της ψυχής μου

μέσα σ’ εκείνα τ’ αμπάρια τν πλοίων,

να φθάσει, γύρευα, στην άκρη της γης,

μη γίνει θλίψη ή στεναγμός,

μη γίνει, έλεγα, αστόχαστη μοναξιά.

 

Και μετά, μέσα στο χάος,

δεν είχα άλλο κάτι να πω

την ώρα που με θανάτωναν τα θεριά,

μονάχα γύρευα την ανάσταση,

για να τιμήσω της ζωής το νόημα,

πριν έρθει βαρύθυμο το δειλινό.

Έπρεπε, να ζωγραφίσω με την πέννα μου

την ανθρώπινη θλίψη και την προσδοκία,

πριν ακόμα γίνουν κραυγή θρηνητική!

            Λευτέρη Κ. Γερόσταθου

 

---

 

            Πριν απ’ το τίποτα

 

Ψάχνω το χαμόγελο του ήλιου,

μια γλυκιά θωριά,

καρτέριας του μυαλού μου

ζήτηση ανάσας

κι ορμήνιας μου.

 

Διάσαρκη κατάνυξη

του ερχομού σου

βρήκα.

Πριν απ’ το τίποτα…

Τώρα ξαναγεννιέμαι!!

            Ελένη Ν. Δάλλα.

 

---

            Χαϊκού

 

Με το σκύλο μου

σέρνω βήματα βαριά

Εκείνος, βλέπει

 

Με τυφλή θωριά

δεν ξέρω που πηγαίνω

αυτός, γνωρίζει.

 

Πως θα βρω τέρμα

με μάτια δίχως λάμψη;

Σε ψάχνω πάλι

 

Μέρα ή νύχτα

βλέπω μόνο σκοτάδι

μαύρη κουρτίνα.

            Ελένη Φατούρου

 

---

            Άτιτλο

 

Η αγάπη γιομάτη αφοσίωση

κατοίκησε στην καμαρούλα

από την αρχή

με θεμέλιο βαθύ

αδόνητο

στέρεο

Χέρι  με χέρι

Χείλη με χείλη

Σώμα με σώμα

Χόβολη θαλπωρής

γλυκύτερη και από περισυλλογή

το περιβάλλον

Θαμπωτικά αντικείμενα

νουθετημένα

συνάμα αμυδρά

Έτσι είναι εκεί

που κατοικεί η Αγάπη.

            Πασχάλης Παπαβασιλείου

 

---

            Λαθρεπιβάτης

 

Κόστος ψυχής ανυπολόγιστο.

Στη γραμμή 17 λαθρεπιβάτης.

Ημίωρη διαδρομή.

Κάθομαι σ’ αναμμένα κάρβουνα

κοντά στην πόρτα.

Ελλείψει μερικών λεπτών.

Ελλείψει ελεγκτικού προσωπικού

διαλανθάνω.

Στο τέρμα αυτοβούλως παραδίνομαι

στην αδιάλλακτη συνείδησή μου.

Ως κοινός βλαξ του αστικού δικαίου

            Δήμητρα Καραφύλλη

 
---
 

            Ζεϊμπέκικο

 

Τον κοιτάζω κρυφά που κινείται.

Γρήγορος σαν αγέρας

Σα να μη θέλει να σταθεί ποτέ ξανά

και τον χτυπήσει πισώπλατα ο χρόνος

ο θάνατος, ο πόνος.

Σαν λαβωμένος μες στα μελιά του μάτια.

Σαν ξεχασμένος σε μια στροφή του χρόνου

κι όλο τρέχει για να φύγει, να φύγει…

Ως πότε παλληκάρι μου, εσύ,

θα στροβιλίζεσαι μες στου ζεϊμπέκικου το βήμα;

Σαν το χορό σου κι όλη σου η ζωή,

φιγούρα γύρω απ’ την πληγή.

Σαν ζεϊμπέκικου το καρφωμένο βήμα.

            Δέσποινα Σαμιωτάκη

 

---

 

            Συνάντηση

 

Ανάσανα με την  αναπνοή σου.

Τα λόγια οι λέξεις σου

όσο μιλούσες σαν ρυάκια

ανοίχτηκαν πολλά

λες και ήθελαν ν’ αγκαλιάσουν

όλο το τοπίο της σκέψης

 

Βάδισες για να φτάσεις κοντά μου

κι από τον ήχο των βημάτων σου

αίφνης ο ενικός πλημμύρισε βήματα

   Σταυρούλα Καμαρινοπούλου-Σακαβέλη

 

--- 

 

            Το άγαλμα που έκλαιγε

 

«Ποτέ δεν θέλησα να γεννηθώ…»

και δώσ’ του κλάμα,

κι έκλαιγε μέχρι να πεθάνει

και την επομένη πάλι το ίδιο

μέχρι που ’δε κι αποείδε

ο καλός Θεός

και τον έκανε άγαλμα

σε κάποια πλατεία.

Μόνο ο οδοκαθαριστής

στεκόταν κάποτε με περιέργεια

στο δάκρυ του

μα συνέχιζε κι αυτός το δρόμο του.

Δεν ήταν σίγουρα

καθήκον να σκουπίζει

το δάκρυ των αγαλμάτων τέλος πάντων…

            Άντρη Κροκίδου

 

---

 

Ο κυματισμός των σπαρτών

Zεις με την πολυτέλεια μιας πλάνης
που αργοτυλίγει νεανικές περιπέτειες
παρακολουθώντας αμέριμνα
το ρυτίδιασμα της γαλανής θάλασσας.
Kαθώς υγραίνονται τα μάτια της ψυχής
σχηματίζονται στη λευκή σου καρδιά
οι αμείλικτες των καιρών διαβρώσεις.

