Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΌΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΎΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ


ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ «ΚΑΘΗΡΗΜΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙΑ»

 

Του Χρήστου Σκιαδαρέση
Φιλολόγου
Μεταπτυχιακού αποφοίτου της Ιστορίας της Φιλοσοφίας

 

Η Παναγιώτα Χριστοπούλου - Ζαλώνη είναι μία από τις κορυφαίες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ελλάδας και, σίγουρα, απ’ τις σπουδαιότερες εκπροσώπους της γενιάς της. Μια γνήσια θεραπαινίδα της ποίησης, μια πρωθιέρεια των ελληνικών γραμμάτων. Κι αυτό που λέγεται δεν αποτελεί μια μεγαλόσχημη διατύπωση, αλλά την αποτύπωση μιας αλήθειας πέρα για πέρα πραγματικής.

Στην εξαγωγή τούτης της διαπίστωσης δεν συνηγορεί μόνο το γεγονός ότι έχει γράψει δεκάδες αξιόλογα βιβλία (εξήντα-επτά τον αριθμό), ποσότητα ουδόλως αμελητέα, ίσα ίσα, το ακριβώς αντίθετο θα τολμούσα να ισχυριστώ, καθώς η ποσότητα αυτή προκαλεί ένα αληθινό δέος όχι μόνο για το μέγεθός της, αλλά πολύ δε περισσότερο για την υψηλή και απαράμιλλη ποιότητά της ˙ πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια λογοτέχνιδα που, ουσιαστικά, έκανε την εκτίναξή της στα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας, κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία, γεγονός που όχι μόνο εντυπωσιάζει στο πρώτο του άκουσμα, αλλά θα μπορούσε να θεωρηθεί και ολίγον τι εξωπραγματικό για τα συνήθη δεδομένα ενός μέσου ποιητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όσο χαρισματικός και αν υπήρξε ποτέ αυτός.

Το πόσο εξέχουσα λογοτέχνις είναι δεν πιστοποιείται ούτε μόνο απ’ την εξίσου εντυπωσιακή επισήμανση ότι έχει τιμηθεί με τις ύψιστες διακρίσεις πανελλαδικώς και παγκοσμίως. Αν, δηλαδή, η Ζαλώνη κατέκτησε την κορυφή του ποιητικού Ολύμπου, αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνέβη επειδή, πρωτίστως, άφησε εντονότατο το στίγμα της στα ποιητικά πράγματα της χώρας. Ήταν τόση η νέα πνοή που προσέδωσε στη νεοελληνική ποίηση η μεγάλη αυτή εργογράφος, που κατόρθωσε να ανανεώσει την ίδια της την ποιητική έκφραση με μόνο κι αποκλειστικό όπλο τη μανιέρα της. Και το ισχυρίζομαι αυτό, διότι, καταρχάς, ο οποιοσδήποτε σχολαστικός αναγνώστης ή κριτικός εντρυφήσει στη μελέτη του corpus της, το πρώτο πράγμα στο οποίο θα κοντοσταθεί ευθύς εξαρχής είναι ο άκρως ευρηματικός τρόπος που γράφει και εκφράζεται η εν λόγω ποιήτρια. Τα στιχουργήματά της μιλάνε απευθείας στην καρδιά μας. Δεν πλήττεις ποτέ με την ποίησή της Ζαλώνη. Τα ποιήματά της είναι πραγματικά υποδείγματα γλωσσικής κομψότητας και μουσικής ευλυγισίας. Και θεωρώ ότι θα εκτιμηθεί σίγουρα η ανανεωτική της συμβολή από τους κριτικούς λογοτεχνίας, αν αυτό δεν έχει ήδη ξεκινήσει να γίνεται. Ένα, πάντως, είναι πανθομολογούμενο και σίγουρο. Ότι η Παναγιώτα Ζαλώνη είναι απ’ τους ελάχιστους λογοτέχνες που έκανε την ποίηση μεράκι της. Σε βαθμό που τη βοήθησε να αντέξει τόσο στις καλές εποχές  της χώρας, σ’ αυτές δηλαδή που προηγήθηκαν, όσο και στις κακές, αυτές που διάγουμε σήμερα. Μ’ άλλα λόγια, έχει δοκιμαστεί η ποίησή της και στα εύκολα και στα δύσκολα. Έχει βαστάξει, έχει κρατήσει και βρίσκεται πάντα στην πρώτη γραμμή της λογοτεχνικής επικαιρότητας. Και ετούτη είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να περάσει από κανέναν απαρατήρητη. 

Ένας απ’ τους λόγους που εξηγεί επαρκώς τους διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς που της αποδίδονται κατά καιρούς είναι ότι η Ζαλώνη ενδιαφέρεται -μέσα απ’ τα τεχνουργήματά της- να κατανοήσει πρωτίστως τον ίδιο τον άνθρωπο, την ουσία της φύσης του, την άβυσσο της ψυχής του, τις αδυναμίες και τις αναλλοίωτες αξίες του, τα πάθη του και τις αρετές του, έννοιες που τις επεξεργάζεται σε μεγάλο βάθος, τις ιχνηλατεί και τις σμιλεύει,  για να υπεισέλθει στα άδυτά τους, προσδοκώντας να φέρει στο φως όλα όσα κρύβονται κάτω απ’ την επιφάνεια, να καταστήσει φανερά τα αφανέρωτα και ορατά τα αθέατα για τους πολλούς ˙ μέσα απ’ την ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, η Ζαλώνη μπορεί εύκολα να καταδύεται και στα ενδότερα της δικής της ύπαρξης, ευελπιστώντας ίσως πως, κάποτε, μέσα απ’ την άκρως δημιουργική της αυτοπαρατηρησία, να καταφέρει να αποκαλύψει και η ίδια τις κρυμμένες δυνάμεις που διατηρούσε για χρόνια ανενεργές, ώστε να μπορέσει να τις αναδείξει ξανά στο προσκήνιο και να τις αξιοποιήσει, επιτέλους, και προς την κατεύθυνση της δικής της αναγέννησης, και προς την κατεύθυνση της εκ νέου αναδόμησης της κατακερματισμένης της ζωής. Ας μου επιτραπεί η άποψη, λοιπόν, ότι, για τούτο ακριβώς το λόγο, είναι απ’ τις ελάχιστες ποιήτριες που έκανε αξίωμα της ποιητικής της το «ένδον σκάπτε» του Χίλωνα ή το «γνώθι σαυτόν» του Σωκράτη.

