Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ του ΝΙΚΟΥ ΜΠΑΤΣΙΚΑΝΗ "ΚΥΡΟΥΣ ΚΑΤΑΒΑΣΗ"





 

ΚΥΡΟΥΣ  ΚΑΤΑΒΑΣΗ

 

Μ’ όλα τα βάσανα του κόσμου φορτωμένος στις πλάτες της πέννας του, ο Νίκος Μπατσικανής έγραψε και παρέδωσε στο αναγνωστικό κοινό, μέσω των εκδόσεων Γαβριηλίδη, ένα νέο λογοτέχνημα, διαφορετικό και πρωτότυπο, με τίτλο:

«ΚΥΡΟΥΣ ΚΑΤΑΒΑΣΗ».

   Όχι, μην παρασύρεσθε, δεν έχει σχέση με τον Ξενοφώντα «Κύρου ανάβασις». Ο έμπειρος πλέον ποιητής μας έπαιξε έξυπνα με τις ομόηχες λέξεις και με ένα μικρό τελικό σίγμα.

«Κύρους κατάβαση»
   Μα ποιου Κύρους;
   Του Κύρους της Πατρίδας μας;
   Του Κύρους ενός εκάστου από εμάς τους Έλληνες;
   Ακριβώς,  αυτό εννοεί.
   Από χρόνια, ο Νίκος, με δείγματα γραφής του, έχει εκφράσει την αγωνία του και τον πόνο του για το πού θα μας οδηγήσει η κρίση των αξιών και των ανθρωπίνων σχέσεων καθώς και η ανικανότητα των πολιτών αρχόντων και όχι μόνο.
   Συνεπικουρούντος και του ιμπεριαλιστικού σχεδίου γνωστών ή αγνώστων δυνάμεων, φθάσαμε στην ώρα 0.
   Το 2006 ο Νίκος είχε γράψει για όλα αυτά στην ποιητική του συλλογή «Αγρυπνία» του ίδιου εκδοτικού οίκου, το εξής προφητικό θα ’λεγα ποίημα:
Συλλογική ευθύνη

«Θα ’μαστε όλοι εκεί

Πρώτα εγώ, μετά εσύ, οι άλλοι

στη δίκη των συνειδήσεων για συνενοχή.

Εκείνοι ως ηθικοί αυτουργοί.

Κάποιοι ως δράστες.

Εμείς ως συνεργοί

και σιωπηλοί συνένοχοι.

Να ’μαστε λοιπόν, όλοι εδώ,

στον ίδιο παρανομαστή»

   Και σήμερα να μελετούμε την «Κύρους κατάβαση» που είναι η χαμηλόφωνη διαμαρτυρία του αγανακτισμένου Έλληνα ποιητή.

   Έργο πολυδιάστατο και βαρυσήμαντο.
   Το διάβασα μονορούφι, με ευλάβεια, σεβασμό και αγάπη, όχι μια φορά, αλλά πολλές . Δεν μπόρεσα βέβαια σ’ ορισμένα σημεία να συγκρατήσω τα δάκρυά μου μα καθώς μου θύμιζε κι εμένα τα δύσκολα μα ευτυχισμένα παιδικά μου χρόνια.
   Το ίδιο θα συμβεί και σε σας κατά την απαγγελία των ποιημάτων του.
 
  Το έργο «Κύρους κατάβαση» το χώρισα σαν αναγνώστρια σε τρία μέρη.
   Τα δύο πρώτα, σύντομα.
   Το τρίτο μέρος εφόσον είναι τρόπον τινά αφηγηματικό, είναι και το εκτενέστερο.
   Στο πρώτο μέρος ο ποιητής καταθέτει έντρομος μερικές σοβαρές διαπιστώσεις για το «σήμερα».  Πικρές διαπιστώσεις.
   Ακούστε τους στίχους του:

   «Έντρομοι τώρα, μπρος στη θύρα της κρίσης.

  -  Μια «Δευτέρα Παρουσία» του σήμερα».

   Και συνεχίζει.

«Κι αυτά τα παγωμένα χαμόγελα

στους δρόμους, αγιάζι το χάραμα,

ξυράφι στις ψυχές».

 

«Ναυαγοί σε βράχια

με λάμπα θυέλλης σβηστή

και άγκυρα σπασμένη».

 

  Ωστόσο πιο κάτω με τον στίχο

  «Η ελπίδα πάλι δίπλα μας να φέγγει, σαν και πρώτα»

  ο Νίκος δίνει την σκυτάλη στην αισιοδοξία.