Zεις τον κυματισμό των σπαρτών
που κρύβουν στις μειλίχιες μεταθέσεις τους
έναν οίστρο γλαφυρό.
Zεις περιδιαβάζοντας στην ευθυγραμμισμένη
τροχιά του χλωμού φεγγαριού
αναπολώντας εφήμερες αγάπες...

Zεις τα πάντα γύρω απ' το τίποτα
Zεις το τίποτα γύρω απ' τα πάντα!

            Εύη Παπαδήμα

---

 

Σου ’χα μιλήσει για μια θάλασσα

μ’ έντονα χρώματα.

Σκοτάδι και φως να εναλλάσσονται

χώμα και βράχος και νερό

Σε μια ασταθή πορεία

σταθεροποιείς τις κινήσεις σου.

Εκεί που στέκεις,

θα δεις με άλλο τρόπο τα συμβαίνοντα

Έτσι που δεν θα είναι πια συμβατικά!

Κάποτε είχες περάσει από δω

δεν θυμάμαι πότε και γιατί

Όμως το τοπίο είναι τόσο γνώριμο,

τόσο οικείο.

Τα λόγια περιττεύουν.

Η σιωπή σε οριοθετεί…

            Δημήτρης Ι. Καραμβάλης

 

--

            Καρδιά

 

Σαν Επιστροφή και Φυγή, στην Επιστήμη

Αγαπημένη,

Φιλί, έρωτα, αρχέγονη μήτρα. Τη Θάλασσα,

σαν αέναο σώμα, κύμα.

Απεικονίζοντας ή αφήνοντας,

την αγκαλιά στεριάς άμμου,

Κάτι, που μπορούμε να λέμε ή να φωνάζουμε.

Τρίτο Κύμα – Καρδιά – Θάλασσα.

            Παντελή Ν. Σκαφίδα

 
---
 

            Θείος έρωτας

 

Εσύ, Έρωτα αηδονόλαλε, κυκνόθρεπτε, αετόδρομε,

αστερωπέ και χρυσορρόη μύθε και ηώχρωμε,

γιγάντινε, κολοσσιαίο άνθος, χιλιοπέταλο,

μοσχοβολάς και χύνεσαι σ’ ένα τοπίο αδαίδαλο

και της Εδέμ καρπέ εύσχημε και εύχυμε και πειρασμέ,

του μελαγχολικού του φθινοπώρου, εσύ, κατακλυσμέ

της γης και της ψυχής ω ομφαλέ, μα και του νου φαλλέ,

που σ’ απαρνήθηκε ο σάπιος Homo Sapiens, το βαμπίρ,

μες στο ναδίρ, φρυγμένος από το ηφαιστειώδες πυρ,

κατευναστή, συνδαυλιστή, απ’ όρια αλάβωτε, στρυφνά

κυλάς σε μονοπάτια ανηφορικά, αρχικά στενά,

απάνεμο, ο ήλιος σ’ ατρικύμιστα λιμάνια σε ξυπνά,

ημίθεε υπεράμωμε, αλχημιστή και βαπτιστή,

το Χρόνο σπρώχνεις σαν αυγό, να σπάσει, να ανοίξω εγώ,

στο σώμα μου, σκακιέρας δούρειου ανθρώπου, Νώε κιβωτού,

μαγεία σαϊτεύεις, ω καρδιά ελεύθερου, συ, σκοπευτού,

μυροφεγγούς, ω σφυρηλάτη, δύουσας διοςιγής,

σειρήνων μαγευτή, ω ΑΝΑΞ, κελευστή ορφεοφυγής.

Ιωάννης Φατούρος

 

---

Ο άνθρωπος από τα μέρη της βροχής

 

Ήρθε απ’ το μέρος της βροχής

ήρθε στεγνός

είχε σταθεί παράμερα

πάντα άφηνε τη μπόρα να περάσει

πάντα στεκόταν έξω απ’ τη βροχή

τώρα στεκόταν ανάμεσά μας και δεν είχε τι να πει.

Τα δυο παιδιά είχαν έρθει κι αυτά απ’ το μέρος της βροχής

κι είχαν όλα να λένε,

να λένε

για το άστραμμα και τη βροντή

για την άγρια μουσική της καταιγίδας,

για ου νερού τους ποταμούς στο κορμί τους

 - είχαν μπει στη βροχή και χόρεψαν –

κι αυτός τα κοίταζε που ήταν γεμάτα βροχή

κι είχε το πρόσωπο

λυπημένο πολύ.

            Άγγελος Λάππας

 

---

            Έφυγε

 

Πέρασε πολύ εύκολα σε μιαν άλλη ζωή,

τίποτα δεν τον κράτησε

στον κόσμο του τον χθεσινό

η ψχή του ερωτεύτηκε το αύριο

ξέχασε κι αυτήν ακόμα τη Λήθη

και την έχασε μέσα στο παρελθόν,

καθώς ανοιγόταν μπροστά

στα μάτια του ο νέος δρόμος.

 

Έσβησε το χθες του

μ’ ένα απλό πετάρισμα βλεφάρων.

            Κώστας Ζαχαράκης

 

---

 

Οργή στο χώμα

που κλαίει ακόμα!

Τ’ Άστρο θρηνεί!

 

Θρηνεί κι επέχει

τ’ αδέρφι έχει!

Φωτιάς ψυχή!

 

            *** 

Μήλα θανάτου

του Αθανάτου!