Μεταξύ άλλων, η Παναγιώτα Χριστοπούλου - Ζαλώνη διαθέτει ένα εντελώς μοναδικό και ξεχωριστό προσωπικό ύφος γραφής. Εκτός από το πάθος απ’ το οποίο διακρίνεται, η γραφίδα της είναι και αρκετά ρωμαλέα. Και αν αποδεχόμαστε ότι η γραφή λειτουργεί κι ως ο κατεξοχήν πληρεξούσιος του χαρακτήρα μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η Ζαλώνη είναι ρωμαλέος χαρακτήρας και η ίδια. Η Ζαλώνη, λοιπόν, καινοτομεί , αφού μεριμνά για ύφος και πράττει ύφος. Δεν γράφει απλώς ποίηση, υποβάλλει ψυχικές διαθέσεις. Τα στιχουργήματά της αποτυπώνουν, άλλοτε απροκάλυπτα άλλοτε υποδόρια, άλλοτε απ’ την καλή κι άλλοτε απ’ την ανάποδη, τη θερμοκρασία και την υγρασία των συναισθημάτων της, των κυμαινόμενων διαθέσεών της. Τα ποιήματά της πάλλονται από το λικνιστικό κυμάτισμα του ρυθμού, από ήχους μελωδικούς κι από έντονες εναλλαγές ύφους και εικόνων. Η Ζαλώνη έχει, αν μη τι άλλο, αναπτύξει μια εντελώς δική της, προσωπική, ακόμη και ερωτική, θα τολμούσα να πω, σχέση με την ποίηση, καθώς μεταχειρίζεται μία ξεχωριστή, χαμηλόφωνη και συναισθηματική ιδιόλεκτο, που χαρακτηρίζεται από ποικιλότροπες μίξεις και συζεύξεις, από πρωτότυπους λεκτικούς συνδυασμούς. Οι στίχοι της είναι όλο κίνηση και χρώμα, συναισθηματικές μεταπτώσεις και ψυχικές επιπλοκές. Στιγμές στιγμές δε είναι τόσο παρορμητική και χειμαρρώδης που θαρρείς ότι οι λέξεις της παράγουν σπινθήρες, πόθους καρδιακούς, καημούς βασανιστικούς κι αδιάκοπες συγκρούσεις.  Πάντως, της Ζαλώνη , ούτως ή άλλως, ποτέ δεν της άρεσε η ακινησία και το τέλμα, η στασιμότητα και η απραξία. Κάθε της διανόημα, κάθε της σύλληψη τα έντυνε και τα ντύνει με πρωτόφαντη χάρη, με παραστατική μεγαλοπρέπεια. Οτιδήποτε φωλιάζει μέσα της και κρυφοβοσκάει τα σπλάχνα της, η Ζαλώνη το ανασύρει στην επιφάνεια ολοζώντανο, με τα ατόφια χρώματά του, τη δροσιά του, τον κρουστό του ήχο, την πικρόγλυκη γεύση του.

Ο ποιητικός λόγος της Παναγιώτας Ζαλώνη είναι προικισμένος και με μια σπάνια σκηνοθετική δύναμη. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι στα περισσότερα ποιήματά της ρεμβάζει μέσα από ένα εξωπραγματικό, σχεδόν ονειρικό σκηνικό, που έχει μεγαλόπρεπα στήσει η ίδια. Η Ζαλώνη έχει σκηνοθετήσει κι ένα είδος υπαρξιακής δίνης, μέσα στο οποίο περιελίσσεται, βυθίζεται, χάνεται, αναφύεται και πάει λέγοντας, καταδεικνύοντας εξίσου το πόσο ικανή είναι είτε στο να αναπαριστά με χρώματα γλαφυρά τα βιωματικά της αδιέξοδα είτε στο να αποδίδει με τρόπο ανάγλυφο την τραχύτητα των δοκιμασιών στις οποίες την έχει υποβάλλει ουκ ολίγες φορές η σκληρή συμβατικότητα γύρω της. Εξάλλου, κι ως άνθρωπος, η Ζαλώνη αντιμετωπίζει τη ζωή σαν θεατρική πράξη. Στην ορχήστρα της ζωής της, που έδωσε τόσες και τόσες παραστάσεις πετυχημένες, ετοιμάζεται, όπως χαρακτηριστικά μαρτυρά κι η ίδια σε διάφορα ποιήματά της, να «παίξει την τελευταία της παράσταση», πριν πέσει μια για πάντα «η σκοτεινή αυλαία».