   Θεωρώ ως κομβικό της λογοτεχνικής πορείας του Νίκου Μπατσικανή ετούτο το έργο του.
   Σαν ζωγράφος μαγεύτηκα απ’ τις εικόνες του. Σαν εργάτης του λόγου, ζήλεψα. Σαν φίλη του, ένοιωσα υπερηφάνεια. Σαν επαρχιωτοπούλα και μάλιστα κατάντικρυ τα σπίτια μας, να μας χωρίζει μια λουρίδα θάλασσα, (Πελασγία-Ιστιαία), συγκινήθηκα με τις λέξεις της ντοπιολαλιάς του, που κέντησε, και για ομορφιά, στο λογοτέχνημά του, όμοιες πολλές και στη δική μου ντοπιολαλιά.
   Οφείλουμε εμείς οι ποιητές να διασώσουμε ως κειμήλια τους ιδιωματισμού της ελληνικής μας γλώσσας, κατά περιφέρεια.
   Στο πρώτο και δεύτερο μέρος της ποιητικής ενότητας «Κύρους κατάβαση» συνειδητά οι στίχοι του έχουν επιδέξια υποστεί το ψαλίδισμα των περιττών, ακόμα και των ρημάτων, χωρίς να έχει καταστραφεί όμως η ενέργειά τους. Αυτό, είναι αξιοθαύμαστο, γιατί χρειάζεται ωριμότητα, άριστη γνώση της ποιητικής τέχνης, μεγάλη εμπειρία.
   Παράδειγμα της τέλειας αφαίρεσης σ’ ένα ποίημά του:

Χρήμα

άγιος ο Θεός

άγιος ισχυρός

άγιος κι αθάνατος

Μα, ποια η χρεία σου,

με τόση φτήνια κι έκπτωση αξιών;

   Στο δεύτερο μέρος της ποιητικής ενότητας «Κύρους Κατάβαση», ο ποιητής αλλάζει λίγο τον τρόπο γραφής, εγκαταλείποντας το «Λακωνίζειν» του Α΄ μέρους και προετοιμάζει το έδαφος για το τρίτο, που όπως αναφέραμε και πιο πάνω είναι κάπως αφηγηματικό και γεμάτο ολοζώντανες εικόνες, πολύ καλλιτεχνικά αποτυπωμένες στο φιλμ του τότε μυαλού του.

   «Στις παρυφές των Εξαρχείων

άλλοτε σε μια ρεματιά του Κολωνού

παρέα του Οιδίποδα

δίχως κανένα σύμπλεγμα

κι ολοφώτεινο ανταμώνω

κρατώντας στ’ αλήθεια

την τύχη απ’ τα μαλλιά.»

   Στις παρυφές των Εξαρχείων ο Νίκος Μπατσικανής πλέον, από χρόνια στιχάρης άφταστος, κυβερνήτης και ήρωας, τριγυρνά στις πλατείες της συλλέγοντας τα βάσανα και τους καημούς των ανθρώπων για να τα φορτώνει στις πλάτες, του λογοτεχνικού του οικοδομήματος.
   Κάποια βράδια ξυπνούν οι μνήμες του παρελθόντος, κυρίως των παιδικών του χρόνων και τον παρακαλούν να τις ανασύρει απ’ τη λήθη και να τους δώσει θέσεις στα ποιήματά του.
   Τότε είναι που θ’ αρχίσει να γράφει το ωραιότερο και συγκινητικότερο κομμάτι του παρόντος πονήματος.
   Δίχως ασάφειες μα και μήτε ομοιοκαταληξίες, σπάνια επίθετα και άλλα «φκιασίδια», για να καλύψει χωλούς στίχους να φαίνονται επιφανειακά ωραίοι.
   Δεν έχει ανάγκη, χρεία όπως ο ίδιος ο Νίκος συνηθίζει να λέει, η ποίησή του να στηριχτεί από παλιομοδίτικα τεχνάσματα. Αρκούν οι ατόφιες αλήθειες του, η ειλικρίνειά του, η καθαρότητα της ψυχής του που εκκολάπτεται σε στίχους και η άψογη τεχνική διάρθρωση των στίχων του.
   Στο τρίτο μέρος λοιπόν ζωντανεύει εικόνες του 50, 60, 70, μιας εποχής που έφυγε δίχως γυρισμό μαζί με τις δυσκολίες της, την φτώχεια της και τους αγώνες της για μια ελεύθερη και ευημερούσα μεταπολεμική Ελλάδα. Μαζί της βέβαια έφυγαν, φευ, τα ξέγνοιαστα νιάτα μας, η αθωότητά μας, οι γονείς μας και η μυρουδιά του παλιού μας σπιτιού με την χωμάτινη αυλή, γεμάτη φωνές και παιχνίδια.
   Σ’ αυτό το τρίτο μέρος διαφαίνεται η μεγάλη του αγάπη για την γενέτειρά του,  την Πελασγία της Φθίας, τους φίλους και γειτόνους του, καθώς και η γνώση του
για την αρχαία ιστορία αυτού του τόπου, ταξιδεύοντάς την μέσω του βιβλίου του,
σε ευρύτερο κοινό, πέραν των συμπολιτών του, την μεγάλη του ερωμένη την Φθία.
   Διαφαίνεται επίσης η δομή και η λειτουργία της οικογένειας. Πίστη, σεβασμός, απέραντη αγάπη, οι κρίκοι αυτής της ατσάλινης αλυσίδας που λέγεται ελληνική οικογένεια.