Οι πελταστές!

 

            ***

Λευκό το άτι,

καίει την απάτη!

Ψεύτρας Αυγής!

    Μιλτιάδης Ντόβας

 

---

            Χορός

 

Εκείνο το χορό,

που τον χορέψατε όλοι μαζί,

ξεχάστηκε.

Και πίσω μπρος,

αλλάζετε τα βήματα και το ρυθμό

και το τραγούδι.

Κι έγινε πια

το γέλιο μοιρολόι και το τραγούδι σιωπή.

Και σεις δίχως πατρίδα.

Δώστε τα χέρια σας ξανά όλοι μαζί

κι όλο μπροστά στα ίδια βήματα

τον ίδιο το χορό ξαναχορέψετε.

Είν’ ο χορός της λευτεριάς.

Χορός των Παγκυπρίων

            Νίκος Ανώγης

 

---

             

            Θιάκι

 

«Ποιος μας κάλεσε δω;»

Ρώτησε ο γέροντας

Σαν έφτασε ο άρχοντας στο Θιάκι,

κι ο γιος του βασιλιά

την αγορά εζήτησε ν\ αποφασίσει.

 

«Ποιος μας κάλεσε δε;»

Μιας κι ο καθένας

Μπορούσε

Την αγορά να συγκαλέσει

«Τοις κείνων ρήμασι

Αναρωτώμενοι»

 

Κι η ερώτηση αυτή

Βάζει από τότε στη θέση της

Και άρχοντας

Και «αγορές».

            Ελένη Καρασαββίδου

 
---
 

            Καληνύχτα

 

Τα χρόνια μίλησαν στις μέρες

οι μέρες συνωμότησαν με τις άγριες νύχτες

οι νύχτες άπλωσαν το μπλε πέπλο τους στις ώρες

οι ώρες κύλησαν απ’ τις υπέροχες στιγμές.

Κι όταν τα παραθύρια σφάλισαν ρα ρολά τους

κι όταν φιμώθηκαν τα λόγια

κι όταν έκλεισαν τα πληγωμένα βλέφαρα

κι όταν ακόμα τα χέρια πλέχτηκαν σαν ζεστές αγκάλες

κι όταν τα χείλη σφράγισαν την ατμόσφαιρα

τότε ήχησαν μες στη σιγαλιά του έρωτα οι σάλπιγγες

κι ήταν σαν να είπαν «Καληνύχτα».

            Κατερίνα Ραμανδάνη-Σαντραβέλα

 

---

Ψάχνω να σε βρω

 

Μην το ξεχνάς πως σ’ αγαπώ και νοιάζομαι για σένα

με κάψαν τα ματάκια σου, τα παραπονεμένα…

Περνώ έξω απ’ το σπίτι σου, το βλέπω κλειδωμένο

τα ίχνη σου ψάχνω να βρω, μα είναι κι αυτά σβησμένα…

Ρωτώ παντού στη γειτονιά, που ’ναι η μαυρομάτα,

η κόρη η πεντάμορφη, η ολόγιομη με χάρη;

Κανείς δεν ξέρει να μου πει, τι να ’γινες αλήθεια,

μην έφυγες στην ξενιτιά, μη σ’ έκλεψαν στα ξένα,

μη κλείστηκες σε μια μονή, να ψάξω για να σ’ εύρω;

Για σένανε ρωτώ παντού, μ’ απάντηση δεν παίρνω.

Δεν ξέρω αλήθεια τι να πω, τα ’χω κι εγώ χαμένα…

Σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ, ψάχνω στον κόσμο να σε βρω…

και πάντα σε προσμένω…

            Κωνσταντίνος Ρηγόπουλος

 

---

 

            Τι κι αν σε είπαν οι πολλοί τρελό;

 

Τι κι αν σε είπαν οι  πολλοί τρελό,

όσοι γεννήθηκαν στα σπάργανα να μείνουν;

Ό,τι δε νιώθουν οι κοινοί το κατακρίνουν.

Τι κι αν σε είπαν οι πολλοί τρελό;

 

Ποτέ τους ήρωες, μεγάλοι δε θα γίνουν,

ξεχωριστοί, υπόδειγμα για στόχο στιβαρό.

Τι κι αν σε είπαν οι πολλοί τρελό,

όσοι γεννήθηκαν στα σπάργανα να μείνουν;

            Ζωή Τζιράκη-Παπαδημητρίου

 

--- 

 

            Μετάλλαξη

 

Κάποτε υπήρχαν ηγέτες των λαών.

Σήμερα υπάρχουν υπηρέτες

των οικονομικά ισχυρών.

Κάποτε οι ηγέτες περιστοιχίζοντας

από τους λαούς.

Σήμερα περιστοιχίζονται

από αστυνομικούς.

Κάποτε οι ηγέτες είχαν ήθος.

Σήμερα έχουν ύφος.

Κάποτε στηρίζαμε

την εθνική μας οικονομία.

Σήμερα πλουτίζουμε την Ελβετία.

Κάποτε είχαμε

αξιοπρέπεια και λεβεντιά.

Σήμερα έχουμε

αυτοκίνητα, σκάφη, εξοχικά.

Κάποτε ζούσαμε με ιδανικά.

Σήμερα ζούμε με δανεικά

Κάποτε η Ελλάδα βοηθούσε

τα θύματα λιμών.

Σήμερα πολίτες της σιτίζονται

από κάδους σκουπιδιών.

Κάποτε εκτιμούσαμε την ποιότητα.

Σήμερα επιβραβεύουμε τη μετριότητα.