Άλλος ένας πρόσθετος λόγος που καθιστά την ποίηση της Ζαλώνη άκρως καινοτόμα και πρωτοποριακή είναι ότι συνυφαίνει και υπερβαίνει διαδοχικά το φάσμα των ρευμάτων του Συμβολισμού από τη μια και του Υπερρεαλισμού από την άλλη, συναρμόζοντας έντεχνα το φαντασιακό – ονειρικό με τη μνήμη και την αυτοβιογραφία με τη μυθοπλασία. Προκαλεί δε μεγάλη εντύπωση το πόσο εύκολα ταλαντώνεται και συμπτύσσεται, παραληρεί και αυτοαναιρείται, ωραιοποιεί και αποκαθηλώνει, εξιδανικεύει και απομυθοποιεί καταστάσεις, ανθρώπους , συναισθήματα. Αυτή δε η διαπίστωση προσφέρει με τη σειρά της ένα πολύ καλό «πάτημα», προκειμένου να μεταβούμε και σε ένα άλλο θαυμαστό «επίτευγμα» της Ζαλώνη ˙ τα βιβλία της -και πολύ δε περισσότερο τα «Καθηρημένα αστέρια» (εκδόσεις Βεργίνα, 2013)- μοιάζουν με τα περιστρεφόμενα αναλόγια, σαν αυτά που έχουν οι ψάλτες στην εκκλησία. Και το λέω αυτό, διότι στον πυρήνα τους περιλαμβάνουν μια αξιομνημόνευτη ποικιλία από θεμελιώδεις έννοιες, από επαναλαμβανόμενα και αλληλοαναιρούμενα μεταξύ τους θεματικά μοτίβα. Όποιος διαβάσει τις ποιητικές συλλογές της Ζαλώνη και δη την επιτομή όλου του έργου της, που, κατά τη γνώμη μου πάντα, είναι τα «Καθηρημένα αστέρια», δεν θα ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει. Από τη μια πλευρά της πλάστιγγας συναντάς έννοιες με αρνητικό πρόσημο, όπως την απουσία, τη στέρηση, τη μνήμη, τον θάνατο, το υπαρξιακό κενό, την καρτερική απαισιοδοξία, τη ματαιότητα, τη διάψευση, τη μελαγχολική ρέμβη, τη φθορά και από την άλλη πλευρά της πλάστιγγας αλιεύεις έννοιες με θετικό πρόσημο, όπως την αγάπη -που η Ζαλώνη την παρέχει ανιδιοτελή και πλουσιοπάροχη, σε όποιον της τη ζητήσει, μιλάμε για καντάρια αγάπης, αφειδώλευτης και πηγαίας- την ελπίδα, την πίστη (ΥΓ. Σημειωτέον ότι η αγάπη, η ελπίδα και η πίστη είναι οι τρεις έννοιες- κλειδιά που βοηθούν έναν χριστιανό να ανοίξει τις νοητές πύλες, για να εισέλθει στην Άνω Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με το ορθόδοξο χριστιανικό κοσμοείδωλο, γεγονός που, επίσης, καταμαρτυρεί το πόσο επηρέασε η Ορθοδοξία την γραφή και την εν γένει πνευματικότητα της Ζαλώνη), τη φαντασία, τον εξαγνισμό, την αυτοκάθαρση, την ανεκπλήρωτη ευτυχία, τον ανέγγιχτο, εξιδανικευμένο έρωτα, τον διάχυτο, αρχετυπικό και υψιπετή ερωτισμό.

Το άξιο λόγου, φυσικά, δεν είναι μόνο ότι συμπεριέλαβε τόσα πολλά κι αντικρουόμενα θεματικά μοτίβα στην ποίησή της όσο ότι τους προσέδωσε διαστάσεις κοσμογονικές. Και εξηγούμαι. Όλα τα παραπάνω μοτίβα τα μεταμόρφωσε με τη σμίλη της, σε βαθμό ώστε τα εφήμερα να μοιάζουν με αιώνια και τα αιώνια με εφήμερα. Τις ατομικές της εμπειρίες τις κατέστησε βιώματα καθολικά και διαχρονικά. Τα πιο απλά πράγματα, η Ζαλώνη τα γενικεύει και τα προεκτείνει. Τα εξωτερικά αντικείμενα τα μεταβάλλει σε σύμβολα. Όμως, αυτό που την αναβιβάζει στα μάτια μας ως ποιήτρια και τη μεταρσιώνει σε σφαίρες ανώτερες και προεξάρχουσες είναι η προσφιλής τακτική της να σιωπά φωναχτά και να φωνάζει σιωπηρά. Η Παναγιώτα Ζαλώνη είναι απ’ τις ελάχιστες ποιήτριες της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θρηνεί βουβά. Χαρακτηριστικά, αρέσκεται -όσο κανείς άλλος- είτε στο να φωτίζει τη δύναμη της ανθρώπινης αδυναμίας είτε στο να εστιάζει στην αδυναμία της ανθρώπινης δύναμης. Και το πετυχαίνει αυτό με έναν τρόπο μοναδικό. Διαβάζοντας τους στίχους της Ζαλώνη, δεν ξέρεις αν τελικά ο θάνατος είναι η πραγματική ζωή (ή, καλύτερα, η δίοδος προς την πραγματική ζωή) ή αν η ζωή που ζούμε είναι ισοδύναμη του θανάτου, είτε λόγω των ανυπέρβλητων ψυχολογικών αδιεξόδων που συνεπάγεται είτε λόγω των διαδοχικών ματαιώσεων και διαψεύσεων που μας επιδαψιλεύει.

Ένα ακόμη συγκριτικό πλεονέκτημα που εντοπίζει κάποιος προσεκτικός μελετητής του έργου της Παναγιώτας Χριστοπούλου – Ζαλώνη  είναι τα τοπία της ποίησης που εφευρίσκει, για να ξεδιπλώσει, μέσα από αυτά, τις απογοητεύσεις της, τις απογνώσεις της, τις διαψευσμένες προσδοκίες της, τις ελλοχεύουσες ελπίδες της. Τα ποιήματά της είναι απανθίσματα από θρυμματισμένες μνήμες, ερωτικά σπαράγματα, δραματικές κορυφώσεις, παραφορές. Απ’ τα ορυχεία της ψυχής της ανασύρει, κυρίως, λογιών λογιών ερωτικά κτερίσματα, που τα καταγράφει ένα προς ένα και μας τα εκθέτει, με το σεβασμό που επιδεικνύει ένας αρχαιολόγος, όταν η σκαπάνη του βρεθεί ενώπιος ενωπίω με έναν ανυπολόγιστης αξίας αρχαίο θησαυρό. Πάντως, εκείνο που θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ως απαύγασμα της θεώρησης του έργου της Ζαλώνη είναι ότι τα ποιήματά της, στο σύνολό τους τουλάχιστον, είναι τοπία μνήμης, τοπία φευγαλέας διάθεσης και, ενίοτε, χιμαιρικής ενατένισης. Είναι μικρά μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού της που τα περισυνέλεξε από τις προθήκες των εμπειριών και των βιωμάτων της, από τους κάδους -ας μου επιτραπεί η χρήση αυτής της αδόκιμης και άκρως αντιποιητικής λέξης- της πεζής και τετριμμένης της καθημερινότητας, για να μας τα μεταγγίσει με απεριόριστη εκτίμηση και, φυσικά, με μία άνευ προηγουμένου έντονη και «φιλτραρισμένη» στοχαστική διάθεση.