«Γεμάτα κιούπια τότε οι καρδιές

παρά τη φτώχεια

>Ξερά κι ευτυχισμένα πέφταμε

στο αχυρένιο στρώμα

Δικός μας Παράδεισος ως τότε

μια φέτα βρεγμένο ψωμί

με ζάχαρη επάνω»

   Οι ξόβεργες, το τσιλίκι και ο πετροπόλεμος, μ’ αληθινά θύματα κι όλα στην ώρα τους.
   Παρ’ όλο το αφηγηματικό ύφος του τρίτου μέρους του έργου, διακρίνονται δείγματα υψηλής ποίησης σε πολλά σημεία του. π. χ.

«Αλυχτίσματα ολονυχτίς έξω,

ροκανίζοντας το σκοτάδι

που απ’ τό σαρακοφαγωμένο πατζούρι

στων ονείρων μας τις χαραμάδες

σπαραγμένο αντικρίζαμε το χάραγμα».

   Συγχαίρω τον Ν. Μπατσικανή γι’ αυτό του το έργο, αλλά και για όλον του τον αγώνα στον στίβο της ποίησης που αυτός κυρίως ευθύνεται γι’ αυτό το υψηλό δημιούργημα, και ο μεγάλος του ιδεαλισμός.
   Δεν επαναπαύθηκε ο Νίκος στον «Βασιλαετό», στον «Θρήνο της Παναγιάς» στα ποιήματα της «Αγρυπνίας» μήτε ακόμη και στο «Όνειρο» το πιο πρόσφατο ποιητικό έργο του. Σκέφθηκε και δοκίμασε νέες εκφράσεις, νέες δομές.
   Όντας τελειομανής,  μας παρουσίασε κάτι διαφορετικό από μια απλή ποιητική συλλογή.
   Αυτές τις εκτιμήσεις μου για το ποιητικό δημιούργημα «Κύρους Κατάβαση» που παρουσιάζουμε σήμερα, τεκμηριώνουν και οι κριτικές μαρτυρίες δεκάδων καταξιωμένων της λογοτεχνίας που ήδη έσπευσαν αμέσως να το μελετήσουν και ν’ αποστείλουν το κριτικό τους σημείωμα με τα συγχαρητήριά τους στον ποιητή Νίκο Μπατσικανή:

Ζωή Σαμαρά, Ομότιμη Καθηγήτρια του Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου: Το ποίημά σου, αυτό το τραγούσι της γης, με κράτησε
ακίνητη, με το βιβλίο στα χέρια.

2. Θανάσης Νιάρχος (σύμβουλος των εκδόσεων Καστανιώτη) : "Στην
ποιητική σου σύνθεση, μοιράστηκα την αγωνία σου για ό,τι έφυγε χωρίς
γυρισμό, που με τόσο πετυχημένο τρόπο καταθέτεις".

Τάσος Γαλάτης (Κρατικό Βραβείο Ποίησης) έγραψε: "Χαίρομαι, γιατί
βρίσκεσαι σε καλό δρόμο. Συνδέεις πολύ όμορφα τα παιδικά σου χρόνια
με το σήμερα. Καταφέρνεις να συγκινήσεις, ειδικώς στα σημεία που είσαι
απλός και αληθινός: "Γεμάτα κιούπια, τότε, οι καρδιές, παρά τη
φτώχεια".
         Παναγιώτα Ζαλώνη