Κάποτε οι άνθρωποι του πνεύματος

αναζητούσαν αξίες.

Σήμερα αναζητούν χορηγίες.

Κάποτε μας έλεγαν ότι

η Ελλάδα ανήκει στην Ανατολή.

Άλλοτε μας έλεγαν ότι

η Ελλάδα ανήκει στη Δύση.

Σήμερα μας λένε ότι

η Ελλάδα ανήκει στην Τρόικα.

Πότε επιτέλους

η Ελλάδα θα ανήκει στους Έλληνες;.

            Αικατερίνη Γεωργουδάκη-Θεσσαλονίκη

 

---

            Οι άυλοι τόποι

 

Έχουν και τα έσω τοπία αντάρες,

βροχές, δειλινά, γλυκά θροΐσματα.

Ηχούν απόκοσμα σ’ αυτά

οι ροζ σάλπιγγες

των ανθισμένων αμυγδαλιών.

Πουλιά με ρουμπινιά φτερά

μόνο σε τέτοιους τόπους φαντασίας

θα ιδείς και θ’ ακούσεις,

να κελαηδούν τη θλίψη

της Μεγαλοβδομάδας

ή τη χαρά του Πάσχα!

            Βασίλης Δ. Δημουλάς

 
--- 
 

Πουλί γλυκόλαλο

 

Πουλί γλυκόλαλο κάποιας αβύσσου

‘πο μέσα κούφιου δέντρου τη φωλιά

κόσμο σταλάζει κάθε σου λαλιά

κι όλα χαρούμενα πηδούν μαζί σου.

 

Μαζί με σε το πέταλον ανοίγει

κι άγνωστο πόσο ’ναι κι αυτή γλυκειά

θωριάν ωραίαν, άλλη, μυστικιά,

συγκίνηση γεμάτη και με ρίγη.

 

Κι εγώ ριγώ κι αναφτερώ και χύτρες

χαρά καλογεμίζω την καρδιά,

για μια φωνή και μια μοσχο-ευωδιά

δυνάμεις μέσα νοιώθω μου νικήτρες.

            Κώστας Καρούσος

---

Νίψου το ύδωρ

 

Έρως απ’ το κιγκλίδωμα σεμνός

κομμάτια ρίγους νυκτικά

ωσεί παρόντες οι τριγμοί

ωσεί απόντες οι λυγμοί

σαν νυχτολούλουδο η αγάπη

μέσα στο πούσι περισπάται.

Αχ η νοτιά πως συνεπαίρεται

στο υδάτινό μου σώμα!

Ντύσου με

κι άσ’ το κορμί σου ν’ απλωθεί

μέσα στο ρούχο

νίψου το ύδωρ

ή θα μυρίζεις θάλασσα

ή σπίρτο από οινόπνευμα.

Σβήσε με, άναψέ με.

            Αντώνης Σαμιωτάκης

 

---

            «Εκεί»

 

Ζητάω στο φως σου να γίνω σκιά,

ηχώ στην κραυγή σου,

για να πάω πιο μακριά…

ταξίδι στον κόσμο μαζί σου και μόνο,

ζητάω να ζω… αν κάπου με πάει,

εκεί που γεννάει το φως η χαρά!

Εκεί που αργοσβήνει τ’ ανθρώπου η θλίψη,

τ’ ανθρώπου ο πόνος,

εκεί που εσύ στέκεσαι τώρα παράξενος,

μα κι απίστευτα μόνος!

            Κατερίνα Ν. Κολυδά

---

            ΣάμοςΠυθαγόρειο

 

«Land for sale»

Πωλείται Γη.

Πινακίδα σε γλώσσα

ξένη,

καρφωμένη βαθύκαρδα

στους αμπλώνες με το μοσχάτο,

Αύγουστο μήνα.

Καια το Αιγαίο,

με γαλανές

πνοές να κυκλώνει

την Πυθαγόρεια

for sale γη.

            Χρυσάνθη Κακουλίδου

 

----

 

            Κομμάτι τόσο δα χρώμα

 

Τότε που έπαιζε ο ήλιος, έξω

με τη βροχή παιχνίδια. Θυμάσαι;

Είπες, όχι πολύ

κομμάτι τόσο δα

Έστω της ούγιας φάλτσο. Θέλεις

Να το φυτέψεις λαχταράς

λουλούδι. Στην αυλή σου

Να έρχονται να το γευτούν

Μέλισσες Πεταλούδες

Όλα τα χελιδόνια

Τις Κυριακές να έρχονται

παιδιά της γειτονιάς

Πόσο είπες ήθελες

Πόσο εγώ θέλω

Να γίνω σύννεφο

Να με διατρέχει ο ήλιος

Στα μάτια σου χρώματα.

            Αριστοτέλης Φράγκος

---

            Το χταπόδι

 

Μ΄ έχεις σκλαβώσει

είπε στον αιχμάλωτο.

Πρώτα με γέμισες λεφτά

με τις προβλέψεις σου

και τώρα θα μου κάνεις το τραπέζι.

 

Ξιδάτο ή ψητό;

Αναρωτήθηκε.

Κι άρχισε να χτυπάει αδυσώπητα

τον πρώην ευεργέτη του στο βράχο.

            Χάρης Μελιτάς

 
---
 

            Το φως

 

Με τη λαχτάρα της θάλασσας

Ακολουθήσαμε το φωτεινό άστρο

Η μέρα και το φως

Η νύχτα και το φως.

Στην όχθη της αμφιβολίας

Απλώσαμε τα χέρια μας

Να ψηλαφίσουμε τα σημάδια

Αιχμάλωτοι της δυσπιστίας μας

Μέσα μας ήταν φως!