Ποτάμι ασίγητο κι αστείρευτο η φαντασία της Παναγιώτας Ζαλώνη. Τέτοια που της επιτρέπει να δανείζεται τα υλικά του αισθητού κόσμου και να τα μεταπλάθει σε ποιήματα. Μ’ άλλες λέξεις, η Ζαλώνη παίρνει στοιχεία από τη γήινη πρώτη ύλη, για να συγκροτήσει τα παραμύθια της. Αν, φερειπείν, προσέξει κανείς πώς γίνεται στα χέρια της ποιήτριας η απελπισία μαγιά, το πιο ιδανικό προζύμι για να ζυμώσει τα στιχουργήματά της, τότε είναι σίγουρο πως θα κατανοήσει πολύ καλύτερα το αξιέπαινο του όλου εγχειρήματος. Και μια που μιλάμε για «ασίγητες φαντασίες» και «παραμύθια», καλό θα είναι να παραλληλίσουμε τα ποιήματά της με καταγραφές σε σελίδες προσωπικού ημερολογίου. Η Ζαλώνη, στα «Καθηρημένα αστέρια» τουλάχιστον, προβαίνει σε μια ανακεφαλαίωση της ζωής της, σε μια ανασκόπηση, γεμάτη από ερωτικές στιγμές περιπάθειας, απογοητεύσεις και αέναη κυκλοθυμικότητα. Όλα μέσα της αναδομούνται και ιεραρχούνται ξανά και ξανά, όλα μέσα της μένουν συγκεχυμένα και ρευστά. Επικρατεί μια συνεχής παράταξη και αλληλοδιαδοχή υποβλητικών συναισθημάτων και συνειρμών, που λειτουργούν άλλοτε υπόγεια κι άλλοτε φανερά, άλλοτε συνυποδηλωτικά κι άλλοτε αναφορικά. Γι’ αυτό, άλλωστε, κι η ποίησή της μοιάζει άλλοτε φτερωμένη και ανάλαφρη κι άλλοτε χυμώδης και παρορμητική, άλλοτε λεπταίσθητη κι έκδηλα τρυφερή κι άλλοτε, πάλι, τεθλιμμένη και άκρως εξομολογητική, άλλοτε πηγαία κι άλλοτε διυλισμένη, άλλοτε λιτή και δωρική κι άλλοτε περίτεχνα επεξεργασμένη, άλλοτε εμβατήριο χαράς και λύτρωσης κι άλλοτε θρηνητικό άσμα και ελεγεία.

Στο έργο της Ζαλώνη κυριαρχεί σε πρώτο πλάνο η επικοινωνία της μ’ ένα δεύτερο πρόσωπο, με ένα ποιητικό «εσύ» (που δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι ο πραγματικός αποδέκτης της ποιητικής της συλλογής και όχι εμείς, οι αναγνώστες), επικοινωνία που, όμως, η πραγματικότητα τής την αρνείται πεισματικά και επίμονα. Η Ζαλώνη μάχεται να επικοινωνήσει με τον διαψευσμένο, τον ανεκπλήρωτο, τον ανέγγιχτο, τον απροσπέλαστο, τον απρόσιτο, τον αδικαίωτο, τον ουτοπικό, τον εξιδανικευμένο της έρωτα. Αυτή η απόπειρά της είναι και το πρωταρχικό, το κυρίαρχο ζητούμενο στην ποίησή της και, πιθανόν, και η βασικότερη αιτία της θλίψης της. Και, παρά το γεγονός ότι η Ζαλώνη αρέσκεται να δείχνει ή να υποδύεται την ανυπόταχτη φύση και τη ρωμαλέα, την επαναστατική και την ασυμβίβαστη, στα έγκατα της ψυχής της πάλλεται και αναριγεί ακαταπαύστως η άσβεστη επιθυμία της για τον πρωταγρίκητο, τον εξαγνισμένο και ασύλητο -από φτηνούς εκχυδαϊσμούς- έρωτα, αφού και η ίδια παραδέχεται πολλάκις ότι νιώθει ανυπεράσπιστη και ευάλωτη στα βέλη του και, μάλιστα, τόσο ευάλωτη που έχει πάψει πλέον να τρέφει φρούδες ελπίδες ή ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να συμφιλιωθεί αναίμακτα μαζί του ή, έστω, με την ιδέα της προσδοκίας ότι, κάπου πριν το τέλος, θα δικαιωθούν οι διακαείς της πόθοι και θα απολαύσει το όνειρο έτσι όπως ποτέ της στο παρελθόν δεν το απόλαυσε. Πάντως, εμμένει να τονίζει εμφατικά ότι αυτός ο πλατωνικός, ο πνευματόμορφος, ο άυλος έρωτας είναι η μόνη απόλυτη αξία που δίνει νόημα στην επίμοχθη επίγεια ζωή της καθώς και το όποιο διέξοδο στις υπαρξιακές ανησυχίες της. Αισθάνεται, δηλαδή, ότι την ευεργετεί τόσο που την υψώνει, την εμψυχώνει και την μεταρσιώνει σε ουρανούς λυρισμού. Μέσα απ’ τον καθαγιασμό του ερωτικού της συναισθήματος, η Ζαλώνη αποπειράται, ουσιαστικά, να ξαναζωντανέψει τη διαψευσμένη αγάπη. Και ίσως, τελικά, η όλη συναφής ποιητική της διάθεση και δημιουργία να είναι αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της αγάπης, αυτής ακριβώς της σχέσης εξάρτησης που έχει αναπτύξει μαζί της, αυτής της έλξης.

