Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Εμπνεύσεις παρά θιν’ αλός, ποιήματα της Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη


   Ι.

Άνοιξες το παραθύρι σου

Θάλασσα δική μου

κι άπλωσες τα χέρια σου κουπιά,

να κρατώ, να κολυμπώ.

Δεν μ’ άφησες στην αδράνεια.

Στο κύμα σου το αλμυρό,

κάθε πρωινό,

μυρώνεται η ανατολή μου.

 
   ΙΙ.

Υδάτινη έλξη.

Το δέρμα της το θαλασσί.

Τα δάχτυλά μου.

Το αρμυρό της το νερό.
Η άνωση!
Τα δάκρυα της Ευτυχίας.

 

    ***
Θάλασσά μου, χωράς στην καρδιά μου.
Συντονίζεις τα κύματά σου με τους κτύπους της,
Και… γιορτάζω.
 

   ***
Δεν μου μιλάς,
Γιατί οι θάλασσες ποτέ τους δεν μιλούν,
Μονάχα με παράπονο μουγκρίζουν.

        

=====  


         Τούτο το καλοκαίρι
Δεν συναπαντηθήκαμε στη θάλασσα.
Μείναν τα αρμυρόκρινα

αμύριστα στην αμμουδιά

και μαραθήκανε απ’ του καημού

το δάκρυο που καίει.

Μείναμε να θυμόμαστε

ο καθένας χωριστά

τη μέρα της σποράς τους,

και το φεγγάρι που τα πότιζε

με πέρλα και ασήμι.

Εκείνο το φεγγάρι,

εκείνης της βραδιάς

που ’μοιαζε με το πρόσωπό σου

μέσα στην ψυχή μου.

 

Τούτο το καλοκαίρι

δεν συναπαντηθήκαμε στη θάλασσα.

Δεν εκινήθηκε η ζωή…

 

=====

       Θαλασσάκι μου
 

Εκεί με βρίσκεις,

μέσα στις λέξεις μου,

μέσα στο ποίημά μου,

στις ασυναρτησίες μου,

(τι τρακ Θεέ μου!)

μέσα στους φόβους,

στις δειλίες μου,

και στην ευλάβειά μου εμπρός σου.

Μες στην υπομονή μου

και την προσμονή μου,

στην αμμουδιά σου την απέραντη,

γονατιστή να τσουρουφλίζομαι

απ’ του έρωτα τον ήλιο.

Να υποφέρω, να βογκάω, να διψάω,

μα, να μη φεύγω… αιώνια εκεί,

στα γαλαζένια τα νερά σου,

να ζητώ δροσιά

μέχρι να γίνω βότσαλο,

να με φιλάς

όποτε κύμα σκας,

να λιώσω απ’ τα φιλιά σου τ’ αρμυρά,

να γίνω ένας κόκκος άμμου,

να με σηκώνει ο Μπάτης στα ψηλά,

να λυτρωθώ, επιτέλους, θάλασσά μου.

=====

          Καλοκαιρινή έξοδος
Σε μια καλοκαιρινή του έξοδο φυγής
απ’ την πραγματικότητα, ταχύπλοος σφυγμός
σταθμεύει στον βόριο Ευβοϊκό

στα σπλάχνα χρυσαφένιας αμμουδιάς
να πει τρυφερό μυστικό
με ρίμα σ’ ένα ποίημα,
γλυκόηχα, χρωματιστά,
εκεί ακριβώς π’ ακούμπησε

για λίγο το λυγμό της,

την προσευχή της, τον καημό της,

η προσδοκία,

εκεί ακριβώς που εκλιπαρούσε
λίγο πριν μια απ’ τις κόρες της Σαπφώς,
τον Θείο Απόλλωνα,
με στίχους ομοιοκατάληκτους

για την λυτρωτική στάθμευση

του ταχύπλοου σφυγμού,

σε μια καλοκαιρινή του έξοδο φυγής

απ’ την πραγματικότητά του.

=====


          Στην ακρογιαλιά
   Ι
Ανάσες του καημού,
θυμιάματα, τρυπούν
το γαλάζιο τ’ ουρανού.

Αισθήματα μετέωρα…

καμπάνες λυτρωμού κτυπούν.

   ΙΙ
Πολύ πλατιά η θάλασσα
κι ο αγέρας του καλοκαιριού
σμίγει τρυφερά με τα αισθήματα

Μελωμένα μιλήματα…

 
   ΙΙΙ
Κοιτάζω τη θάλασσα,
την αποτυπώνω
στο νυχτερινό ουρανό μου
δίπλα στο κρυφό το όνειρό μου.
 

   IV

Μάτια δικά μου
σας στολίζω γιορτινά,
χορεύουν στην ακρογιαλιά
με τα δικά μου αγκαλιά.
Στροφές και όπατις,
τσαλίμια ερωτικά,
μάτια μου δυο, μάτια φωτιά.
 
Σήκωσε κύμα…

 
======

         Εμπνεύσεις παρά θιν’ αλός 

      Ι
Πάνω σε θαλασσόβραχο
εσύ εκεί, εγώ εδώ,
τη λύπη κόβαμε στα δυο,

 -  μισή εσύ, μισή εγώ –

και την απελπισία. 
          ΙΙ
Σταλαγματιές πηκτές, πικρές,
στην άμμο ανάβουνε φωτιές.
Καίγεσαι εσύ εκεί,
κι εγώ εδώ,

τις φλόγες να σμιλεύω,
πελώριο άγαλμα
να στήνω πορφυρό
τη θάλασσα να τιθασεύσω,
να σε λατρέψω…

Ας καίγομαι… και ας πονώ.