Περάσαμε απ’ τα νερά της απόγνωσης

Εκεί που χάσαμε το μερτικό μας δίκιο

Κι απ’ την ευθύνη της χαράς περάσαμε

Μαζί ελευθερώσαμε τα αγριοπούλια.

Ο Άνεμος

Προσκυνητής στα κατάρτια μας

Μας ζήτησε να προσκυνήσουμε ο ένας τον άλλον

Ποιος άλλος;

Ποιος εγώ;

Μέσα μας είναι φως.

            Βασιλική Εργαζάκη

 

---

            Ανάμειξη

 

Το φως βλέπει μόνο το σκοτάδι

Μόνο το σκοτάδι είναι ορατό

Στο θρίαμβο του ήλιου

Οι άπειρες αποχρώσεις του γκρι

Χάνονται στην πλημμύρα της λάμψης.

 

Το σκότος διακρίνει μόνο το φως

Ζαλίζεται και τραυματίζεται στη θέα

Μυωπικά αγνοώντας τα στίγματα του γκρι

Στο μελανό μανδύα του.

 

Στο πάλεμα γλείφουν τις μορφές

Το γκρίζο γεννιέται και χάνεται

Στην πλάνη του ματιού.

   Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου

 

---

 

 

            Η βροχή

 

Απρόσκλητη απόψε ήρθε η βροχή,

Ξυπόλητη, γοργή και μοναχή

περπάτησε στους δρόμους

κι απ’ το παράθυρο προσπάθησε να μπει,

χωρίς να φοβηθεί, ιδιοκτήτες κι αστυνόμους…

Μα κι από μένα που ήμουν μοναχός,

δίπλα στο τζάκι του σπιτιού το αναμμένο,

ούτε συγγνώμη δεν εζήτησε να πει,

σαν οι ψιχάλες της μέσα απ’ την καπνοδόχο

απρόσκλητες σαΐτες δυνατές,

με χτύπησαν κι ήταν τόσο μανιασμένες…

            Κωνσταντίνος  Ρηγόπουλος

 

---

            Πειραιώτισσα

 

Ο Πειραιάς το αθάνατο λιμάνι

μες απ’ τα μάτια σου τα φλογερά

αστέ΄ρι άσβηστο να μαρτυρά

την Αγάπη μου για σένα

με τους χτύπους της καρδιάς

βγαίνοντας σεργιάνι.

 

Δραπετσώνα, Κοκκινιά και Ζέα,

κοντά σου πόσο ήτανε ωραία.

Πειραιώτισσά μου Χρυσαυγή,

στο νου μου σφράγισες μία σπάνια εποχή,

που όλα φάνταζαν ονειρεμένα.

 

Μες από την ονειρική σου τη ματιά,

Φρεαττύδα κι Αμφιάλη.

Γειτονιές γεμάτες νοσταλγία.

Ανυποχώρητες φωνές που ’χουνε φύγει πια,

μου λέν’ «σαν εσένα δεν είν’ άλλη».

            Κώστας Λιάκος

---

 

            Η εικόνα σου

 

Βλέπω την εικόνα σου

και χαμογελάω,

ανεβαίνω στα ψηλά,

στα ουράνιο πάω.

 

Αχ, αυτ’ η εικόνα σου

πως  με κυνηγάει,

πάντα βρίσκεται μπροστά

και με κυβερνάει

 

Αχ, αυτ’ η εικόνα σου

πως με βασανίζει,

χρόνια τώρα στο μυαλό,

ρόδα που γυρίζει.

 

Την γλυκιά εικόνα σου

πως την αγαπάω

φυλαχτό την έκαμα

και την προσκυνάω.

            Βέρα Η. Κλαρέβα

 

---

            Στο γελαστό παιδί

                   (Όνειρο)

 

Χθες βράδυ, σ’ είδα κι έλαμπες

σαν τον Αυγερινό!

Αχ! και να μη γινότανε

τ’ όνειρο αληθινό.

 

Γιατί είδα, μες στον ύπνο μου,

να μ’ αποχαιρετάς,

κι έσκυψα και σου φώναξα,

πώς φεύγεις και πού πας;

 

Πήγα να κάνω μιαν ευχή

τ’ όνειρο να ’ναι ψέμα,

και τότε εφάνη α λ ί μ ο ν ο,

του ποταμού… το ρέμα…

 

Ξάφνου, κοράκι το «μηδέν»

εφώλιασαν εντός μου,

και μες στο ρέμα αγνάντεψα

«το λείψανο του κόσμου»…

            Νίκη Μιχαήλ Κατσικάδη

 
---
 

            Αποδόμηση αιτίου-αιτιατού

                  (Στυγνός ρεαλισμός)

 

Με καταντήσανε λοιπόν

να κοιτάζω το κατάντημα

σαν να ’τανε εικόνα

που προσμένει το προσκύνημα.

Με καταντήσανε λοιπόν

να σκιαγραφώ το ασυνείδητο

της ποταπότητας και της κατήφειας.

Με καταντήσανε να ψάχνω σε σκουπίδια

να βρω τι απέμεινε από αχρείους.

Με σκιαγράφησα λοιπόν

σαν κάποια άλλη αχρεία ποταπή

«καταντημένη» πλήρως απαξία

για να έχω κι εγώ να λέω

πως κάποιος άλλος

κάποτε κι ίσως κι ΕΓΩ με τη σειρά μου

θα καταντήσω σε κάτι νέο

κάτι καινούριο και χαώδες

μια σκιά ενός αχαρτογράφητου λαβύρινθου

ή καλά-καλά ενός κάποιου γρίφου

που αποκλήρωσε τη λύση του αινίγματος

κάτι αλλόκοτα μυστήριο να είναι

αυτό το μετέπειτα «καινούριο»

να καταντούν και να ξεσπάνε αυτοί οι «Άλλοι».