Η Ζαλώνη, όμως, έχει κι άλλες εμμονές. Θέλει να δραπετεύσει απ’ τα στεγανά αυτού του μάταιου κόσμου. Να εξέλθει απ’ τα δεσμά του, απ’ το καθεστώς αιχμαλωσίας στο οποίο έχει περιπέσει. Τη Ζαλώνη την πνίγουν η συμβατικότητα, η αλυσιτελής καθημερινότητα, το χάος που την στοιχειώνει παντού -στις σκέψεις της, στα όνειρά της, στις προδιαθέσεις της- οι βαθύτερες ανησυχίες της, τα πάθη της, τα απωθημένα της, οι παροπλισμένοι πόθοι της. Έτσι όπως εκτυλίσσεται και αποτυπώνεται η ζωή της στα ποιήματά της, μπορεί εύκολα να συνάγει κάποιος ότι η ποιήτρια νιώθει ένα τεράστιο βάρος να την καταδυναστεύει, ότι συνταράχθηκε τόσο απ’ τα προσωπικά της βιώματα που, εντελώς αβασάνιστα και απροκάλυπτα, τα αναγορεύει σε ατομικά δράματα ή τα παραλληλίζει με σκηνές από την Αποκάλυψη. Η Ζαλώνη δεν μπορεί να εγκλιματιστεί άλλο σε αυτό τον κόσμο. Νιώθει φύσει και θέσει αντικομφορμίστρια, εξ ου και επιλέγει, τελικώς, να αντισταθεί, να παλέψει, να δημιουργήσει ένα δικό της φαντασιακό σύμπαν, μήπως και ξεκλέψει λίγες στιγμές ανεμελιάς, μήπως και βρει τη δύναμη να ανασυγκροτήσει το χαμένο χρόνο, δυνατότητα που, απ’ ό,τι φαίνεται, επίσης δεν της πρόσφερε ο συμβατικός χρόνος της πραγματικότητας. Ένα είναι σίγουρο, ωστόσο ˙ ότι δε ζητάει χάρες, αλλά μάχεται αξιοπρεπώς να βρει τα πολύτιμα κομμάτια της ψυχής της που της τα έχουν υφαρπάξει και που, χωρίς αυτά, νιώθει άδεια και απογυμνωμένη. Αναζητά, έστω και ματαιόσπουδα, να πάρει πίσω την κλεμμένη της ευτυχία, να εκπληρώσει όλους εκείνους τους ανικανοποίητους πόθους που ενεδρεύουν στο θυμοειδές της, όσο κι αν «ο νόμος της φθοράς μοιάζει στο τέλος να είναι ο μεγάλος νικητής» και να ματαιώνει την οποιαδήποτε ύστατή της προσπάθεια.  

Όπως και να’ χει, όμως, εκτός από τα προσόντα της διεισδυτικής ψυχογράφου, της εντυπωσιακά πολύτροπης και γλωσσικά πάνοπλης λογοτέχνιδας, η Ζαλώνη, στο τέλος  τέλος, κατορθώνει να ξεχωρίζει και για άλλο ένα της μοναδικό προτέρημα ˙ ότι, εν προκειμένω, οικονομεί το κάθε τι, πετυχαίνοντας να μη φθείρει ποτέ τον εαυτό της, να μην τον σκορπά -ούτε κατά διάνοια- σπάταλα, άρα και να μην τον μαδά. Πρόκειται, άλλωστε, για μια μπαρουτοκαπνισμένη ποιήτρια, μια μαραθωνοδρόμο της ζωής, που έχει καεί τόσες φορές στο χυλό, σε βαθμό που να μην τη φοβίζει καμία απροσδόκητη ανατροπή στη ζωή της πλέον. Η ειλικρίνεια και το πάθος της να ζήσει τα όνειρά της, όσα της στέρησαν τα χτυπήματα μιας άγριας μοίρας, μιας άδικα χαμένης ζωής, σπονδυλώνουν την αμετροεπή λαχτάρα της για λύτρωση, την άγρια κραυγή πόνου και διαμαρτυρίας που αρθρώνει μέσα στην άβυσσο της απόγνωσής της. Έτσι, μιλάει και εκφράζεται ανοιχτά, δεν λιποταχτεί, παρά τους φόβους της, δεν ολιγωρεί ούτε λεπτό, βρίσκει τη δύναμη να ορθώσει ανάστημα, γι’ αυτό και ρίχνει τις μάσκες, αποφεύγει να εκφράζεται υπαινικτικά, δεν οχυρώνεται πίσω από τα στερεότυπα και τους ενδοιασμούς που την περιχαράκωναν στο μεγαλύτερο διάστημα του βίου της, δεν αγκιστρώνεται πίσω από συγκεκαλυμμένες διαθέσεις, απεναντίας γίνεται ηφαίστειο, λάβα που ξεχειλίζει από διάθεση ζωής, να σώσει όπως – όπως το αγιοκέρι της ψυχής της από την άγρια φωτιά της φθοράς και του θανάτου που απειλεί να το λιώσει. Ίσως αυτός να είναι και ένας επιπλέον λόγος που η σπουδαία αυτή ποιήτρια επιλέγει να γράφει με τα μάτια, με την ψυχή, με την καρδιά αλλά όχι με το χέρι. Ίσως, γι’ αυτό και οι στίχοι της μοιάζουν με ψαλμούς, με κραυγές, με λυγμούς και με οιμωγές, βρόχινες οιμωγές, ανακατεμένες με δάκρυα και διάχυτο ελεγειακό τόνο, που διαπερνούν την επιδερμίδα μας και μουσκεύουν από πάνω ως κάτω την ψυχή μας.

Εστιάζοντας δε λιγάκι περισσότερο την προσοχή μας στο ανυπέρβλητο και μοναδικής λογοτεχνικής αξίας επιστέγασμα των έργων της, την ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Καθηρημένα αστέρια», θα εκπλαγούμε ακόμη μία φορά από τα πολυποίκιλα κεντρικά διδάγματα που η ποιήτριά μας εξάγει μέσα από την γόνιμη επισκόπηση των προσωπικών της εμπειριών και παθημάτων. Τα απαριθμούμε με τη σειρά που τα εντοπίσαμε:

-Τα όνειρα των ποιητών μοιάζουν με βαγόνια που δεν φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους, με κομμάτια συλλεκτικά που απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο στους εραστές του ωραίου και του ανέφικτου.

-Οι κανόνες της λογικής και οι άφθαρτοι νόμοι είναι οι κατεξοχήν παράγοντες που ευθύνονται για τη μαυροσέλιδη όψη του βιβλίου της μοίρας των ανθρώπων.