Έτσι άλλωστε όλα βηματίζουν.

Αποπροσανατολισμένα και τυφλά.

Ίσως και τα τυφλά θεματικά

στοιχεία διαθέτουν καλύτερο

και μεγαλύτερο ορίζοντα προοπτικής

για κάτι που ποτέ κανείς δεν είδε

ποτέ δεν ένιωσε απτά

μα πάντα θα σκιαγραφεί

μες στην ψυχή του.

            Μαρία Γ. Τζανάκου

---

            Λευκή σελίδα

 

Μη μιλάς για τη ζωή σου. Αδιάφορο.

Άσε να καταλαβαίνουν ό,τι θέλουν!

Πάντα το «τώρα» έχει αξία, όχι το «πριν».

Το διαρκές παρόν δημιουργεί νέες εντυπώσεις.

Η λευκή σελίδα του, αύριο θα γραφτεί

με καινούρια συμβάντα ιστορίας.

            Σωσώ Πέτρου-Βλάσση

---

 

            Ρούχο παιδικό

 

Φεύγοντας ξέχασες εδώ

το πιο ζεστό παλτό σου

στο είχα πάρει τη χρονιά

που ’χαμε κάμποση σοδειά

να το φοράς τις Κυριακές

να είναι το καλό σου.

 

Θυμάμαι το καμάρωνες

κι εγώ κοιτούσα εσένα

τον Αϊ-Γιώργη μού ’μοιαζες

με κάθε βλέμμα μου ’ταζες

ούτε μου πέρναγε απ’ το νου

πως θα ’φευγες στα ξένα.

 

Μαζί πηγαίνατε σχολειό

μαζί στο καρδιοχτύπι

πότε στους ώμους σου ριχτό

πότε στη χούφτα σου συρτό

Τώρα πώς το χωρίστηκες;

Άραγε να σου λείπει;

 

Πάντοτε το ’χες συντροφιά

κι αχώριστό σου φίλο

έτσι ριγμένο στη γωνιά

πνέει του κορμιού σου ευωδιά

μη μου κρυώσεις νοιάζομαι

και πώς να σου το στείλω;

 

Ξέρω πως δεν το ξέχασες

μόν’ τ’ άφησες σε μένα.

Δεν πάει με τα κασμίρια σου

και μ’ όλα τα ζαφείρια σου,

χρυσάφια, ασήμια κι όλα αυτά

που θα φοράς στα ξένα.

 

Φόρα τα, γιε μου, τα χρυσά

φόρα τα φιλντισένια

Μέσ’ την ντουλάπα την παλιά

που όλο αναμνήσεις έχει πια

το ρούχο σου το παιδικό

θα καρτεράει εσένα.

            Κατερίνα Μακρή

 

---

            Τάνγκα

 

Έκκληση βουβή

της κατεχόμενης γης

βεβηλωμένα

 

μνημεία και εικόνες

άδειες οι εκκλησίες μας!

   Μαρία Περατικού-Κοκαράκη

 
---

            Ανέμελοι έρωτες

 

Πεσμένοι μπρούμυτα,

σε μια ψάθα από πλατανόφυλλα,

στρίβαμε το φλουρί του ήλιου

χαυνωμένοι απ’ το λιοπύρι του.

 

Ιδρώναμε και ξεϊδρώναμε

δεμένοι κόμπο,

σε στάχυα πλάι και σε άχυρα.

 

Αλλά ποιος νοιαζόταν;

 

Ούτε το φως της θημωνιάς μας έκοφτε

ούτε τα βάτα τα καψαλισμένα.

 

Γιατί είχαμε καπελαδούρα μας

τα λυτά σου μαλλιά.

Πατατούκα μας κάτι παλάμες

από μάλαμα.

Φλασκί δροσιάς μας

των χειλιών μας

τα πετροκέρασα.

            Χρήστος Σκιαδαρέσης

 

---

Μύριες οι νύχτες του χαμού

μύρια τα μεσημέρια

μύριες εκφάνσεις του σαλού,

μύρια τα καλοκαίρια.

 

Μύριες ασήμαντες τροπές

μύριες του νου οι γνώσεις

κατά του Είναι σου βολές

μύριες φορές θα δώσεις.

 

Μύριες στιγμές ενέδωσες

μύριες φορές εχάθης,

μύριες καρδιές αγάπησες

στον ουρανό ετάχθης.

            Διονύσης Δημάκος

 

---

            Χαϊκού

 

Ανθών ευωδιές,

τρίλιες και λαρυγγισμοί,

άνοιξης πνοή.

            *

Καλή σου μοίρα,

νύχτα ποτέ δε θα βρεις,

κοιμάται νωρίς.

            *

Αξίζεις τόσο,

όσο τα όνειρά σου,

ρίξ’ το στον ύπνο.

            *

Χτύπησ’ η κρίση

και τα ονειροτάξιδα,

οι ναύλοι ακριβοί

   Ηρώ-Χρυσάνθη Αλεξανδράκη

 

---

 

            Ζητείται κοσμιότης

 

Υπάρχουν κάποιοι συγγενείς

του πνεύματος και της ψυχής,

αρκούντως ολιγάριθμοι,

ισχνή μειοψηφία,

που εκτιμούν ως φαίνεται,

πολύ την ποίησή μου,

το μαρτυρά η στάση τους

και τα λεγόμενά τους.

Όμως η πλειονότητα,

είναι βουβή και παγερή,

προδήλως εκδηλώνοντας

την απαρέσκειά της.

Τους ενοχλεί η γλώσσα μου,

το ύφος ή το ήθος;

Την Ποίηση υπηρετώ,

με γνώμονα το ένστικτο

και την αισθητική μου,

και προ παντός με σεβασμό

κι αγάπη προς την γλώσσα.

Σε κάποιους ίσως (φαίνομαι)

όψιμος Δον Κιχώτης.

Συγγνώμη που δεν συνεργώ

στον εκχυδαϊσμό της!

            Χαράλαμπος Ν. Βασιλάκης

---

 

            Γνώση κι αλήθεια

 

Ποια είναι η αλήθεια;

Μπορούμε να τη μάθουμε;

Ίσως στο μέλλον

αλλά μετά θα ’ρθει το τέλος

καθώς θα φτάσουμε στο μέγιστο σημείο.

Από ’κει δεν υπάρχει δημιουργία

άρα ούτε και ζωή.

Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε

αυτήν ολοκληρωμένα

γιατί αν απομονώσουμε κάτι

για να το ορίσουμε,

τ’ άκρα θα πρέπει να τα εξηγήσουμε

σε σχέση με όλο το σύνολο της αλήθειας,

τ’ οποίο δεν έχει τέλος – ίσως για τώρα.

Έτσι κάθε φορά

για κάθε κομμάτι που θ’ απομονώσουμε

θα δίνουμε κάποιες «σωστές»

-για ‘μας- ερμηνείες.

Διότι δεν βρήκαμε ακόμη τα τελικά άκρα

για να κάνουμε από ’κει

την αρχή της γνώσης της αλήθειας.

Αυτό για να ζούμε στην κοινωνία

άνετα και με αξιοπρέπεια.

Αλλά οι απαντήσεις που δώσαμε

με τις δικές μας ερμηνείες

είναι όμοιες με αποκλίσεις

 - για τους κοινούς ανθρώπους,

σε σχέση με το χρόνο, το χώρο,

τη γνώση κι όλα τα συναισθήματα.

Τίποτα κοινό δεν υπήρξε ποτέ,

ούτε κι υπάρχει και θα υπάρξει.

Όπως δεν θα υπάρχει ποτέ

όμοιος και για κάθε άνθρωπο,

ακόμη κι ο ίδιος ο κλώνος του

θα ναι διαφορετικός.

 

Κάθε Βαβέλ γκρεμίζεται

κι όποια νικήσει,

θα τα καταστρέψει σίγουρα όλα.

            Θεμιστοκλής Κατσαούνης

 
---

            Οι αγωνίες μας

 

Αθύρωτη στιγμή του άπειρου χρόνου φαντάζει

τούτο το τρικυμισμένο απρόθεσμο παρόν,

διασκορπισμένο έτσι άναρχα τριγύρω,

σαν μια επαναγεννημένη παράνοια

μέσα στην απεραντοσύνη της αλλοτρίωσης.

 

Βαρύθυμες οι πεθυμιές, παρακεί ασάλευτες,

οι προσδοκίες άλαλες μέσα στην καταφρόνια

θυμίζουν, με αχνόφεγγο ήχο και λόγο,

την ανημπόρια της ανθρώπινης ψυχής

μέσα στην απογυμνωμένη θέλησή της.

 

Τι κι ανα ο συλλογισμός αναγερτός στο χάος

καταγράφει αβάρετα μια αλγηρή πορεία

αντίκρυ στο θαμπερό ανάχωμα της σιωπής,

αφού μικραίνει το φως την ώρα της αναθάρρησης,

όπως του ήλιου, όταν γέρνει το δειλινό να βασιλέψει;

 

Γι αυτό σε καλώ και σένα και σένα και σένα,

να συνοδοιπορήσουμε στο βάθος της αφρούρητης σκέψης,

την ώρα πριν βραδιάσει και χαθεί ολότελα το φως

και τότε, αλίμονο, θα χάσουμε τον δρόμο

στην καταχνιά της φθονερής ματαιότητας!

            Λευτέρης Γερόσταθος

 

---

            Άτιτλο

 

Μείνε λίγο ακόμα

μέχρι να φτάσει το χάδι

στην πέρα άκρη του κορμιού

εκεί που τελειώνει το σώμα

κι η αύρα σμίγει

με τ’ αστραφτερά σου χρώματα.

Ένα χάδι ακόμα σαν ζεστό νερό

στη μουδιασμένη πλάτη μου,

νάμα καυτό στα παγωμένα σωθικά μου.

Λίγο ακόμα.

Μέχρι να λειώσει το κερί,

Ν’ απλωθεί η ευωδιά απ’ τ’ αρώματα

στις κρυφές γωνιές, στις κουρτίνες,

στη σκόνη κάτω.

Μείνε μια φορά ως την πληρότητα,

ως την ψευδαίσθηση του «ανήκειν»,

ως τη στιγμή που στο ρολόι

θ’ ανατείλει η επόμενη μέρα

μαζί.

            Χρυσάνθη Κακουλίδου

 

---

 

Νεανικοί καημοί

 

Να χαρείς μη με κουράζεις

Ίνδαλμά μου άλλο πια

Κάνε λίγο πως αλλάζεις

Ήλθες να χαθείς ξανά;

 

Κάποτε σ’ είχα γνωρίσει

Αλλά σ’ έχασα νωρίς

Τώρα σ’ ηύρα, θα ’ρθει κρίση

Στην καρδιά μου, αν αρνηθείς.