-Η ανιδιοτελής αγάπη και η συγχωρητικότητα δεν βρίσκουν σχεδόν ποτέ ανταπόκριση από τον συνάνθρωπο.

-Όλες οι βαθύτερες αναζητήσεις της ποιήτριας αποδείχτηκαν σκέτη ουτοπία, αφού στη ζωή της δεν είχε ποτέ καθοδήγηση, ούτε εισέπραξε ποτέ της κάποιο ευεργετικό αντίλυτρο, για όσα πόθησε και, εν τέλει, δεν απέκτησε.

-Η αγάπη πάντοτε πεθαίνει, όταν στερεύει από συναισθήματα.

-Ένας έρωτας που δεν ολοκληρώνεται, αφήνει πάντοτε μια αίσθηση αρκετά οδυνηρή, μια βαριά κληρονομιά στην καρδιά και την ψυχή.

-Η φαντασία και το όνειρο είναι οι καλύτερες ασφαλιστικές δικλείδες, τα πιο έμπιστα, τα πιο εχέμυθα καταφύγια για όλους εκείνους που έχουν βιώσει τον πόνο, τη διάψευση και τη ματαίωση στον επίγειο βίο τους.

-Όλη της τη ζωή, η ποιήτρια ανέμενε την εμφάνιση ενός ανέλπιστου θαύματος, που, ωστόσο, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

-Αισθάνεται δικαιωμένη που ποτέ της δεν παρασύρθηκε από τις πρόσκαιρες σαρκικές απολαύσεις, ότι έμεινε απαρασάλευτα προσηλωμένη στον πλατωνικό, αρχετυπικό της έρωτα, ότι διατηρήθηκε αγνή και άσπιλη, τόσο που κρίθηκε άξια κι απ’ τον ίδιο το Θεό.

-Θλίβεται απ’ τη διαπίστωση ότι, στην ηλικία που περιδιαβαίνει τώρα, τα συναισθήματά της έχουν ατονήσει και τα όνειρά της έχουν αποκοιμηθεί. Δηλώνει δε έτοιμη για το μεγάλο της άλμα, να αποτραβηχτεί, δηλαδή, με όλους όσοι «περισσεύουν», επειδή παροπλίστηκαν βιολογικά απ’ το μαραθώνιο ετούτης της ζωής.

-Θαυμάζει όλους όσοι (και τον εαυτό της, πιθανόν) απέχουν συνειδητά απ’ τους πόθους τους, επιδεικνύοντας μεγάλη καρτερικότητα απέναντι στο υψηλό τίμημα που εξαργυρώνουν.

-Θεωρεί την καρδιά ένα άκρως εύφλεκτο υλικό που θα πρέπει να το ψύχει κανείς, αν θέλει να βρίσκει την ψυχική του ηρεμία και ισορροπία.

-Δεν μπορεί να πιστέψει πώς ξεθύμαναν τόσα και τόσα συναισθήματα που την συντρόφευαν μια ολόκληρη ζωή και νοηματοδοτούσαν το κάθε της λεπτό, την κάθε της προσωπική στιγμή.

-Δεν βλέπει πουθενά φως γύρω της, ενώ, και το ίδιο της το σύμπαν ακόμη, το παρουσιάζει βυθισμένο στο σκοτάδι, γεμάτο από αστέρια που κρέμονται καθηρημένα και σβησμένα απ’ τον θόλο του.

-Ο έρωτας στα γεράματα μοιάζει με έναν «κουρελιάρη, χορτασμένο ζήτουλα», με έναν πάλαι ποτέ ένδοξο βασιλιά, τον οποίο αδυνατεί η ποιήτριά μας να τον παλινορθώσει στο βάθρο που κατείχε κατά την περίοδο της ακμής του.

-Η μόνη «αλήθεια» που, τελικώς, δικαιώνεται είναι οι απαλλαγμένες από το βαρίδι των αισθήσεων ψυχές, που κάνουν κάθε επίγειο όνειρο να φαντάζει στο τέλος θαμπό και ψευδεπίγραφο.

-Ακόμη κι αν πεθαίνει από καλοσύνη και αγάπη, η ποιήτριά μας αισθάνεται ότι ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν τη λυπάται, επειδή, προφανώς, δεν θέλει να τη λυπηθεί.

-Για την ποιήτριά μας, η ψυχή της μοιάζει πάντοτε με ορθάνοικτο λουλούδι, έτοιμο να προσφέρει -ανά πάσα στιγμή- μια φωλιά, ένα καταφύγιο θαλπωρής στον ερωμένο της για να κουρνιάξει.

-Εξομολογείται ότι διαθέτει ένα τεράστιο αποθεματικό αγάπης και θετικής ενέργειας, που θέλει μεν να το διοχετεύσει εξ ολοκλήρου στον αγαπημένο της, αλλά, τελικώς, διστάζει, πιθανόν από φόβο μήπως αυτός τρομάξει, μόλις συναισθανθεί πόσο πολύ τον αγαπά.

-Το καλύτερο φάρμακο για να αντέξει κάποιος τα φαρμάκια που κερνάει η οχληρή ζωή, είναι να ανατρέξει στις παλιές, ανεκπλήρωτες αγάπες ή σε αντίστοιχες ευχάριστες θύμησες.

-Τα όνειρα είναι πιο αληθινά κι απ’ τις πιο αληθινές επίγειες στιγμές μας, επειδή μόνο εκεί μπορούμε να εκπληρώσουμε και τον παραμικρό φαντασιακό μας πόθο.

-Ζητάει -όσο τίποτε άλλο- το έλεος της θείας αγάπης.

-Το πάθος και ο πόνος είναι αξεχώριστα συναισθήματα στη ζωή της.

-Όταν οι ψυχές των ανθρώπων είναι γυμνές από συναισθήματα, δεν μπορεί να φωλιάσει ποτέ πια μέσα τους η αγάπη.