 

Ίσως φαίνομαι αστείος

Κάτι τέτοιο ν\ ανασαίνω

Αλλά θα ’μουνα γελοίος

Δίχως λόγο να σωπαίνω.

Ήλθες φως μου μην μου φύγεις…

            Θανάσης  Ηλ. Μπαλταγιάννης

 

---

            Εκτός χρόνου και τόπου

 

Η ώρα της επιστροφής

στα κρυφά μας έφτασε

κι αφήσαμε πίσω μας

χρόνους εγωισμού.

Τώρα στην υδρόγειο του μυαλού

Χάρτης οι μνήμες

Στις χώρες του τότε

Στις πόλεις του κάποτε

Στο ταξίδι του χτες

Γυρίζει του μυαλού η σφαίρα…

 

Σ΄ ένα όχι

Σ’ ένα λάθος

Σ’ ένα τραύμα

Μια πληγή στο πουθενά

 

Κι είμαστε

Εκτός χρόνου και τόπου ξανά…

            Χριστίνα Καραγιάννη

 

---

 Ο Έρωτας το μαγικό αυτό αμάραντο βοτάνι, που ’βαλε στη χούφτα του ανθρώπου ο Θεός να το πίνει, και όμως να είναι διψασμένος!

Ο Έρωτας, εκεί που λίγο πιο πέρα παφλάζει, ανήσυχα ο Ωκεανός και καπό την άλλη μεριά η έρημος, καυτή ακόμη από τις τελευταίες ροδαλένιες ακτίνες της δύσης, που ιχνογραφούνται θαμπά στον ορίζοντα συντροφιά με ένα ασημένιο φεγγάρι… Ο Έρωτας, εκεί, που τα μαραμπού αυτήν την ώρα κοιμούνται, και μόνο πολύ-πολύ μακριά ακούγονται μέσα στην άπιαστη σιγαλιά οι φωνές και τα στριγκλίσματα απ’ τις ύαινες και τα αγρίμια που νυχτοπερπατούν για τον επιούσιον.

Ο Έρωτας, ο αιώνιος Έρωτας…

 

            ΒΛΑΖΙΑ ΦΑΪΔΑ
---
 

(Απόσπασμα από το βιβλίο της

            «Ερωτική απόδραση»


Μην πεις τίποτα,

άσε τα χέρια σου

στην αισθησιακή μαρτυρία

των δικών μου,

πρόσταξε τα χείλη σου

να γίνουν πιο τολμηρά.

Όποιος φοβήθηκε

την έκφραση της αγάπης

πέθανε με το όνειρο χαμένο

στην καρδιά.

Ακολούθα με

στους αδιάβατους δρόμους

χωρίς παλιννόστηση.

Στην κορυφή

των απλών επιδιώξεων

περιμένει καρφωμένο

το φεγγάρι που σου ’ταξα.

Βοήθα με

να στο χαρίσω.

            Κική Σεγδίτσα

 

---

 (Απόσπασμα από «Μυχιοθήκη»


Έχει έναν κρυστάλλινο ήχο

κρυμμένο

στο βαλιτσάκι των ονείρων του

και κάτι θρυμματισμένες νότες

μπλεγμένες

στις συγχορδίες των μαλλιών του…

 

και οι διέσεις των ματιών του,

συμπαντική συμφωνία

στους πεινασμένους λαβυρίνθους

των αφτιών μου.

            Νίκη Βλάχου

---

 

«ΣΑΡΑ»

 

Ελάχιστα γνωρίζω για σένα.

Διάβαζες ίσως με κερί αναμμένο…

Η ομίχλη μπαίνει στις σελίδες μου.

Στο απέναντι σπίτι άναψαν το φως.                

Στον ουρανό άναψαν τα άστρα.

13 ετών, νεκρή,

από αναθυμιάσεις μαγκαλιού.

Στο τραπέζι απλωμένα τα βιβλία σου.

Ύστερα βράδιασε ξαφνικά

στο άδειο δωμάτιο…

Από μικρή φοβόμουν

τους θανάτους στα παραμύθια.

Εκείνο «το κοριτσάκι με τα σπίρτα»

στο λαμπερό δρόμο

γεμάτο βιαστικούς πολυάσχολους ανθρώπους....

Ελάχιστα γνωρίζω για σένα.

Ίσως πολλές οικογένειες δεν είχαν

ρεύμα και τότε…

Ελάχιστα γνωρίζω για το κοριτσάκι..

Ίσως και η δική του άνεργη μητέρα

ήταν ανθρωποκτόνος από αμέλεια…

Ελάχιστα γνωρίζω για την ψυχική οδύνη

της κάθε μητέρας χωρίς παιδί.

Πού αρχίζει ο ανθρώπινος πόνος, Σάρα;

Πού τελειώνει;

Ελάχιστα γνωρίζω για το δρόμο

που πήρε ο άγγελος πετώντας προς το φως.

Είμαι σίγουρη όμως ότι βρισκόταν

μαζί σου στο σκοτεινό δωμάτιο

και μύριζε γιασεμιά ο ουρανός....

Καλό ταξίδι, Σάρα.

Αυτός ο κόσμος θα αλλάξει κάποτε.

Και τότε ίσως βγεις απ’ τις σελίδες μου…

Πού αρχίζει η ομίχλη, Σάρα;

Πού αρχίζει το φως;

Πού σε πηγαίνει; Πού μας πηγαίνει;

            Μαρία Νεφέλη Μαρκοπουλιώτου