-Η ποιήτριά μας θέλει να σώσει την υπερηφάνειά της ακέραιη, ακόμη και αν ξέρει ότι, στο τέλος, δε θα δικαιωθούν οι πόθοι και οι ελπίδες της. Παραδέχεται, αν μη τι άλλο, την τρωτότητά της, όμως θέλει να αγωνιστεί για την προσωπική της λύτρωση, να απολαύσει -όσο της επιτρέπουν οι δυνάμεις της- την πολυτέλεια της μοναξιάς της.

-Προσπαθεί να συμφύρει τα μέσα με τα έξω της, τις διαψευσμένες προσδοκίες της με τις παράτολμες ιδέες της. Νιώθει ότι ισορροπεί μεταξύ δύο κόσμων, αυτόν της χλευασμένης της αισθηματικότητας και των μεταξοΰφαντης υπερβατικότητας. Δείχνει μια αμετανόητη επιμονή να διολισθαίνει στα ίδια και τα ίδια λάθη, να ορέγεται τη μετάβασή της στις «προσήλιες ουράνιες γειτονιές» και, τελικώς, να προσγειώνεται ανώμαλα στις επίγειες απογοητεύσεις και ψευδαισθήσεις της.

-Αναρωτιέται πού βρίσκεται το κατοικητήριο της αιώνιας ευτυχίας και λύτρωσης, ώστε να πάει να το βρει. Αναρωτιέται ακόμη ποιος θα είναι ο τελικός νικητής, ο θάνατος ή η ζωή;

-Οργίζεται κάποιες στιγμές για τα παράλογα όνειρα που κάνει και τη μεγάλη αναστάτωση που της προκαλούν. Όμως, το αποδίδει, πρωτίστως, στην απροθυμία της να μεταμελήσει ειλικρινά για τα πάθη της, να προσευχηθεί με πόνο ψυχής και συντριβή γι’ αυτά.

-Υπάρχουν στιγμές που επιθυμεί να ιδρύσει έναν δικό της κόσμο, ένα αποκλειστικής της χρήσεως βασίλειο, στο οποίο μοναδική υπήκοος να είναι η ίδια.

-Ομολογεί πως δεν ξέρει τον τρόπο να προσεγγίσει το πραγματικό κάλλος, την αιώνια ευτυχία.

-Η γεύση του έρωτα είναι πολύ γλυκιά, αλλά, δυστυχώς, κρατάει λίγο, όσο η απόλαυση μιας καραμέλας.

-Κλαίει και οδύρεται, επειδή το αντικείμενο των αδικαίωτων πόθων της ήταν ανέκαθεν άψυχο και άυλο.

-Όλα τα γήινα πράγματα αντανακλούν, εν τέλει, την ομορφιά και την αρχοντιά του πάναγνου και πνευματόμορφου παιδικού της έρωτα.

-Η φαντασία θεωρείται από την ποιήτριά μας ως το πιο βαρύτιμο φυλαχτό  και αντίδοτο τής μέχρι τώρα ζωής της.

-Ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια απ’ την ελπίδα, να αναθερμάνει τους παροπλισμένους πόθους της, να της δώσει κουράγιο και να την παρηγορήσει για τη δυστυχία που έως τώρα εξαργυρώνει στην καθημερινότητά της.

-Μόνο τα όνειρα γιατροπορεύουν την ποιήτριά μας, που, κατά τ’ άλλα, αισθάνεται απαθής και «γονατισμένη» απ’ τις διαψεύσεις που κάθε λίγο και λιγάκι εισπράττει στη ζωή της.

-Η ποιήτριά μας ομολογεί ότι φυλάει ακόμη ορισμένα μυστικά καλά κρυμμένα μέσα της, επειδή τα θεωρεί ως τα έσχατα προσωπικά κειμήλια αξίας που διαθέτει, γεγονός που την υποχρεώνει να παλέψει μέχρι τέλους για να τα προστατέψει απ’ την αναπόδραστη φθοροποιό επίδραση του πανδαμάτορα χρόνου.

-Η ελπίδα στο τέλος ποτέ δεν χάνεται.

-Μπορεί να έζησε μια πολυτάραχη ζωή, να πέρασε χιλιάδες φορές από σαράντα κύματα, αντικρίζοντας άλλοτε τον Θεό κι άλλοτε τον βυθό, αλλά, τελικά, σαφώς ανακουφισμένη, διατρανώνει ότι αντεπεξήλθε και στη βάσανο αυτή, χωρίς να «λυγίσει» ή να πνιγεί.

-Η Ζαλώνη εκμυστηρεύεται ότι σε όλη της τη ζωή επένδυε σε λέξεις- αξίες που άρχιζαν από «άλφα» στερητικό, όπως το ανέγγιχτο, το απρόσιτο, το αμόλυντο, το ανιδιοτελές κ.λπ., οπότε και εκφράζει ανοιχτά το φόβο, μήπως, στο τέλος, πεθάνει, για το λόγο αυτό, δύσμοιρη και πάμφτωχη.

-Δεν έχει το δικαίωμα ο έρωτας να τα θέλει όλα δικά του.

-Ακόμη κι όταν δεν γράφει ποίηση, η Ζαλώνη φιλοτεχνεί το ερωτικό της αρχέτυπο, έτσι όπως της έχει αποτυπωθεί στον αμφιβληστροειδή της ψυχής της.

-Δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι σιγά σιγά αποσύρεται «στης απάθειας την πόλη».

-Ψέγει τον Θεό, επειδή δεν της έριξε ούτε ένα βλέμμα συμπαράστασης και συγκατάνευσης στον συναισθηματικό Γολγοθά που διάγει ως τώρα.

-Θεωρεί ότι τα ελάχιστα που εισέπραξε στη ζωή της μέχρι σήμερα, έχουν την ίδια αντικειμενική αξία με το απόλυτο τίποτα.

-Ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει την απροσμέτρητη δίψα που την κατακαίει για λίγες, έστω, σταγόνες αγάπης.

-Αναρωτιέται και εμμέσως κατηγορεί τον ερωμένο της γιατί δεν τολμάει να ζυμωθεί με τα όνειρά της.

-Απ’ την ώρα που στέρεψε κάθε προοπτική εκπλήρωσης των προσδοκιών της, η ποιήτριά μας αρχίζει και συμβιβάζεται με την ιδέα της καταβύθισής της σε μια ζωή ανίας και αυτοεγκατάλειψης.

-Όσο μεγαλώνει κανείς, ατονούν οι σκέψεις και οι ελπίδες του. Ίσως, γιατί, τελικά, ο νόμος της φθοράς είναι, με κάθε επισημότητα, ο οριστικός μεγάλος νικητής.

-Θέλει να συγχρονιστεί, να ταυτιστεί με τον ερωμένο της, τώρα που διαβλέπει ότι τα όνειρά της διέρχονται από την πιο κρίσιμη καμπή τους.

-Στα μεθεόρτια αυτής της μεγάλης της διαδρομής, η Ζαλώνη αισθάνεται ότι έχει εκπατριστεί από τη γη της επαγγελίας, σαν τον πρόσφυγα, και έχει εξοριστεί σε «τόπους άοσμους, σκληρούς και βραχώδεις». Στο μόνο πλέον που προσδοκά είναι να τη λυπηθεί η τύχη και να της αναθερμάνει τη φλόγα της ελπίδας, μήπως και αναταράξει, έστω και λίγο , τα λιμνάζοντα ύδατα της τετριμμένης της ζωής.

-Επιθυμεί διακαώς απ’ τον αποδέκτη των ερωτικών της καλεσμάτων να συλήσει τα χείλη της και να τη σώσει απ’ την πύρινή της πλημμύρα, παρότι ξέρει ότι ο παρακλήσεις της θα μείνουν ανεπίδοτες και θα πέσουν στο κενό.

-Προσμένει σε ένα ανέλπιστο θαύμα, μήπως και αναβρύσουν ξανά από πόθο οι φλέβες της.

         Το πόσο σπουδαία ποιήτρια είναι η Παναγιώτα Χριστοπούλου – Ζαλώνη καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και από τις persones, τα προσωπεία που επιλέγει για να ενδύσει τον εαυτό της και τον ανεκπλήρωτό της έρωτα. Η ίδια, φερειπείν, αυτοπροβάλλεται σαν θάλασσα που διψάει για τα χάδια της αύρας, σαν παπαρούνα που έχασε τη φωνή της και έπαψε πια να τραγουδά και να υμνεί την αγάπη, σαν αύρα που τα χάδια της δεν βρίσκουν ανταπόκριση, σαν «εκείνη» που προσδοκά την πρωτόπλαστη αγκαλιά του αγαπημένου της, σαν ορθάνοιχτο λουλούδι που περιμένει πώς και πώς να κοινωνήσει απ’ την αγάπη του ερωμένου της, σα βροχή ή διψασμένο όνειρο που ποθεί να φιλήσει το κορμί του, σαν ηλιαχτίδα που λαχταρά να αναπαυτεί στη δροσερή αγκαλιά της θάλασσάς του, σαν τριαντάφυλλο εκρού, που άντεξε τη θαλασσοταραχή και πέρασε τις δοκιμασίες της ζωής με επιτυχία. Απ’ την άλλη, το ερωτικό «εσύ» προβάλλεται σαν πηγή ζωής που ξεδιψά την αγαπημένη του, σαν αστερίας που της κρατά συντροφιά, σαν κύμα που υψώνεται αδιάφορο μπροστά της, σαν ιερουργός του ουρανού που την εξόρισε απ’ το θόλο του, σαν άντρας που «κρατιέται» και δεν την αγγίζει, σαν ανάγνωσμα συναρπαστικό που δεν χορταίνεται, σαν Θεός που δεν τη λυπάται, σαν υπερβατικό πλάσμα που αναδύεται απ’ τη θάλασσα της ψυχής της και την παρηγορεί , σαν άνεμος που τη συντροφεύει, σα θάλασσα που την εποπτεύει, σαν άγαλμα που στολίζει τη γυμνή πλατεία της ζωής της, σαν περιστέρι που κουρνιάζει στον κόρφο της και σαν άστρο που φωταγωγεί τον ουρανό της.

         Συνοψίζοντας κάπου εδώ τις σκέψεις μου, συνειδητοποιώ -για ακόμη μια φορά- πόσα πολλά θα μπορούσαν επιπλέον να γραφούν για την ποίηση της Παναγιώτας Χριστοπούλου – Ζαλώνη. Τα ποιήματά της είναι προσανάμματα που αναζωπυρώνουν την αγάπη για τον πλησίον, την πίστη για το Θεό, την ελπίδα για το αύριο. Είναι φορτία ενθουσιασμού και λύπης, αληθινά εικαστικά έργα, ολοζώντανοι ζωγραφικοί πίνακες. Οι στίχοι της αστραφτεροί, παιχνιδίζουν όλο χάρη, συνταιριάζοντας αγαστά λέξεις απ’ την αστείρευτη φαρέτρα της και χρώματα απ’ την πλούσια παλέτα της. Οι λέξεις της κρουστές και στρογγυλές, ανεβάζουν την ένταση στη διαπασών, σαν μικρές προσευχές, σαν ύμνοι κατανυκτικοί, σαν τροπάρια γιορτινά. Η Ζαλώνη, η ποιήτρια της ταπείνωσης, της συντριβής και της σεμνότητας, της αγάπης, της αλτρουισμού και της συγχωρητικότητας, είναι μια πραγματική Εστιάδα, μια ιέρεια πνευματική, που κρατά άσβεστη μέσα μας τη φλόγα της χαρμονής και της ελπίδας. Είναι δε τόση η αγάπη της για την Ελλάδα, για τους ανθρώπους και για την ποίηση που, όχι μόνο δεν μας σκεπάζει με τον ίσκιο του πυρσού της αλλά, τουναντίον, μας προσανατολίζει, μας χαράσσει ατραπούς, μας ανοίγει δρόμους, όπως ακριβώς κάνει και το φεγγάρι, το καθηρημένο της αστέρι, πάνω στο «άγιο μπλε» και το «όσιο σμαραγδί» της ποίησής της.

            Παναγιώτα Χριστοπούλου – Ζαλώνη, σου είμαστε πραγματικά ευγνώμονες.

            Χρήστος Σκιαδαρέσης